1102/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Αιμιλία Λίτινα– Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Legislator headnote
AI generated1102/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις συγκλίνουσες αυτές ψευδείς διαβεβαιώσεις των οι τέσσερις ανωτέρω κατηγορούμενοι έπεισαν τον μηνυτή να δανείσει τους τρίτο και τέταρτο τούτων ....., το ποσό των 390.000.000 δραχμών, για το οποίο παρέδωσαν σ'αυτόν επιταγές αντίστοιχης αξίας εκδόσεως του τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων και να προβεί αυτός στη συνέχεια στις κατωτέρω αναφερόμενες πράξεις και να υποστεί την προσδιοριζόμενη κατωτέρω περιουσιακή ζημία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1102 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2006
ΤοΔικαστήριο του Αρείου Πάγου
ΣΤ΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Αιμιλία Λίτινα– Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 944/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1881/2005.
΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό πρωτ. 28/26-1-06, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ.1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ.1, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 και 484 παρ.1 στοιχ.α΄ και δ΄ Κ.Π.Δ., ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ1, από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ.944/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής :
Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρεπέμφθη εις το ακροατήριον δια να δικασθή δια απάτην κατά συναυτουργίαν και κατ'εξακολούθησιν, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η αντίστοιχος περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.α' και δ' λόγους.
ΙΙ. Εκ των διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι το παραπεμπτικόν βούλευμα έχει την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν, όταν αναφέρωνται εις αύτο με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της ανακρίσεως πραγματικά περιστατικά, εις τα οποία εστηρίχθη η κρίσις του συμβουλίου δια την συνδρομήν των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, αι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και αι νομικαί σκέψεις, δια των οποίων το συμβούλιον υπήγαγε τα περιστατικά αύτα εις την εφαρμοσθείσαν ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν και έκρινεν, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τελέσεως του εγκλήματος υπό του παραπεμπομένου εις το ακροατήριον κατηγορουμένου (Α.Π. 2137/2004 ΠΛογ 2004 σελ.2624 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντος, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Οι κατηγορούμενοι : 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 2001 έως 7-7-2001, από κοινού, με περισσότερες από μια πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η δε ζημία που προξενήθηκε από την πράξη τους και το συνολικό όφελός των ήταν άνω των 73.000,00 ευρώ.
Ειδικότερα κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, με την ιδιότητά των ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 , ως διευθυντής του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας στο .... και ο δεύτερος Χ2, ως προϊστάμενος καταθέσεων του υποκαταστήματος αυτού, οι δε τρίτος (Χ3) και τέταρτος (Χ4) των κατηγορουμένων (αδέλφια μεταξύ των), ως ιδιοκτήτες βιοτεχνίας επεξεργασίας χάρτου, από κοινού ενεργούντες με κοινό δόλο, παρέστησαν ψευδώς στον μηνυτή Ψ1, του οποίου είχαν αποκτήσει την εμπιστοσύνη, όσον αφορά την επιχείρηση- βιοτεχνία επεξεργασίας χάρτου των αδελφών Χ3 και Χ4, οι μεν δύο πρώτοι των κατηγορουμένων (τραπεζικοί υπάλληλοι) ότι γνωρίζουν εκ των λογαριασμών της επιχείρησης στην Τράπεζά των, ότι είναι οικονομικά εύρωστοι αυτοί ...
διαθέτουν ατομικές καταθέσεις δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, ότι αυτοί ενεργούν εξαγωγές των προϊόντων της επιχείρησής των στο εξωτερικό και ότι έχουν στην κυριότητά των και σε άριστη λειτουργία εργοστάσιο, το οποίο διέθετε ενεργά μηχανήματα και σειρά αυτοκινήτων. Ακόμη οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, προκειμένου να προσδώσουν μεγαλύτερη πίστη στις παραστάσεις τους ως προς την φερεγγυότητά των, ισχυρίστηκαν ψευδώς στον μηνυτή, ότι ο πρώτος τούτων συμμετέχει μέσω παρένθετου προσώπου στη μετοχική σύνθεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ» με ποσοστό 33%, οι δε τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων ότι είναι φερέγγυα πρόσωπα, διαθέτουν επιχείρηση (βιοτεχνία επεξεργασίας χάρτου) με μεγάλο κύκλο εργασιών και τραπεζικούς λογαριασμούς με επαρκή υπόλοιπα για την έκδοση ή οπισθογράφηση επιταγών, καθώς και ατομική περιουσία έκαστος, ικανή να εξασφαλίσει τις χρηματικές απαιτήσεις του από χορήγηση δανείων, είτε σ'αυτούς είτε στους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων.
Ενώ άπαντες γνώριζαν την αλήθεια, η οποία ήταν αφενός ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ήσαν υπάλληλοι Τραπέζης, συνδεόμενοι μετά της Τράπεζας Εργασίας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν διέθεταν έκαστος τούτων μεγάλη περιουσία ικανή να καλύψει απαιτήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων και αφετέρου η επιχείρηση εμπορίας και συσκευασίας χάρτου του τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων στη θέση «.....» στο ......, βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και σχεδόν είχε διακόψει την λειτουργία της, λόγω καταστροφής που επήλθε μετά προηγηθείσα πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε την 8-11-1998 και είχε σαν συνέπεια να καταστραφούν ολοσχερώς τα εμπορεύματά της (πρώτη ύλη και έτοιμο προϊόν), καθώς επίσης και να προκληθούν υλικές ζημιές στα μηχανήματα, ηλεκτρική εγκατάσταση και κτίριο της επιχείρησης και να περιέλθουν αυτοί σε απελπιστική οικονομική κατάσταση.
Με τις συγκλίνουσες αυτές ψευδείς διαβεβαιώσεις των οι τέσσερις ανωτέρω κατηγορούμενοι έπεισαν τον μηνυτή να δανείσει τους τρίτο και τέταρτο τούτων ....., το ποσό των 390.000.000 δραχμών, για το οποίο παρέδωσαν σ'αυτόν επιταγές αντίστοιχης αξίας εκδόσεως του τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων και να προβεί αυτός στη συνέχεια στις κατωτέρω αναφερόμενες πράξεις και να υποστεί την προσδιοριζόμενη κατωτέρω περιουσιακή ζημία.
Συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι την 29-5-2004, ανακοίνωσαν στον μηνυτή ότι βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση εξαιτίας ελλειμμάτων από παράνομες αναλήψεις στην Τράπεζα που εργάζονταν και από οικονομικό άνοιγμα στη Λαϊκή Τράπεζα, την αιτία του οποίου δεν προσδιόρισαν, ποσών 300.000.000 και 528.815.000 δραχμών αντίστοιχα και υπήρχε άμεσος κίνδυνος αποκαλύψεως τούτου (ελλείμματος) και επιβολής κυρώσεων σε βάρος των, λόγω ελέγχου και προκειμένου να καλύψουν το υπάρχον έλλειμμα ζήτησαν από αυτόν να παραδώσει σ'αυτούς άμεσα το ανωτέρω ποσό.
Κατόπιν τούτου ο μηνυτής στις 29-5-2001 ρευστοποίησε προθεσμιακές του καταθέσεις (REPOS) ποσού 200.000.000 δραχμών, τις οποίες παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο (Χ2), ενώ την επόμενη ημέρα (30-5-2001) κατέβαλε και το ποσό των 100.000.000 δραχμών στον πρώτο κατηγορούμενο (Χ1), ήτοι συνολικά κατέβαλε το ποσό των 300.000.000 δραχμών, για το οποίο οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παρέδωσαν στον μηνυτή επιταγές εκδόσεως του τρίτου κατηγορουμένου (Χ3), τις οποίες οπισθογράφησαν αυτοί (δύο πρώτοι κατηγορούμενοι).
Στη συνέχεια δε ο μηνυτής συνήψε σύμβαση δανείου ποσού 528.815.000 δραχμών με το υποκατάστημα Πανεπιστημίου της Λαϊκής Τράπεζας, το οποίο παρέδωσε στους δύο πρώτους κατηγορούμενους. Για εξασφάλιση της αποπληρωμής του ανωτέρω δανείου (ποσού 528.815.000 δραχμών), οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων παρέδωσαν σ' αυτόν (μηνυτή), α) την υπ'αριθμ......
μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 110.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως την 20-12-2001, από μέρους του τετάρτου των κατηγορουμένων (Χ4) εις διαταγή του ιδίου και οπισθογραφημένη από τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων και β) επιταγές πελατών (.... και ....) του τρίτου κατηγορουμένου (Χ3), είτε εις διαταγή τούτου (τρίτου κατηγορουμένου), είτε εις διαταγή του τετάρτου κατηγορουμένου (Χ4).
Τις επιταγές αυτές παρέδωσαν στον μηνυτή ο τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων παρουσία και των δύο πρώτων κατηγορουμένων, διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, διότι πέραν των προσώπων που εξέδωσαν αυτές τα οποία ήταν φερέγγυα, αν παρίστατο ανάγκη θα κάλυπταν τις επιταγές οι ίδιοι (τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων), βρίσκονταν δε σε άριστη οικονομική κατάσταση οι δύο πρώτοι και με εύρωστη επιχείρηση και μεγάλο κύκλο εργασιών οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων.
Ακολούθως δε και αφού δεν πληρώθηκαν εν τω μεταξύ οι ανωτέρω επιταγές κατά τον χρόνο εμφάνισής των προς πληρωμή, συμφωνήθηκε και υπογράφηκε το από 7-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, ρύθμισης πληρωμής και εγγυήσεων μεταξύ του μηνυτή, των κατηγορουμένων και των ....., σύμφωνα με το οποίο οι οφειλέτες (τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων) αναγνώριζαν την οφειλή τους, ποσού 690.000.000 δραχμών και αποδέχθηκαν να καταβάλλουν το ποσό τούτο κατά τον ειδικότερα αναφερόμενο στο συμφωνητικό τμηματικό τρόπο καταβολής του, οι δε πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων ως εγγύηση της πληρωμής της αναφερόμενης στο ιδιωτικό συμφωνητικό οφειλής, παρέδωσαν στον μηνυτή τις αναφερόμενες σ'αυτό επιταγές συνολικού ποσού 400.000.000 δραχμών και ακόμη οι οφειλέτες τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων παρέδωσαν στον μηνυτή τις αναφερόμενες σ'αυτό επιταγές συνολικού ποσού 350.000.000 δραχμών, πλην όμως δεν καταβλήθηκαν οι μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής του οφειλομένου ποσού από μέρους των κατηγορουμένων, ούτε πληρώθηκαν οι επιταγές αυτές κατά τον χρόνο εμφανίσεώς των, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο μηνυτής κατά το ποσό των 1.218.815.000 δραχμών (390.000.000 + 300.000.000 + 528.815.000), ήτοι 3.576.859.87 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια των κατηγορουμένων.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης (άρθρον 386 παρ.3 εδ.β΄ Π.Κ.), αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά εις την προαναφερθείσαν ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφήρμοσεν. Ειδικώτερον εκ της μνείας εις τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπ'όψιν και της κατηγορίας των μαρτυρικών καταθέσεων προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπ'όψιν και αι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και είναι αβάσιμος η σχετική αιτίασις του αναιρεσείοντος. Κατά τα λοιπά πλήττεται απαραδέκτως η περί την εκτίμησιν των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών κρίσις του Συμβουλίου (Α.Π.387/2005 ΠοινΔικ2005 σελ.915 κ.ά.).
ΙΙΙ. Περαιτέρω ουδόλως προκύπτει ότι δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος εις το ακροατήριον ελήφθησαν υπ'όψιν και ηξιοποιήθησαν αποδεικτικώς επιβαρυντικαί δι'αυτόν μαρτυρικαί καταθέσεις του, δοθείσαι κατά την διενεργηθείσαν ένορκον διοικητικήν εξέτασιν εις βάρος του ...., διευθυντού του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τραπέζης εις ....., ούτε τοιαύται καταθέσεις του δοθείσαι εις το πλαίσιον ενόρκου διοικητικής εξετάσεως, διενεργηθείσης υπό της Τραπέζης Eurobank-Ergasias.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος περί απολύτου ακυρότητος. Κατ'ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθή ως αβάσιμος η υπό κρίσιν αναίρεσις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνομεν : I) Να απορριφθή η από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησις αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ.944/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ) Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ζύγουρας»
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συνεπληρώθη με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τελέσεως του εγκλήματος από τον παραπεμπόμενο στο ακροατήριο κατηγορούμενο.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολ0ο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον, ή να συσχετίζονται ειδικώς, ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το αναιρεσιβαλλόμενο υπ' αριθμ. 994/2005 βούλευμά του, με εξ ολοκλήρου αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα σ' αυτή αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τ' ακόλουθα:
Ο μηνυτής Ψ1 είναι έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και για το σκοπό αυτό διατηρεί επιχείρηση στη ...... Παράλληλα με την άσκηση της εμπορίας ο μηνυτής προέβαινε σε εξωτραπεζικό δανεισμό χρηματικών ποσών σε τρίτους καθώς και σε «σπάσιμο» τραπεζικών επιταγών έναντι μη εξακριβωμένου οικονομικού ανταλλάγματος.
Λόγω των ανωτέρω παράλληλων δραστηριοτήτων του ο μηνυτής διέθετε αρκετά σημαντικά χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς (προθεσμιακές καταθέσεις (repo's), αμοιβαία κεφάλαια κλπ). Η Τράπεζα Εργασίας το έτος 1995 άνοιξε και λειτούργησε υποκατάστημά της στο ..... και ως διευθυντής τούτου τοποθέτησε τον υπάλληλό του Χ1 (πρώτο κατηγορούμενο), ενώ στον υπάλληλό της Χ2 (δεύτερο κατηγορούμενο) ανέθεσε καθήκοντα προϊσταμένου καταθέσεων του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβάνοντας στις αρμοδιότητές του και το αντικείμενο των σφραγίσεων των ακάλυπτων επιταγών.
Τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος ήσαν στελέχη της Τράπεζας Εργασίας και εκμεταλλευόμενοι τις ανωτέρω ιδιότητές των στο συγκεκριμένο υποκατάστημα, δημιούργησαν φιλικό δεσμό μετά του μηνυτή, ο οποίος ήταν πελάτης τούτου και πέτυχαν να αποκτήσουν την απόλυτη εμπιστοσύνη του. Κατά τη διάρκεια του έτους 1995 ο μηνυτής μετέφερε σχεδόν το σύνολο των κατατεθειμένων χρημάτων από άλλες Τράπεζες στο νεοσύστατο ανωτέρω υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας και τοποθέτησε αυτά σε διαφόρους τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομά του.
Το συνολικό ποσό των καταθέσεών του στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας ανήλθε στο αρκετά μεγάλο ποσό των 700.000.000 δραχμών περίπου. Μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος προκειμένου να εμφανισθεί στον μηνυτή ως πρόσωπο με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τη δυνατότητα ενός διευθυντή υποκαταστήματος Τράπεζας, ανακοίνωσε σ' αυτόν ότι πέραν της υπαλληλικής του ιδιότητος του διευθυντή του συγκεκριμένου υποκαταστήματος συμμετέχει και ως άτυπο μέλος (μέτοχος)με ποσοστό 33% στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ.» που εδρεύει στην Αθήνα.
Λόγω της αναφερομένης άτυπης σχέσεώς του μετά την ασφαλιστικής εταιρείας, ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από το μηνυτή να «προεξοφλεί» επιταγές της έναντι χρηματικού ανταλλάγματος το ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι όπως αναφέρεται στο από 24-9-2001 έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας, ο μηνυτής, με τη μεσολάβηση του πρώτου κατηγορουμένου (διευθυντή του υποκαταστήματός της στο .....), δάνειζε χρήματα σε τρίτους με μηνιαίο επιτόκιο 4%, από το οποίο ποσοστό 2% έπαιρνε αυτός (μηνυτής) και το υπόλοιπο 2% ο ανωτέρω διευθυντής του υποκαταστήματός της (πρώτος κατηγορούμενος).
Προκειμένου ο πρώτος κατηγορούμενος να κάμψει και την παραμικρή αμφιβολία και διστακτικότητα του μηνυτή υποσχέθηκε ακόμη σ' αυτόν ότι μελλοντικά θα προσλάμβανε σε θέσεις εργασίας στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία τα τέκνα του. Η εμπιστοσύνη του μηνυτή προς το πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου έφθασε σε τέτοιο σημείο, ώστε χορήγησε σ' αυτόν εξουσιοδότηση να ενεργεί τραπεζικές εργασίας αντ' αυτού (μηνυτή) από τους λογαριασμούς του στο υποκατάστημα του ....
του οποίου ήταν διευθυντής. Κατά την απολογία του ο πρώτος κατηγορούμενος στο από 26-9-2003 απολογητικό του υπόμνημα, που εγχείρισε στον 1ο τακτικό Ανακριτή Αθηνών, αναφέρει μια πλειάδα ονομάτων προσώπων (31 ονόματα επιχειρηματιών) τους οποίους κατονομάζει ως θύματα τοκογλυφίας από μέρους του μηνυτή. Το βέβαιο είναι ότι τους περισσότερους αν όχι όλους έφεραν σε επαφή με τον μηνυτή ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς και ο δεύτερος κατηγορούμενος (προϊστάμενος της Τράπεζας στο τμήμα καταθέσεων), οι οποίοι, ως εκ της θέσεώς των, γνώριζαν τις οικονομικές ανάγκες των πελατών του υποκαταστήματός των και φρόντιζαν να παραπέμπουν αυτούς για τον εξωτραπεζικό δανεισμό τους στο μηνυτή ή με την από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου κίνηση κατόπιν εντολής των λογαριασμών τούτου (μυνυτή), εφόσον αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) διέθετε σχετική προς τούτο εντολή για την από μέρους του κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών του, χωρίς μάλιστα την παραμικρή οικονομική διακινδύνευση ζημίας, από τις παράνομες πράξεις των «εξωτραπεζικών δανεισμών» και «σπάσιμο» επιταγών, εφόσον οι ίδιοι διαμεσολαβούσαν και δεν διέθεταν καθόλου χρήματά των.
Το γεγονός αυτό εκτός των άλλων με σαφήνεια προκύπτει και από το με ημερομηνία 25-9-2003 κοινό απολογητικό υπόμνημα ενώπιον του 1ου Ανακριτή Αθηνών των συγκατηγορουμένων αυτών: 1) Χ3, 2) Χ4 και 3) ..... (αδέλφια οι δύο πρώτοι και πατέρας των ο τρίτος) οι οποίοι εκτός των άλλων αναφέρουν σ' αυτό (υπόμνημα) ότι «…..Είναι εντελώς αβάσιμες οι εναντίον μας κατηγορίες αφού εμείς είμαστε τα θύματα των μεθοδεύσεων του μηνυτή και των τραπεζικών, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι αδίστακτα την κατάστασή μας, μα απομύζησαν κυριολεκτικά, αφού εισέπραξαν από εμάς υπερδιπλάσια των ψίχουλων που μα έδιναν…».
Ο δε κατηγορούμενος Χ4 στην από 26-9-2003 απολογία του ενώπιον του ανωτέρω Ανακριτή Αθηνών, αναφέρει εκτός των άλλων σχετικά με τη γνωριμία του αδελφού του Χ3 μετά του μηνυτή τα εξής: «…..Τον Ψ1 πρέπει να τον γνώρισε από τον Χ1 ο αδελφός μου….». Γεγονός που αποδεικνύει την ενεργό συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου (διευθυντή της Τράπεζας) στις αξιόποινες πράξεις με «σπάσιμο επιταγών» και «εξωτραπεζικούς δανεισμούς».
Ο μηνυτής ενδιαφερόμενος για την ανεύρεση «πελατών» προς διενέργεια των ανωτέρω παρανόμων πράξεων εκτός του φιλικού δεσμού του μετά του πρώτου συνδέθηκε και μετά του δευτέρου κατηγορουμένου (προϊσταμένου σφραγίσεων στο υποκατάστημα), ο οποίος λόγω της θέσεώς του στο υποκατάστημα έδινε πληροφορίες στον μηνυτή για την οικονομική κατάσταση πελατών, οι οποίοι είχαν ανάγκη δανεισμού χρημάτων, πλην όμως δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό των οι απαραίτητες εγγυήσεις για τη λήψη τούτων μέσω της Τράπεζας.
Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2001 έως 7-7-2001, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων παρέστησαν στον μηνυτή ψευδή πραγματικά περιστατικά ως αληθινά με σκοπό να αποκομίσει έκαστος τούτων παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα με την ιδιότητά των ο πρώτος ως διευθυντής του συγκεκριμένου υποκαταστήματος και ο δεύτερος ως προϊστάμενος καταθέσεων, οι δε τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων (αδέλφια μεταξύ των) ως ιδιοκτήτες βιοτεχνίας επεξεργασίας χάρτου, από κοινού ενεργούντες με κοινό δόλο, παράστησαν ψευδώς στον μηνυτή, του οποίου είχαν αποκτήσει την εμπιστοσύνη, όσον αφορά την επιχείρηση-βιοτεχνία των αδελφών Χ3 και Χ4, οι μεν δύο πρώτοι των κατηγορουμένων (τραπεζικοί υπάλληλοι) ότι γνωρίζουν εκ των λογαριασμών της επιχείρησης στην Τράπεζά των, ότι είναι οικονομικά εύρωστοι αυτοί ...., διαθέτουν ατομικές καταθέσεις δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, ότι αυτοί ενεργούν εξαγωγές των προϊόντων της επιχείρησής των στο εξωτερικό και ότι έχουν στην κυριότητά των και σε άριστη λειτουργία εργοστάσιο το οποίο διέθετε ενεργά μηχανήματα και σειρά αυτοκινήτων.
Ακόμη οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, προκειμένου να προσδώσουν μεγαλύτερη πίστη στα λεγόμενά τους ως προς την φερεγγυότητά των, ισχυρίστηκαν ψευδώς στον μηνυτή, κατά το ανωτέρω ίδιο χρονικό διάστημα, ότι ο πρώτος τούτων συμμετέχει μέσω παρένθετου προσώπου στην μετοχική σύνθεση της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ» με ποσοστό 33%.
Οι δε τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων ότι είναι φερέγγυα πρόσωπα, διαθέτουν επιχείρηση (βιοτεχνία επεξεργασίας χάρτου) με μεγάλο κύκλο εργασιών και τραπεζικούς λογαριασμούς με επαρκή υπόλοιπα για την έκδοση ή οπισθογράφηση επιταγών, καθώς και ατομική περιουσία έκαστος, ικανή να εξασφαλίσει τις χρηματικές απαιτήσεις του από χορήγηση δανείων είτε σ' αυτούς, είτε στους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων.
Με τις συγκλίνουσες αυτές ψευδείς διαβεβαιώσεις των οι τέσσερις ανωτέρω κατηγορούμενοι έπεισαν τον μηνυτή να προβεί στις παρακάτω αναφερόμενες πράξεις και να υποστεί αυτός την προσδιοριζόμενη περιουσιακή ζημία. Ενώ άπαντες γνώριζαν την αλήθεια, η οποία ήταν αφενός ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ήσαν υπάλληλοι Τραπέζης, συνδεόμενοι μετά της Τράπεζας Εργασίας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν διέθεταν έκαστος τούτων μεγάλη περιουσία ικανή να καλύψει απαιτήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων και αφετέρου η επιχείρηση εμπορίας και συσκευασίας χάρτου του τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων (Χ3 και Χ4) στη θέση «....» στο .....
βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και σχεδόν είχε διακόψει την λειτουργία της, λόγω καταστροφής που επήλθε μετά προηγηθείσα πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε την 8-11-1998 και είχε σαν συνέπεια να καταστραφούν ολοσχερώς τα εμπορεύματά της (πρώτη ύλη και έτοιμο προϊόν), καθώς επίσης και να προκληθούν υλικές ζημιές στα μηχανήματα, ηλεκτρική εγκατάσταση και κτίριο της επιχείρησης και να περιέλθουν αυτοί σε απελπιστική οικονομική κατάσταση.
Ο μηνυτής πείσθηκε από τις ψευδείς συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις των ανωτέρω τεσσάρων κατηγορουμένων και δέχθηκε να «προεξοφλεί» επιταγές του τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων που θα παρέδιδε σ' αυτόν κυρίως ο πρώτος κατηγορούμενος (διευθυντής του υποκαταστήματος). Όταν ο όγκος των επιταγών του τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων που παραδιδόταν στον μηνυτή και τις οποίες αυτός κατείχε αναμένοντας την είσπραξή των μέχρι τέλος Μαϊου του έτους 2001, είχαν φθάσει το συνολικό ποσό των 400.000.000 δραχμών.
Το γεγονός αυτό δημιούργησε ανησυχία στον μηνυτή και εξάρτηση τούτου από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου ως προς την πληρωμή των επιταγών, ο οποίος με την ιδιότητα του διευθυντή έδινε την κύρια ασφάλεια για την ικανοποίηση των απαιτήσεων τούτου (μηνυτού). Οι επιφυλάξεις του μηνυτή επιβεβαιώθηκαν, όταν άρχισαν να μη πληρώνονται οι επιταγές που κατείχε αυτός, με αποτέλεσμα να βρεθεί σε απόγνωση, λόγω του συνολικού ύψους των επιταγών που έπρεπε να πληρούν από τα αναφερόμενα σ' αυτές πρόσωπα ως υπόχρεους.
Την περίοδο εκείνη και υπό το κράτος των ανησυχιών του ο μηνυτής και συγκεκριμένα την 29-5-2001 δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον πρώτο κατηγορούμενο (Χ1), ο οποίος διακατεχόμενος από έντονο φόβο ανακοίνωσε σ' αυτόν ότι έχει κάνει παράνομες αναλήψεις από το υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στο οποίο υπηρετούσε ως διευθυντής, ποσού 300.000.000 δραχμών και επιθυμούσε να συναντηθεί αμέσως μαζί του.
Πράγματι μετά το τηλεφώνημα ο πρώτος κατηγορούμενος συνοδευόμενος από τον δεύτερο κατηγορούμενο εμφανίστηκαν στο γραφείο του μηνυτή και ανέφεραν σ' αυτόν ότι βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση εξαιτίας ελλείμματος στην Τράπεζα που εργάζονταν, το ύψος του οποίου ανέβασαν πλέον στο ποσό των 800.000.000 δραχμών περίπου, που δημιουργήθηκε μετά από ενέργειές τους κατά παράβαση των υπαλληλικών τους καθηκόντων και υπήρχε άμεσος κίνδυνος αποκαλύψεως τούτου (ελλείμματος) και επιβολή κυρώσεων σε βάρος του εν λόγω ελέγχου, ο οποίος είχε αρχίσει και διεξαγόταν από την προηγουμένη ημέρα από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Τράπεζας Εργασίας.
Προκειμένου λοιπόν αυτοί να καλύψουν μερικώς το υπάρχον έλλειμμα ζήτησαν από τον μηνυτή να παραδώσει σ' αυτούς άμεσα το ποσό των 300.000 δραχμών. Ο μηνυτής με δεδομένου ότι μετά από συγκλίνουσες ενέργειες και των δύο πρώτων κατηγορουμένων διακινδύνευε τα χρήματα από τις απλήρωτες επιταγές των αδελφών Χ3 και Χ4 που κατείχε συνολική ονομαστική αξία 390.000 δρχ.
πείσθηκε και έδωσε το αιτούμενο ποσό των 300.000 δρχ. στους δύο πρώτους κατηγορουμένους ως εξής: α) 200.000.000 δραχμές στον δεύτερο κατηγορούμενο (Χ2) σε επιταγές εις διαταγή του ιδίου (μηνυτή), τις οποίες οπισθογράφησε πριν την παράδοσή τους και β) 100.000.000 δραχμές, τα οποία ανέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) από λογαριασμό του μηνυτή κάνοντας χρήση της διαρκούς εντολής που είχε αυτός από τον μηνυτή, προκειμένου να εκτελεί τραπεζικές εργασίες από τους λογαριασμούς τούτου.
Η λήψη τμηματικά των ανωτέρω χρηματικών ποσών από μέρους των δύο πρώτων κατηγορουμένων προκύπτει και από τις σχετικές εγγραφές στην υπ' αριθμ. λογαριασμού ...... καρτέλα καταθέσεων του μηνυτή, που διατηρούσε αυτός στην Τράπεζα Εργασίας ..... Ειδικότερα στις 29-5-2001 ο μηνυτής ρευστοποίησε προθεσμιακές του καταθέσεις (REPO'S) πριν από την ημερομηνία λήξεώς των ποσού 200.000.000 δραχμών.
Την επομένη ημέρα (30-5-2001) ο μηνυτής κατέβαλε και το ποσό των 100.000.000 δραχμών στον πρώτο κατηγορούμενο με τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο. Ο μηνυτής πριν προβεί στην τμηματική καταβολή των χρημάτων (300.000.000 δραχμές), ζήτησε από τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων την παράδοση συναλλαγματικών ή επιταγών δικής των εκδόσεως ως εγγύηση για την από μέρους των επιστροφή τούτου (ποσού).
Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την έκδοση επιταγών από λογαριασμούς των προς τον μηνυτή, λόγω του κινδύνου αποκαλύψεως των πράξεών των και της ιδιότητάς των ως διευθυντή και προϊσταμένου Τράπεζας αντίστοιχα, διότι δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν στην εργοδότρια Τράπεζα την έκδοση των συγκεκριμένων επιταγών σε περίπτωση που λάμβανε αυτή γνώση της εκδόσεως αυτών.
Προ του κινδύνου όμως να μην χορηγηθεί σ' αυτούς το ανωτέρω αιτούμενο ποσό και προκειμένου να κάμψουν την αμφιβολία του μηνυτή, ώστε να χορηγήσει σ' αυτούς το ανωτέρω ποσό των 300.000.000 δραχμών, δέχθηκαν να παραδώσουν στον μηνυτή επιταγές όχι όμως δικής των εκδόσεως, αλλά εκδόσεως του τρίτου κατηγορουμένου (Χ3), στις οποίες θα εμφανίζονταν αυτοί ως οπισθογράφοι τούτων, όπως και τελικά έπραξαν, αφού ο μηνυτής υπαναχώρησε από την αρχική του θέση περί επιταγών ή συναλλαγματικών εκδόσεώς των και δέχθηκε την πρόταση για επιταγές του ανωτέρω (τρίτου κατηγορουμένου) με δική των διαδοχική οπισθογράφηση.
Μετά την ρύθμιση αυτή δέχθηκε ο μηνυτής και κατέβαλε στους δύο πρώτους κατηγορουμένους, αφού έλαβε οπισθογραφημένες από αυτούς επιταγές εκδόσεως του τρίτου κατηγορουμένου (Χ3), το ποσό των 300.000.000 δραχμών τμηματικά, όπως ανωτέρω αναφέρεται. Παράλληλα με την ανακοίνωση του ελλείμματος στην Τράπεζα Εργασίας οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων ανακοίνωσαν στον μηνυτή ότι είχαν και δεύτερο σοβαρότερο πρόβλημα λόγω ανοίγματος και στη Λαϊκή Τράπεζα ποσού 528.815.500 δραχμών, για το οποίο ήταν συνυπεύθυνοι αυτοί (πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων), χωρίς να δώσουν στο μηνυτή περισσότερες λεπτομέρειες για την αιτία της δημιουργίας του δεύτερου οικονομικού ανοίγματος, ικετεύοντας αυτόν να βοηθήσει ώστε να βρουν λύση και στο πρόβλημα αυτό.
Οι ανωτέρω δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, έμπειροι ως εκ της θέσεώς των περί της διαδικασίας λήψεως τραπεζικών δανείων, συνέστησαν στον μηνυτή να λάβει δάνειο από την Λαϊκή Τράπεζα και μάλιστα ανέφεραν σ' αυτόν ότι γνώριζαν τον τότε διευθυντή της ονόματι ......, ο οποίος θα ενεργούσε για την κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως δανείου και λήψη του ποσού από μέρους του.
Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς, λόγω του υπερβολικά μεγάλου και για τις οικονομικές δυνατότητες τούτου (μηνυτή) ποσού του δανείου, δέχθηκε αυτός να εξυπηρετήσει και για το ποσό αυτό (528.815.000 δραχμές) τους ανωτέρω δύο κατηγορουμένους, αποβλέποντας αφενός στις επιτελικές θέσεις που κατείχαν αυτοί στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας και αφετέρου στις διαβεβαιώσεις τούτων και την οικονομική των επιφάνεια και ειδικότερα στην οικονομική επιφάνεια του πρώτου κατηγορουμένου (Χ1) ο οποίος, όπως ανωτέρω αναφερόταν, διαβεβαίωνε τον μηνυτή ότι εκτός της θέσεώς του ως Διευθυντή του υποκαταστήματος, παράλληλα συμμετείχε με παρένθετο πρόσωπο με ποσοστό 33% στην ανωτέρω ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ.», καθώς και στην οικονομική επιφάνεια των τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων, οι οποίοι θα εξέδιδαν αντίστοιχες του ποσού του δανείου επιταγές και της οικονομικής ευρωστίας της αναφερομένης επιχειρήσεώς των.
Άλλωστε αυτός θα οπισθογραφούσε επιταγές που κατείχαν ο τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων (Χ3 και Χ4), οι οποίοι ήσαν φερέγγυοι και διέθεταν εύρωστη και σε ανοδική πορεία επιχείρηση, όπως ψευδώς διαβεβαίωναν εν γνώσει με ψευδείς συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις και οι τέσσερις ανωτέρω αναφερόμενοι κατηγορούμενοι.
Πράγματι με πρωτοβουλία και βοήθεια του τότε Διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας ....., η καταλυτική παρέμβαση του οποίου δεν ήταν σύμφωνη με τον κανονισμό της και τις εγκύκλιες εντολές της Τράπεζας προς του υπαλλήλους της, καταρτίστηκε η σύμβαση δανείου ποσού 528.815.000 δραχμών. Ο μηνυτής το ποσό του ανωτέρω δανείου παρέδωσε στους ανωτέρω αναφερομένους τέσσερις πρώτους κατηγορουμένους.
Το γεγονός ότι η κατάρτιση του αναφερομένου δανείου δεν ήταν σύμφωνη με τις διαταγές και τις εγκυκλίους της δανείστριας Τράπεζας (Λαϊκή Τράπεζα), προκύπτει και από την επέμβαση της Τράπεζας μετά τη λήψη του δανείου και την διεξαγωγή ένορκης διοικητικής εξέτασης σε βάρος του ανωτέρω μεσολαβήσαντος διευθυντή της), ο οποίος εξαιτίας της παρεμβάσεώς του μετατέθηκε δυσμενώς.
Το ανωτέρω δάνειο στην Λαϊκή Τράπεζα καταρτίστηκε ως εξής: ο Χ3 (τρίτος κατηγορούμενος), εξέδωσε «πούλησε» επιταγές στο άνω υποκατάστημα της Τράπεζας, τις οποίες είχε οπισθογραφήσει ο μηνυτής συνολικού ύψους 528.000.000 δραχμών, πλην όμως οι επιταγές αυτές έμειναν ακάλυπτες. Για εξασφάλιση της αποπληρωμής του ανωτέρω δανείου (ποσού 528.815.000 δραχμών), οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων παρέδωσαν σ' αυτόν (μηνυτή), α) την υπ' αριθμ. .....
μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 110.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως την 20-12-2001, από μέρους του τετάρτου των κατηγορουμένων (Χ4) εις διαταγή του ιδίου και οπισθογραφημένη από τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων και β) επιταγές πελατών (....και .....) του τρίτου κατηγορουμένου (Χ3), είτε εις διαταγή τούτου (τρίτου κατηγορουμένου, είτε εις διαταγή του τετάρτου κατηγορουμένου (Χ4).
Τις επιταγές αυτές παρέδωσαν στον μηνυτή ο τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων παρουσία και των δύο πρώτων κατηγορουμένων, διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, διότι πέραν των προσώπων που εξέδωσαν αυτές τα οποία ήταν φερέγγυα, αν παρίστατο ανάγκη θα κάλυπταν τις επιταγές οι ίδιοι (τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων), βρίσκονταν δε σε άριστη οικονομική κατάσταση οι δύο πρώτοι και με εύρωστη επιχείρηση και μεγάλο κύκλο εργασιών οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων.
Ακολούθως δε και αφού δεν πληρώθηκαν εν τω μεταξύ οι ανωτέρω επιταγές κατά τον χρόνο εμφάνισής των προς πληρωμή, συμφωνήθηκε και υπογράφηκε το από 7-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, ρύθμισης πληρωμής και εγγυήσεων μεταξύ του μηνυτή, των κατηγορουμένων και των ... , σύμφωνα με το οποίο οι οφειλέτες (τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων) αναγνώριζαν την οφειλή τους, ποσού 690.000.000 δραχμών και αποδέχθηκαν να καταβάλουν το ποσό τούτο κατά τον ειδικότερα αναφερόμενο στο συμφωνητικό τμηματικό τρόπο καταβολής του, οι δε πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων ως εγγύηση της πληρωμής της αναφερόμενης στο ιδιωτικό συμφωνητικό οφειλής, παρέδωσαν στον μηνυτή τις αναφερόμενες σ' αυτό επιταγές συνολικού ποσού 400.000.000 δραχμών και ακόμη οι οφειλέτες τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων παρέδωσαν στον μηνυτή τις αναφερόμενες σ' αυτό επιταγές συνολικού ποσού 350.000.000 δραχμών, πλην όμως δεν καταβλήθηκαν οι μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής του οφειλομένου ποσού από μέρους των κατηγορουμένων, ούτε πληρώθηκαν οι επιταγές αυτές κατά τον χρόνο εμφανίσεώς των, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο μηνυτής κατά το ποσό των 1.218.815.000 δραχμών (390.000.000+300.000.000+528.815.000), ήτοι 3.576.859.87 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια των κατηγορουμένων, το ποσό δε αυτό είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.
Έπειτα από τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73000,00 ευρώ από κοινού και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα, δεχόμενο την από 26-11-2004 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του υπ' αριθμ. 4268/2004 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών περιέλαβε στο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 386 παρ. 1β, α και 3 ΠΚ, όπως η παράγραφος 3 του άρθρου νατικ. Με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων από τους παραπεμπομένους στο ακροατήριο κατηγορουμένους.
Ειδικότερα είναι αβάσιμη και η, αποτελούσα περιεχόμενο του 2ου λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αιτίαση, ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και τούτο διότι από το στην αρχή του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος διαλαμβανόμενο «από τις καταθέσεις δε των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος,…….προκύπτει ότι η χωρίς διάκριση σε μάρτυρες κατηγορίες και υπεράσπισης, σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και τις τελευταίες. Η στο βούλευμα μνεία της κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας ...., δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, εν όψει του ότι αυτό αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και το είδος τους που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές του, και ότι εξήρε απλώς τη σημασία της ως άνω κατάθεσης.
Οι υπό την επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λοιπές αιτιάσεις του 2ου λόγου για εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, της απολογίας του κατηγορουμένου και των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
Επίσης αβάσιμες είναι όλες οι αιτιάσεις που αποτελούν περιεχόμενο του 3ου, 4ου και 5ου λόγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις οποίες προβάλλεται ότι υπάρχουν ασάφειες και λογικά κενά στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα κανένα λογικό κενό ούτε ασάφεια δεν υπάρχει. Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι ανωτέρω από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεση που υποστηρίζουν τ' αντίθετα.
Τέλος, ως αβάσιμος πρέπει ν' απορριφθεί ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του τις από Αύγουστο 2001 καταθέσεις του αναιρεσείοντος κατά τις ενεργηθείσες ένορκες διοικητικές εξετάσεις που δόθηκαν πριν από την υποβολή της κατ' αυτού μηνύσεως του εγκαλούντος και τις οποίες (ένορκες διοικητικές εξετάσεις) διενήργησαν α) η Λαϊκή Τράπεζα κατά του Δ/ντού του υποκαταστήματος αυτής..... για το ως άνω δάνειό του προς τον μηνυτή, με εγγύηση .... και β) η Τράπεζα Εργασίας. Και τούτο, διότι όπως από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει, δεν μνημονεύεται σ' αυτό, ούτε από κάποια αναφορά του προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο και αξιοποίησε καμμιά κατάθεση, του αναιρεσείοντα κατά της παραπάνω ένορκης διοικητικής εξετάσεως, από τις οποίες ειρήσθω μόνο στην πρώτη γίνεται ρητή αναφορά στο σκεπτικό του προσβαλομένου βουλεύματος, ενώ όσον αφορά την δεύτερη, το Συμβούλιο μνημονεύει απλώς το από 29/9/2001 έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας, χωρίς καμμιά αναφορά σε ένορκη διοικητική εξέταση ή σε συναπτόμενα σ' αυτά από 28-8-1991 έγγραφη απάντησή του (αναιρεσείοντα) σε τεθέν απ' αυτήν ερωτηματολόγιο όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί εξ ολοκλήρου η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 944/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2006. Και,
Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ