1102/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (που ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών που αφορά αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" Με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ α του ιδίου νόμου ορίζεται "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη..." Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου από αποδοχές υπαλλήλων του αφετηριάζεται από τον χρόνο γέννησης τους. (ΑΕΔ 32/2008, 1/2012).
Legislator headnote
AI generated1102/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, ΦΕΚ Α' 74) (υπό τον τίτλο "Άσκηση αγωγής") ορίζεται: "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1102 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δημήτριου Καμάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ξ. Κ. του Η., κατοίκου ... 3) Π. Γ.-Ζ. του Ι., κατοίκου ... και 4) Α. Ε. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου-Βύρωνα Καπετανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 13309/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 681/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (που ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών που αφορά αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" Με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ α του ιδίου νόμου ορίζεται "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη..." Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου από αποδοχές υπαλλήλων του αφετηριάζεται από τον χρόνο γέννησης τους. (ΑΕΔ 32/2008, 1/2012).
Συνεπώς η απαίτηση υπαλλήλων κατά του Δημοσίου που αφορά σε αποδοχές, έστω και αν βασίζεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται σε δύο χρόνια από τον χρόνο γέννησης της αξίωσης για την καταβολή κάθε μηνιαίου μισθού). Επίσης κατά το άρθρο 93 περ. α του ν. 2362/1995 η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων και με την έγερση αγωγής, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, ΦΕΚ Α' 74) (υπό τον τίτλο "Άσκηση αγωγής") ορίζεται: "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2.
Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3.
Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., που έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 252/2016, 82/2008, 1774/1999), κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Το διακοπτικό δηλαδή αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.
Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή. σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 252/2016, 190/2008).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με τον νόμο, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 159 του ιδίου Κώδικα, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται ακυρότητα την οποία απαγγέλει το Δικαστήριο, αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας, Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του Κ.Δ/τος της 26ης Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου", που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ, ορίζεται στη μεν παρ. 1 ότι: "Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών...
γενόμενοι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας", στη δε παρ. 2 αυτού ότι: "η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικον.
Εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης". Από τις παραπάνω διατάξεις με σαφήνεια συνάγεται ότι σε δίκες του Δημοσίου, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας στον Υπουργό των Οικονομικών, αλλά και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο στην εκάστοτε δίκη [όπως είναι ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (Δ.Ο.Υ.) στις δίκες του ΚΕΔΕ], και τούτο προδήλως για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (Α.Ε.Δ. 27/2004, ΑΠ 1309/2015, 498/2011, ΟλομΑΠ 34/1988, ΑΠ 1105/2005).
2. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
3. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγουσες είχαν ασκήσει την 21-9-2011 αγωγή τους κατά της εναγομένης Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που εδρεύει στην ...... με την οποία ζητούσαν την καταβολή της αμοιβής τους για την εργασία τους προς την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2009, καθώς και του Μαρτίου 2010 έως την 19-10-2010, συνολικού ύψους 10.925 για την κάθε μία.
Η αγωγή αυτή σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό ...36/2-10-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ε. Σ. επιδόθηκε στην εναγόμενη Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και την παρέλαβε υπάλληλος αυτής. Με την με αριθμό 17964/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως της εναγομένης Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας διότι η εναγομένη συνιστούσε υπηρεσία του ελληνικού Δημοσίου, χωρίς νομική προσωπικότητα και η αγωγή δεν απευθυνόταν και κατά αυτού.
Στη συνέχεια οι ενάγουσες αφού επέδωσαν την πιο πάνω απόφαση, την 17-9-2012 στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, άσκησαν εντός εξαμήνου, όπως συνομολογείται, την από 14-1-2013 αγωγή τους, στρεφόμενες κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά της καθολικής διαδόχου της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, επίσης υπηρεσίας του Δημοσίου.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 13309/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δια της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή, διότι έγινε δεκτή η παραδεκτά υποβληθείσα ένσταση παραγραφής των απαιτήσεων των εναγουσών, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί ως απαραδέκτως ασκηθείσα καθ' υποφοράν με την αγωγή αντένσταση περί διακοπής παραγραφής των αξιώσεων αυτών.
Κατ' αυτής ασκήθηκε από τις ενάγουσες-εκκαλούσες έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία αφού έγινε δεκτή η καθ' υποφοράν με την αγωγή προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής των απαιτήσεων των εναγουσών, απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής που είχε υποβληθεί από το εναγόμενο και στη συνέχεια έγινε δεκτή η αγωγή. 4.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που προέβαλαν καθ' υποφορά με την αγωγή τους οι ενάγουσες διότι α) αυτές είχαν ασκήσει την προγενέστερη αγωγή τους, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και επέδωσαν την αγωγή μόνο σ' αυτήν και όχι στον Υπουργό Οικονομικών και β) στη συνέχεια την δεύτερη αγωγή τους άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά της αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης που συνιστά υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου με συνέπεια η άσκηση της νέας αγωγής από τις ίδιες ενάγουσες, να μην ασκείται κατά των αυτών εναγομένων και να μην έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ.
5. Στη προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό λόγο τα εξής: ":Οι ενάγουσες από την 1-4-2003 η πρώτη και από την 13-9-2004 οι λοιπές εργάζονταν μέχρι και την 19-10-2010 στο τμήμα Αστικής Αποκατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και ήδη Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης.
Την 13-9-2004 συνήφθη μεταξύ των εναγουσών και του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Κεντρικής Μακεδονίας σύμβαση ανάθεσης έργου διαρκείας ενός έτους στο πλαίσιο του έργου της συγκέντρωσης, ταξινόμησης και επεξεργασίας αιτήσεων αλλοδαπών σύμφωνα με το ν.3242/2004. Μετά την λήξη της παραπάνω συμβάσεως την 22-9-2005 οι ενάγουσες υπέγραψαν νέα σύμβαση διαρκείας ενός έτους στο πλαίσιο του έργου της επεξεργασίας στοιχείων για τον καθορισμό της ιθαγένειας ομογενών και της πολιτογράφησης ομογενών και αλλογενών.
Την 1-2-2007 υπέγραψαν σύμβαση μίσθωσης έργου με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας διαρκείας από 1-2-2007 έως 31-1-2008 για την πραγματοποίηση της συλλογής, ταξινόμησης και καταγραφής των στοιχείων που αφορούν σε ζητήματα εισόδου , διαμονής, κοινωνικής ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια, που άπτονται θεμάτων της αρμοδιότητας της Διεύθυνσης Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών.
Στην συνέχεια υπέγραψαν δύο ακόμη συμβάσεις μίσθωσης έργου με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας διαρκείας από 2-6-2008 έως 1-6-2009 η πρώτη και από 4-9-2009 έως 3-9-2010 η δεύτερη, η οποία παρατάθηκε μέχρι την 19-10-2010 με την από 2-9-2010 προσωρινή διαταγή του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι παραπάνω συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγουσών και της περιφέρειας Κεντρικής-, Μακεδονίας(ήδη Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης) - ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη σ' αυτές ως συμβάσεων έργου αποτελούσαν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, γεγονός που κρίθηκε αμετακλήτως και με την υπ' αριθμ. 17689/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθόσον οι ενάγουσες κατά την προσφορά της εργασίας τους τελούσαν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας δεχόμενες δεσμευτικές εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, απασχολούμενες τις ημέρες και ώρες που εργάζονταν και οι νόμιμοι υπάλληλοι της τελευταίας.
Στο πλαίσιο της τελευταίας συμβάσεως και κατά το χρονικό διάστημα που αυτή παρατάθηκε με την ως άνω προσωρινή διαταγή οι ενάγουσες απασχολήθηκαν από το εναγόμενο κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2009 και από τον μήνα Μάρτιο του 2010 έως την 19-10-2010. Η συνολική αμοιβή τους για το έργο(εργασία) που ανέλαβαν συμφωνήθηκε στο ποσό των 13.800 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 1150 ευρώ μηνιαίως.
Για τους ως άνω μήνες δεν τους έχει καταβληθεί η αμοιβή τους, συνολικού ύψους 10.925 ευρώ (9,5 μήνες Χ1150) για την καθεμία ενάγουσα, γεγονός μη αμφισβητούμενο ειδικώς από το εναγόμενο. Η αιτίαση (ένσταση) του τελευταίου ότι οι αξιώσεις των εναγουσών έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995 για το λόγο ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε την 8-3-2013 είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν δοθέντος ότι οι ενάγουσες αποδεικνύεται ότι είχαν ασκήσει την 21-9-2011 την υπ'αριθμ. 36864/2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την αυτή ιστορική και νομική αιτία, στρεφομένη κατά της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, την οποία επέδωσαν στην ως άνω εναγόμενη την 24-10-2011.Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε για τυπικό λόγο και ειδικότερα ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως της εναγομένης με την υπ'αριθμ. 17964/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να στραφεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ σε κάθε περίπτωση ανέκυπτε εμφανής αοριστία ως προς το πρόσωπο του εναγομένου καθότι δεν διευκρινιζόταν στο δικόγραφο της αγωγής περί του εάν πρόκειται για την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας που συστήθηκε με το ν.3852/2010 ως ΝΠΔΔ ή την μη έχουσα νομική προσωπικότητα παλαιά Περιφέρεια και ήδη Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας Θράκης, που συνιστά υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας την 17-9-2012, η δε κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε την 8-3-2013, ήτοι εντός εξαμήνου από την τελεσιδικία της παραπάνω αποφάσεως .Δια της ασκήσεως της ως άνω αγωγής που απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους διεκόπη η αρξαμένη (τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2009) παραγραφή των αξιώσεών τους και άρχισε έκτοτε(24-10-2011) νέα διετής παραγραφή.
Επομένως η προβαλλόμενη καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της κρινομένης αγωγής σχετική νόμιμη αντένσταση των εναγουσών περί διακοπής της παραγραφής πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε στις ενάγουσες τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2009 και 2010 και Πάσχα του έτους 2010 τα οποία ήταν καταβλητέα μέχρι την 31η Δεκεμβρίου και 30η Απριλίου αντιστοίχως κάθε έτους, καθώς και το επίδομα αδείας των ετών 2009 και 2010, το οποίο ήταν καταβλητέο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του αντιστοίχου έτους.
Οι εν λόγω αξιώσεις των εναγουσών δεν έχουν υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995, όπως αβασίμως το εναγόμενο διατείνεται, δοθέντος ότι, όπως προελέχθη, οι ενάγουσες είχαν ασκήσει την 21-9-2011 την υπ'αριθμ.36864/2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με το ίδιο αντικείμενο, στρεφομένη κατά της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, την οποία επέδωσαν στην ως άνω εναγόμενη την 24-10-2011.
Δια της ασκήσεως της εν λόγω αγωγής διεκόπη η αρξαμένη (την 31-12-2009, 30-4-2010 και 31-12-2010 κατά περίπτωση) παραγραφή των αξιώσεών τους και άρχισε έκτοτε (24-10-2011) νέα διετής παραγραφή. Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτή την έφεση των εναγουσών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή τους.
6. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3, 91 εδ. α', 93 περ. α' του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Ά 247- "Περί Δημοσίου Λογιστικού, Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (Κ.Δ.Λ.), 261 και 263 Α.Κ., 126 παρ. 1 εδ.
ε' και 159 Κ.Πολ.Δ., 5 (παρ. 1, 2) του Κ.Δ/τος της 26ης Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" και 8 παρ. 1 περ. γ' και παρ. 3 περ. α' του ν. 3086/2002 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Κατάσταση Λειτουργών- Υπαλλήλων" (Α' 324), διότι δέχθηκε ότι οι απαιτήσεις των εναγουσών που γεννήθηκαν μέχρι και την 24-10-2009, δεν είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή, επειδή είχε επέλθει διακοπή αυτής με την άσκηση της προγενέστερης αγωγής, με αριθμό κατάθ. 36864/2011, η οποία απορρίφθηκε για λόγους τυπικούς, (απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης επειδή δεν στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως έπρεπε και σε κάθε περίπτωση λόγω αοριστίας ως προς το πρόσωπο της εναγομένης) και (λόγω) επανέγερσής της, κατ' άρθρο 263 Α.Κ., εντός εξαμήνου από την τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης, ενώ, εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στον αριθμό 1 της παρούσας απόφασης: α) η παραγραφή δεν διακόπηκε με την άσκηση της προγενέστερης, με αριθμό κατάθ. 36864/2011 αγωγής των εναγουσών καθώς η αγωγή αυτή δεν στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη εναγομένου στην ένδικη από 14-1-2013 αγωγή αλλά μόνο κατά της (πρώην) Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και δεν επρόκειτο, συνεπώς, περί επανέγερσης της αγωγής, αφού δεν υπήρχε ταυτότητα διαδίκων, και β) ακόμη κι αν ήθελε εκτιμηθεί ότι το δικόγραφο της πρώτης αγωγής στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, υπηρεσία του οποίου αποτελούσε η πρώην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, το δικόγραφο της πρώτης με αριθμό κατάθ. 36864/2011 αγωγής ουδέποτε επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών αλλά ούτε και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπούσε το Δημόσιο στην δίκη εκείνη (αφού σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως ούτε επικαλούνται, ούτε και προσκομίζουν οι ενάγουσες-νυν αναιρεσίβλητες) αλλά μόνο στην (πρώην) Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας την 24-10-2011, με αποτέλεσμα να μην έχει ολοκληρωθεί η άσκησή της, ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και να μην επέρχονται τα εκ του νόμου αποτελέσματά της, ενώ ούτε η με αριθμό 17964/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκδοθείσα επ' αυτής, επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών.
Συνεπώς, αφού δεν πρόκειται για ταυτότητα διαδίκων, ούτε η προγενέστερη με αριθμό κατ. 36864/2011 αγωγή επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών οι αξιώσεις των εναγουσών έχουν υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, δοθέντος ότι η παραγραφή άρχεται κατά περίπτωση την 31-12-2009, 30-4-2010 και 31-12-2010 ενώ η από 14-1-2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στρεφομένη κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, επιδόθηκε στους εναγομένους την 8-3-2013, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Μ. Κ., πάνω στο δικόγραφο της αγωγής που επέδωσε στους εναγομένους. Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου που πλήττει την προσβαλλόμενη ως προς το ίδιο κεφάλαιο (περί διακοπής της παραγραφής).
7. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση των εναγουσών κατά της 13309/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους, διότι κρίθηκαν παραγραμμένες οι αξιώσεις αυτών και στη συνέχεια ν' απορριφθεί η με αριθμό καταθέσεως 4406/2015 έφεση με την οποία οι ενάγουσες-εκκαλούσες παραπονούνται για την γενόμενη δεκτή ένσταση παραγραφής που προβλήθηκε από τους εναγομένους-εφεσιβλήτους, για τους λόγους που αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Η δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο της λόγω του δυσχερούς νομικού ζητήματος που αφορούσε την νομιμοποίηση του εναγομένου (άρθρο 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 681/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρατεί, και δικάζει την με αριθμό καταθέσεως 4406/2015 έφεση των εκκαλουσών κατά της 13309/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
Απορρίπτει την έφεση.
Και συμψηφίζει τη δικαστική μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ