Legislator Case Law & Legislation
1102/2010 AI generated

1102/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1102/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1102/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση τόσο της υπ' αριθμ. 811/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου όσο και της υπ' αριθμ. 3469/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου, με την οποία η έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) κατά της άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1102 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1...., 2. ... και 3. ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολύκαρπο Σαγρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φλώρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 811/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3469/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1375/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Ήδη η υπόθεση έρχεται προς συζήτηση με την από 20-2-2009 κλήση του καλούντος-αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της ο καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 552 Κ.Πολ.Δ. με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση τόσο της υπ' αριθμ. 811/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου όσο και της υπ' αριθμ. 3469/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου, με την οποία η έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) κατά της άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, καθ' όσον ζητείται η αναίρεση της απόφασης του Πρωτοδικείου, είναι απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την πλημμέλεια ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη, αν και ήταν νόμω αβάσιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή. Και στις δυο περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και, συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσεως.

Αίτημα της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκαση τους από την επίδοση της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό (Ολ.ΑΠ 10/207). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:

Με την αγωγή του εναντίον των ήδη αναιρεσειόντων, όπως το καταψηφιστικό αίτημα αυτής περιορίστηκε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε αναγνωριστικό, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι με την υπ' αριθμ. 591/1997 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής αυτού εναντίον των εναγομένων, καταδικάσθηκαν αυτοί να του καταβάλουν η πρώτη 198.762,58 ευρώ, ο δεύτερος 159.340,55 ευρώ και η τρίτη 232.047 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής του, ήτοι από 18.3.1997.

Ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν σ' αυτόν τους επιδικασθέντες με την άνω απόφαση τόκους του κεφαλαίου, το ποσό των οποίων, για τη διετία μετά τη 18.3.1997, ανέρχεται σε 228.303,33 ευρώ για την πρώτη εναγομένη, σε 183.022,27 ευρώ για τον δεύτερο και σε 266.534 ευρώ για την τρίτη. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 296 παρ.1 ΑΚ, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν ο καθένας τα άνω ποσά τόκων νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του.

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, δικάζοντας έφεση των εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την έφεση, δεχθέν (όπως και το πρωτοδικείο) ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα τα άνω ποσά, για τόκους τόκων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, καθόσον, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, η ως άνω αγωγή κατέστη νόμω αβάσιμη, έπαυσε δηλαδή να έχει έρεισμα στην εν λόγω διάταξη, κατά την οποία ως "αγωγή" νοείται η καταψηφιστική, και άρα η επίδοσή της δεν γεννά το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα ανατοκισμού.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 1(όχι 19) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 28.7.2006 αίτηση των ..., ... και ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3469/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ