Legislator Case Law & Legislation
1102/2008 AI generated

1102/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1102/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1102/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 43/2005, 10/1997). Στην περίπτωση αυτή αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τοπικού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής.

Keywords

AI generated
customs tax fraud drawer of a bill consignor fraudulent inducement fraudulent obtaining of a benefit authorized representative
AI generated
1071/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1399/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 4744/2005 μη οριστική και 5565/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους.
1844/2010
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.
153/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
915/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1587/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1102 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1102/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπασταύρου.

Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3219/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3871/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 2-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

ΑΠ 43/2005, 10/1997). Στην περίπτωση αυτή αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τοπικού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής.

Η ύπαρξη της απαιτήσεως δεν αποτελεί στην περίπτωση αυτή προδικαστικό ζήτημα για την παραδοχή της ανακοπής, και ως εκ τούτου, δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως αυτό από το δικαστήριο της ανακοπής. Εξ αυτού παρέπεται ότι η απόφαση που δέχεται την ανακοπή επειδή δεν συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής, δημιουργεί δεδικασμένο που περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή μη της διαταγής πληρωμής και δεν εκτείνεται στην ύπαρξη και το μέγεθος της απαιτήσεως (Ολ.

ΑΠ 10/1997, ΑΠ 1114/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε, μετά συνεκτίμηση όλων των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα, ότι αποδεικνύεται η αγωγική απαίτηση του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, ύψους 205429,20 ευρώ (70.000.000 δραχμών) στηριζόμενη στις διατάξεις περί εντολής και αδικοπραξίας.

Περαιτέρω, αναφορικά με τον κρινόμενο πρώτο λόγο αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ενόψει της αρνήσεως του αναιρεσείοντος να επιστρέψει το πιο πάνω χρηματικό ποσό στον αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος εξέδωσε σε βάρος του την 13039/2000 διαταγή πληρωμής και κατ' αυτής ο αναιρεσείων άσκησε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την 3852/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επί της ασκηθείσης εφέσεώς του κατ' αυτής εκδόθηκε η 4987/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι δεν αποδεικνυόταν από τα προσκομιζόμενα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα η απαίτηση για την καταβολή του ως άνω ποσού και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.

Ότι από την απόφαση αυτή, με την οποία απαγγέλθηκε η ακυρότητα του τίτλου λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ήτοι της μη συνδρομής της διαδικαστικής προϋποθέσεως της εγγράφου αποδείξεως της απαιτήσεως προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, δημιουργήθηκε δεδικασμένο μόνο για το δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή όχι της διαταγής πληρωμής και όχι για την ύπαρξη και το κύρος της απαιτήσεως, καθόσον η ύπαρξη της απαιτήσεως δεν απετέλεσε στην περίπτωση αυτή προδικαστικό ζήτημα για την παραδοχή της ανακοπής και δεν ερευνήθηκε παρεπιπτόντως από το Δικαστήριο της ανακοπής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε ότι δεν δημιουργείται για την παρούσα δίκη, δεδικασμένο από την προηγούμενη 4987/2003 απόφασή του, γιατί το δεδικασμένο εκείνο περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή μη της διαταγής πληρωμής, το οποίο και είχε κριθεί, δηλαδή στο ζήτημα αν συνέτρεχε ή όχι η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής.

Με την αιτιολογία αυτή το Εφετείο απέρριψε τον περί δεδικασμένου λόγο έφεσης ως αβάσιμο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά αποφάνθηκε για την ανυπαρξία δεδικασμένου στην προκείμενη δίκη επί της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, που έχει ως αντικείμενο την απόδοση σ' αυτόν του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού βάσει των διατάξεων περί εντολής και αδικοπραξίας.

Και τούτο διότι, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση της προαναφερόμενης 4987/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το δικάσαν τότε Εφετείο επιλήφθηκε του λόγου ανακοπής περί μη συνδρομής της διαδικαστικής προϋπόθεσης της εγγράφου αποδείξεως της απαιτήσεως προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και για το λόγο αυτό απαγγέλθηκε η ακυρότητα και συνεπώς σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δημιουργήθηκε εκ της αποφάσεως αυτής δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή μη της διαταγής πληρωμής μη επεκτεινόμενο και στην ύπαρξη και στο μέγεθος της απαιτήσεως.

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της επίδικης απαίτησης από την ως άνω 4987/2003 προηγούμενη απόφασή του, είναι αβάσιμος. Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα δικαίου, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, δικάζοντας επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 22-10-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και είχε επιδικασθεί στον πρώτο το εκ μέρους του δευτέρου-στο πλαίσιο υπάρχουσας μεταξύ τους συμβάσεως εντολής-οφειλόμενο ποσό των 205.429,20 ευρώ, δέχθηκε τα εξής:

Δυνάμει συμβάσεως εντολής καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων προφορικώς, ο αναιρεσίβλητος, έχοντας στην κυριότητα του 2.500 ανώνυμες μετοχές της εταιρίας "GLOBUS HOTELS Α.Ε.Ξ.Τ.Ε", ανέθεσε στον αναιρεσείοντα την πώλησή τους προς την εταιρία "COSMOTELS Α.Ε.Ξ.Τ.Ε." αντί τιμήματος 100.000.000 δραχμών, σε εκτέλεση δε της εντολής ο αναιρεσείων στις 18-10-1993 πώλησε στην τελευταία εταιρία τις μετοχές αντί του άνω τιμήματος, το οποίο πιστώθηκε με τη συμφωνία να καταβληθεί σε τρεις δόσεις.

Για τον λόγο αυτό, ο αναιρεσείων εξέδωσε 200 συναλλαγματικές, ποσού 500.000 δραχμών η κάθε μία, τις οποίες η αγοράστρια εταιρία αποδέχθηκε, ενώ επιπλέον, προς εξασφάλιση της πληρωμής του τιμήματος, ενεγράφη υπέρ του αναιρεσείοντος, με βάση σχετική δικαστική απόφαση, προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 135.000.000 δραχμών, επί του ευρισκόμενου στο .....

και χρησιμοποιούμενου ως ξενοδοχείου Α' κατηγορίας πενταώροφου κτηρίου της αγοράστριας. Λόγω μη εξοφλήσεως των άνω συναλλαγματικών κατά τη λήξη τους, εκδόθηκε βάσει αυτών, σε βάρος της αποδέκτριας, διαταγή πληρωμής, ενώ το ανωτέρω ξενοδοχείο εκπλειστηριάσθηκε στις 20-7-1994 με αναδειχθείσα υπερθεματίστρια την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη συγχωνευθείσα με απορρόφησή της από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Ο αναιρεσείων, έχοντας αναγγελθεί στον πλειστηριασμό, πέτυχε να εκδοθεί, σε βάρος της υπερθεματίστριας, διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία η τελευταία του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 206.551.334 δραχμών για κεφάλαιο και τόκους, στο πλαίσιο δε της ανωτέρω συμβάσεως εντολής, ο ίδιος απέδωσε στον αναιρεσίβλητο στις 24-6-1998 το συνολικό (με τα έξοδα) ποσό των 208.957.954 δραχμών, καταθέτοντας, κατ' εντολή του τελευταίου, την επ' ονόματι αυτού (αναιρεσείοντος) εκδοθείσα με αριθμό ......

τραπεζική επιταγή στον τηρούμενο στη Λαϊκή Τράπεζα λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρίας ".....". Εν συνεχεία, ο αναιρεσίβλητος, πιστεύοντας ότι ο αναιρεσείων, λόγω της εκδόσεως της ειρημένης τραπεζικής επιταγής στο όνομά του και λόγω της εκ μέρους του εισπράξεως του αντίστοιχου χρηματικού ποσού, ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει τον αναλογούντα στο ποσό αυτό φόρο εισοδήματος, του κατέβαλε προς τούτο, τμηματικώς, μέσω του τηρούμενου στη Λαϊκή Τράπεζα λογαριασμού της εταιρίας ".....", της οποίας ήταν μόνο πληρεξούσιος, το ποσό των 70.000.000 δραχμών, κατόπιν σχετικής εντολής αυτού (αναιρεσιβλήτου) προς την εν λόγω Τράπεζα.

Ειδικότερα, οι τμηματικές καταβολές εγίνοντο, σύμφωνα με τις οδηγίες του αναιρεσιβλήτου προς την άνω αλλοδαπή εταιρία, από το ποσό των 206.551.334, δραχμών, που είχε κατατεθεί στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό από τον αναιρεσείοντα και το οποίο ανήκε στον αναιρεσίβλητο. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι, κατά τη φορολογική νομοθεσία, υπόχρεος για την πληρωμή του προαναφερθέντος φόρου εισοδήματος δεν ήταν ο αναιρεσείων αλλά ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος και πράγματι υπέβαλε σχετική δήλωση στην αρμόδια ΔΟΥ.

Ωστόσο, ο αναιρεσείων αρνείτο να αποδώσει το ποσό των 70.000.000 δραχμών στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, κατόπιν τούτου, τον κάλεσε στις 26-3-1999, με εξώδικο έγγραφο, να το επιστρέψει, πλην όμως και πάλι αρνήθηκε, ιδιοποιηθείς το ποσό αυτό παρανόμως. Ακολούθως, το εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω χρηματικό ποσό, απέρριψε την έφεση του πρώτου και, αφού δέχθηκε την έφεση του δευτέρου, δέχθηκε εν όλω την αγωγή του.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς την κατάρτιση και τη λειτουργία της επίμαχης συμβάσεως εντολής, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή η της εφαρμογής των άνω διατάξεων.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3871/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ