1102/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1102 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2012
Legislator headnote
AI generated1102/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1102 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1102 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2. Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χαράλαμπου Χαραλαμπέα και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Β. του Χ. και 2. Π. θυγ. Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Ιωάννη Καρούζου και Μιχαήλ Ζαφειρόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 27681/ 2008 μη οριστική και 30967/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 1-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 309 εδάφ. α', 321, 577 παρ.2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξ άλλου, ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσιδίκων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της, στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 652 παρ.1 ΚΠολΔ, επί μισθωτικών διαφορών και διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, από τη σχέση της οροφοκτησίας, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι οκτώ ημέρες, ενώ της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης είναι δεκαπέντε ημέρες αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει τα ένδικα αυτά μέσα διαμένει στην Ελλάδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 2.12.2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4948/2.12.2009 αίτηση για αναίρεση της 30967/2.10.2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 647 επ. ΚΠολΔ (που δικάζονται και οι διαφορές των άρθρων 17 αριθ. 2 ΚΠολΔ, μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας), ασκήθηκε, με κατάθεσή της, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, στις 2.12.2009, δεδομένου δε ότι με την επίδοση τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης, η δε πληττόμενη 30967/2.10.2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 3.11.2009, όπως προκύπτει από τα επιδοθέντα σε αυτούς αντίγραφα αυτής, που φέρουν την επισημείωση, υπογραφή και σφραγίδα της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., με ημερομηνία η κάθε μία 3.11.2009, άρχισε να τρέχει η δεκαπενθήμερη προθεσμία της έφεσης στις 4.11.2009 και έληξε στις 18.11.2009, η δε προθεσμία της αναίρεσης άρχισε να τρέχει στις 19.11.2009 και έληξε στις 3.12.2009, η δεν αναίρεση, που κατατέθηκε στις 2.12.2009, εμπροθέσμως ασκήθηκε, μετά την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη, όπως προκύπτει και από το 5738/1.11.2011 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που πιστοποιεί ότι μέχρι 31.10.2011, δεν κατατέθηκε άλλο τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο εκτός από τη με αριθ. κατ. 4948/2009 αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκήθηκε κατά της τελεσίδικης ως άνω απόφασης και πρέπει ακολούθως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 3παρ.1, 4 παρ. 1, 5, 13 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του ορόφου και διαμερίσματος ορόφου. Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από το σκοπό τους που, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρ. 11 του Γεν. Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955, 1973 και τον ισχύοντα ΓΟΚ Ν. 1577/1985, όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με το Ν. 2831/2000), συνάγεται ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση. Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθρ. 1002 εδ.β ΑΚ και 1 παρ.2 Ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ). Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000, Ολ.ΑΠ 5/1991, ΑΠ 128/2009, ΑΠ 725/2002). Από αυτά, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 1113 και 785 επ. ΑΚ, παρέπεται ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, λόγω της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των κοινοκτήτων μερών του όλου ακινήτου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η στέγη, προς την οποία εξομοιώνεται και το δώμα (ταράτσα), δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των υπόλοιπων αναγκαίων συγκυρίων, εκτός αν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχτηκε υπέρ μερικών μόνο ιδιοκτητών (ΑΠ 1375/1991). Η συμφωνία αντιθέτως των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρα της στέγης-δώματος και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διηρημένες ιδιοκτησίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις ως άνω διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, και ως εκ τούτου η μεταβίβαση αυτής σε τρίτους κατ' αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας είναι απολύτως άκυρη κατά τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ (ΑΠ 264/2010). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΝΔ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", "Εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ως άνω ΝΔ "Διηρημένη ιδιοκτησία" επί των περιπτώσεων των προβλεπομένων υπό τον Ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφου" ή του παρόντος, συνιστάται είτε διά δικαιοπραξίας εν ζωή ή αιτία θανάτου του κυρίου του οικοπέδου είτε δια συμβάσεως των τυχόν συγκυρίων αυτού".
Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν περιέχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 30967/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος των εναγόντων τυγχάνει κύριος χωριστής διηρημένης ιδιοκτησίας της κείμενης επί της οδού ... αρ. 3, υπό στοιχείο Γ, στον Άγιο Ιωάννη επέκταση Καλαμαριάς, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, πολυωρόφου οικοδομής και συγκεκριμένα του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης Δ-32γ, καθαρού εμβαδού 43,10 τ.μ. και μικτού 53,69 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής 19,853/1000, με παρακολούθημα μία αποθήκη στο ισόγειο της οικοδομής και με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε έναν κλειστό χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο ισόγειο της οικοδομής, εμβαδού 14,24 τ.μ. Η δεύτερη των εναγόντων, τυγχάνει κυρία χωριστής διηρημένης ιδιοκτησίας της αυτής ως άνω πολυωρόφου οικοδομής και ειδικότερα του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης Δ-31γ, καθαρού εμβαδού 85,22 τ.μ. και μικτού 105,47 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής 26,197/1000, με παρακολούθημα μία αποθήκη στο ισόγειο της οικοδομής και με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε έναν κλειστό χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο ισόγειο της οικοδομής, εμβαδού 19,43 τ.μ. Η ως άνω πολυώροφη οικοδομή, ως συνομολογείται εκ της μη ειδικής αμφισβητήσεως εκ μέρους των εναγομένων (άρθρο 261 ΚΠολΔ), διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Οι εναγόμενοι είναι επίσης συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου χωριστής διηρημένης ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης Δ-41γ διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της αυτής ως άνω οικοδομής, καθαρού εμβαδού 113,17 τ.μ και μικτού 142 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής 40,76/1000, μεταξύ δε των συνιδιοκτητών της εν λόγω οικοδομής δεν έχει υπογραφεί ο από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 13 του ν. 3741/1929 προβλεπόμενος κανονισμός διοικήσεως της πολυκατοικίας. Οι εναγόμενοι απέκτησαν την συγκυριότητα του ανωτέρω διαμερίσματος δυνάμει του με αρ. .../21-4-2000 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πιερράκου, με το οποίο επίσης συστήθηκε χωριστή οριζόντια ιδιοκτησία στο ανωτέρω διαμέρισμα, που μεταγράφηκε τόσο ως πώληση όσο και ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στον τόμο ... και με α.α. 26 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς. Στο ανωτέρω συμβόλαιο, όπως αυτό διορθώθηκε με το με αριθμό .../28-11-2003 του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με α.α. 122 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, οι συμβαλλόμενοι, οι οποίοι αποτελούσαν το σύνολο των συνιδιοκτητών, αφού οι εναγόμενοι ήταν οι πρώτοι αγοραστές διαμερίσματος στην επίδικη οικοδομή, καθόρισαν την ιδιοκτησία των εναγομένων ως ακολούθως: "Διαμέρισμα κείμενο στον τέταρτο (4ο) όροφο της οικοδομής με τα στοιχεία ΚΤΙΡΙΟ ΓΑΜΑ (Γ)", με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης Δ-41 γ, έχον πρόσοψη στην ανώνυμη οδό - πεζόδρομο, δεξιά για αυτόν που βλέπει την οικοδομή από την οδό αυτή, εμβαδού καθαρού 113,17 τ.μ., μικτού δε με την αναλογία των κοινοχρήστων, 142 τ.μ., ... το οποίο συνορεύει με την ανώνυμη οδό και με το με αριθμό Δ-42γ διαμέρισμα του ίδιου ορόφου της οικοδομής αυτής, με την οικοδομή υπό το στοιχείο "ΚΤΙΡΙΟ ΔΕΛΤΑ (Δ')" και με τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου ...". Ο επίδικος χώρος αποτελείται: α) από τμήμα, εμβαδού 26,104 τ.μ., που βρίσκεται πάνω από τον ημιυπαίθριο χώρο της οικοδομής του τρίτου ορόφου και, συγκεκριμένα, ένα τμήμα του είναι επέκταση της πλάκας του δαπέδου του Δ' ορόφου και συνδέει το διαμέρισμα των εναγομένων με το κλιμακοστάσιο της οικοδομής Γ και ένα τμήμα του, και β) από τμήμα, εμβαδού 8,34 τ.μ., το οποίο είναι επέκταση της πλάκας του δαπέδου του Δ' ορόφου του κτιρίου Γ, πάνω από τον υπαίθριο χώρο του 3ου ορόφου, που βρίσκεται μπροστά από τις κουζίνες των διαμερισμάτων των εναγόντων, ακριβώς πάνω από τον υπαίθριο χώρο (βλ. πραγματογνωμοσύνη). Στο ανωτέρω συμβόλαιο, με το οποίο απέκτησαν κυριότητα οι εναγόμενοι, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως προελέχθη, περιλαμβάνεται συμφωνία, μεταξύ όλων των τότε συνιδιοκτητών της οικοδομής, κατά την οποία αποκλείστηκε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του επιδίκου δώματος - ταράτσας (ηλιακωτού) και αποφασίστηκε η περιέλευση αυτού αποκλειστικά στη χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας των εναγομένων. Κατά την πραγματογνωμοσύνη το τμήμα των 8,34 τ.μ., υπό στοιχείο β' ανωτέρω, του επίδικου δώματος, που κατασκευάστηκε από την εργολάβο εταιρία και όχι από τους εναγομένους (βλ. καταθέσεις μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως), είναι αυθαίρετο αφού κατά την οικοδομική άδεια, ο χώρος αυτός των διαμερισμάτων του τρίτου ορόφου ήταν ασκεπής και σήμερα είναι σκεπασμένος με επέκταση της πλάκας του δαπέδου τετάρτου ορόφου και έχει μετατραπεί σε ημιυπαίθριο χώρο του τρίτου ορόφου. Ωστόσο, το κύρος της ανωτέρω συστατικής της οροφοκτησίας πράξεως δεν εξαρτάται από τη συμφωνία της προς τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, καθ' όσον η κατά παράβαση των διατάξεων αυτών σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας επισύρει μόνο τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω διατάξεις κυρώσεις και δεν επηρεάζει το κύρος της νομοτύπως καταρτισθείσης συστατικής της οροφοκτησίας πράξεως". Κατόπιν τούτων, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία της.
Έτσι κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του Ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ και 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του ΝΔ 1024/1971, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, αφού δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στον αποκλεισμό του κοινοχρήστου δώματος - ταράτσας, με το .../21.4.2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πιερράκου, όπως αυτό διορθώθηκε με το .../28.11.2003 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου και ότι το επίδικο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα των εναγομένων, κατά συμφωνία όλων των μέχρι τότε συνιδιοκτητών της οικοδομής, χωρίς να είναι αναγκαίο να συμφωνήσουν (συμπράξουν) για τον αποκλεισμό του κοινοχρήστου χώρου του επιδίκου δώματος - ταράτσας και οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), που απέκτησαν την κυριότητα των περιελθουσών σε αυτούς οριζοντίων ιδιοκτησιών, μεταγενεστέρως του αρχικού (.../21.4.2000) συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και επομένως νομίμως συμφωνήθηκε η κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρα του υπαίθριου χώρου του δώματος - ταράτσας και η διαμόρφωσή του σε κλειστό χώρο αποκλειστικής χρήσης των εναγομένων, η δε συμφωνία αυτή δεν είναι άκυρη (κατά τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ).
Επομένως, οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ότι ακολούθησε και δεύτερο διορθωτικό συμβόλαιο, ενώ εν τω μεταξύ εκχώρησαν και άλλες αγοραπωλησίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί αγωγικό ισχυρισμό, (αφού δεν περιλαμβανόταν τέτοιος ισχυρισμός στην αγωγή), αλλά συνιστά απλό επιχείρημα προς απόκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων (συμβολαίων), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των εναγόντων της δεύτερης συζήτησης (μετά δηλαδή τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, με την 27681/2008 μη οριστική απόφαση), δεν έγινε από τους αναιρεσείοντες σαφής επίκληση και προσκομιδή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων, κατά τη δεύτερη συζήτηση αλλά απλή αναφορά στις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης (ΑΠ 139/2002, ΑΠ 53/1999).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.12.2009 αίτηση για αναίρεση της 30967/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ