Legislator Case Law & Legislation
1102/2011 AI generated

1102/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1102/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1102 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2011

Legislator headnote

AI generated

1102/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1102 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1102 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Α. Α., το γένος Δ. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σωτηρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Μ. του Σ., κατοίκου ... 2.Ν. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Ε.Γ.Α." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Σεπτεμβρίου 2003 και 18 Φεβρουαρίου 2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 685/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 877/2007 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Μαΐου 2008 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1062/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται με την από 23 Ιουλίου 2010 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1359 β, 1360 β, 1361 β και 1362 β/ 20 10.2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Ι. Χ., ακριβές αντίγραφο της από 8.5.2008 αιτήσεως αναιρέσεως, ως και της από 23/7/2010 κλήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 14.3.2011 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ενώ δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 25/2004). Στην προκειμένη περίπτωση , το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι το τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε η αναιρεσείουσα, έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: " .... Την 3 Μαρτίου 2003 και περί ώρα 20.15 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ' αριθ. Χ 1459 ΔΧ επιβατικό αυτοκίνητο (ταξί), βαίνοντας μ' αυτό στην οδό Μαιζώνος της πόλης των Πατρών, με κατεύθυνση προς την πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως (Όλγας). Το αυτοκίνητο αυτό ανήκε στη συγκυριότητα αυτού και του δευτέρου εναγομένου και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη για την αστική τους ευθύνη έναντι των τρίτων για τις ζημίες που προξενούνται σ' αυτούς κατά την κυκλοφορία του. Επιβάτιδα του αυτοκινήτου αυτού ήταν η ενάγουσα, η οποία καθόταν στο πίσω δεξιό κάθισμα. Στρίβοντας δεξιά στην οδό Κολοκοτρώνη και σε απόσταση 2 μέτρων περίπου από τη διασταύρωση της με την οδό Μαιζώνος για να αποβιβάσει την ενάγουσα, δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή και συγκεκριμένα δεν επιμελήθηκε, όπως όφειλε, να οδηγεί με σύνεση ώστε να είναι απόλυτα ασφαλής η μεταφορά της, αλλά έθεσε βιαστικά και απότομα σε κίνηση το αυτοκίνητο, που είχε σταματήσει, πριν ολοκληρωθεί η αποβίβαση της ενάγουσας και απομακρυνθεί αυτή από το αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα κατά το κλείσιμο της πίσω δεξιάς πόρτας από την τελευταία να πιαστεί σ' αυτή (πόρτα) το κορδόνι από το μπουφάν που φορούσε η ενάγουσα και στη συνέχεια να συρθεί αυτή (ενάγουσα) σε απόσταση 5 περίπου μέτρων κατά μήκος του δρόμου προς την κατεύθυνση του αυτοκινήτου και να υποστεί θλαστικό τραύμα της αριστερής υπεροφρύου χώρας και κάταγμα του αριστερού ώμου. Το ατύχημα αυτό οφείλεται κυρίως σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου οδηγού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κινήθηκε, βιαστικά και απότομα, ενώ όφειλε να αναμείνει την ολοκλήρωση της αποβίβασης και την απομάκρυνση της ενάγουσας από το αυτοκίνητο και μετά να θέσει σε κίνηση αυτό. Στην επέλευση, ωστόσο του ατυχήματος συνέβαλε και συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας, η οποία έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου και επιχείρησε να απομακρυνθεί χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν παρέμεινε εντός αυτού (οχήματος) το κορδόνι του μπουφάν της. Με τα δεδομένα αυτά, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού ανέρχεται σε 80% και της ενάγουσας σε 20% , δεκτής (εν μέρει) καθισταμένης, ως κατ' ουσίαν βάσιμης , της ένστασης των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας (άρθρο 300 ΑΚ) στο ένδικο ατύχημα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αποκλειστικά υπαίτια του τροχαίου ατυχήματος την ενάγουσα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις , κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως. Αμέσως μετά το ατύχημα και λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της η ενάγουσα διακομίστηκε στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" και την επομένη ημέρα μεταφέρθηκε στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών και εισήχθη στην ορθοπεδική κλινική, όπου διαπιστώθηκε "κάταγμα μείζονος βραχιονίου ογκώματος" το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με οστεοσυρραφή. Στο Νοσοκομείο αυτό η ενάγουσα νοσηλεύθηκε μέχρι και την 8.3.2003. Προς αποκατάσταση της υγείας της η τελευταία δαπάνησε τα ακόλουθα ποσά: 1) για αμοιβή της αποκλειστικής νοσοκόμου Ε. Σ. ,την οποία απασχόλησε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο παραπάνω νοσοκομείο, επί 2 νύκτες ,γιατί δεν μπορούσε από μόνη της να αυτοεξυπηρετηθεί, το ποσό των (2 νύκτ. Χ 51,936 =) 102,78 ευρώ, 2) για 14 επισκέψεις σε απογευματινό ιατρείο του εν λόγω νοσοκομείου για παρακολούθηση της εξέλιξης της υγείας της και παροχή απαραιτήτων συμβουλών για την ανάρρωση της το ποσό των (14 χ 75€ =) 1.050 ευρώ, 3) για αμοιβή της φυσικοθεραπεύτριας Μ. Α. , για φυσιοθεραπείες, κατόπιν συστάσεως του θεράποντος ιατρού της, το ποσό των 2.254 ευρώ, 4) για αμοιβή του ιατρού Π. Π. , για οφθαλμολογική εξέταση, το ποσό των 40 ευρώ, 5) για αγορά απαραιτήτων ορθοπεδικών ειδών (τιράντα ανάρτησης, μαξιλάρια, ενδύματα , βάρη 2 και 3 κιλών), κρεμών προσώπου και ακτινογραφία το συνολικό ποσό των171,88 ευρώ, 6) για λήψη βελτιωμένης τροφής, πλούσιας σε πρωτεΐνες και ασβέστιο, κατόπιν συστάσεως των θεραπόντων ιατρών της , για 3 μήνες μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο, το ποσό των (90 ημ. Χ 4,40€ =) 396 ευρώ και 7) στην Ε. Κ., την οποία προσέλαβε ως οικιακή βοηθό για έξι (6) συνολικά μήνες, επειδή ήταν ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί , το ποσό των (180 χ 26 €=) 4.680 ευρώ. Επίσης στο ίδιο ατύχημα καταστράφηκε το δερμάτινο ημίπαλτο, μάρκας ROBERTO CAVALLI, που φορούσε και το δερμάτινο παντελόνι, της ίδιας ως άνω μάρκας, αξίας 600 και 300 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά 900 ευρώ. Επομένως, η συνολική ζημιά της ενάγουσας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 9.594,66 ευρώ, η οποία πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας της (20%) και να της επιδικασθεί το ποσό των 7.675,72 ευρώ." Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 7.675,72 ευρώ για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου, δαπάνη νοσηλείων, λήψη βελτιωμένης τροφής, αμοιβή οικιακής βοηθού για έξι μήνες από του τραυματισμού της και καταστροφή του δερμάτινου ημίπαλτου και πανταλονιού της αναιρεσείουσας, απέρριψε δε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό του διατακτικού προς το αιτιολογικό της, το αίτημα των υπό κρίση αγωγών, για την καταβολή αποζημιώσεως για την καταστροφή μίας μπλούζας, ενός ζεύγους γυαλιών οράσεως, ενός ζεύγους παπουτσιών, μίας τσάντας, ενός αδαμάντινου σταυρού, ενός ζεύγους αδαμάντινων σκουλαρικιών, και ενός χρυσού ρολογιού, συνολικής αξίας 9.002 ευρώ, ως και την καταβολή αποζημιώσεως για τα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν, επί πλέον, για την αμοιβή της οικιακής βοηθού Ε. Κ. για το χρονικό διάστημα από 10.3.2002 μέχρι 18.2.2004, συνολικού ποσού 8.580 ευρώ, δοθέντος ότι κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα, κατά τους αγωγικούς της ισχυρισμούς, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, χωρίς διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος αυτού της αγωγής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε ως προς τo κρίσιμo ζήτημα της υπάρξεως συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσείουσας στην επέλευση του ατυχήματος, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ` ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αφού η αποδιδομένη στην αναιρεσείουσα πιο πάνω αμελής συμπεριφορά, κατά την αποβίβασή της από το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως δεν αντιφάσκει προς τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση η από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αντιθέτως από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση, αφού δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής για της επιδίκαση των ως άνω ποσών των 9.002 και 8.580 ευρώ, ως και τον προσδιορισμό των οφειλομένων τόκων επί των επιδικασθέντων ποσών των 7.675,72 και 10.000 ευρώ χωριστά για κάθε μία των από 22.4.2003 και 18.2.2004 αγωγών, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 346 του Α.Κ.. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

ΙΙΙ). Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ. ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ` αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ` εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Α.Π 6/2009 Ολ). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης των 10.000 ευρώ, είναι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή των τρίτου, τετάρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως, κατά το κεφάλαιο, με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα των υπό κρίση αγωγών, για την καταβολή αποζημιώσεως για την καταστροφή μίας μπλούζας, ενός ζεύγους γυαλιών οράσεως, ενός ζεύγους παπουτσιών, μίας τσάντας, ενός αδαμάντινου σταυρού, ενός ζεύγους αδαμάντινων σκουλαρικιών, και ενός χρυσού ρολογιού, συνολικής αξίας 9.002 ευρώ, την καταβολή αποζημιώσεως για τα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν, επί πλέον, για την αμοιβή της οικιακής βοηθού Ε. Κ. για το χρονικό διάστημα από 10.3.2002 μέχρι 18.2.2004, συνολικού ποσού 8.580 ευρώ, ως και τον προσδιορισμό των τόκων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, μόνον ως προς το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα μέρη, την ως άνω 877/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ