Legislator Case Law & Legislation
1101/2021 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on procedural grounds, ruling the appeal was inadmissible due to lack of discretionary power.

Case Number 1101/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding debt forgiveness. The bank argued the lower court violated the principle of proportionality by deeming the debt non-existent, which would cause excessive financial loss. The court rejected this claim because the lower court did not exercise discretionary power; it was legally bound to apply specific statutory provisions that mandated the debt's cancellation. Consequently, the appeal was found procedurally inadmissible as it lacked a valid basis for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 2 of the Constitution; The appeal is inadmissible when the lower court's decision does not involve an exercise of discretionary power, thereby precluding a review for violation of the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility principle of proportionality discretionary power statutory provisions debt forgiveness bankruptcy proceedings appeal review

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 2 paragraph 1 and 25 of the Constitution
Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημης προς την παραπάνω εξουσιοδότητη του άρθρου 68 § 2 ν.
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1101 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1101/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαφείριο Τσολακίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννάτο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2018 αίτησή της και τους από 9/9/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Εν προκειμένω, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 20-09-2018 (με αρ. κατάθεσης 86/2018) αίτηση αναίρεσης και, β) οι από 09-09-2020 (με αρ. κατάθεσης 69/2020) πρόσθετοι λόγοι της. Η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 53/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, που συνεκφωνήθηκαν πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ' άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, ΑΠ 568/13).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1062/2014, (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Περαιτέρω, κατά την ταυτόσημη προς το καταργηθέν, άρθρο 68 ν. 3601/2007, διάταξη του άρθρου 145 ν. 4261/2014 "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α' 94) και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.

β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. ...δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.

Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος,... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα...". Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημης προς την παραπάνω εξουσιοδότητη του άρθρου 68 § 2 ν. 3601/2007 απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007.

Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.

Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Τέλος, κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κωδικός (ΠτΚ) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.

Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσίβλητη, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 145 ν. 4261/14 μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθ. 68 ν.3601/2007 εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (ΑΠ 822/2015), οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.

Οι πιστωτές της εκκαθαρίσεως ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτωχεύσεως, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης εφαρμοζόμενη επί της εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθαρίσεως) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος.

Από τη σαφή (γραμματική) διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στις ρυθμίσεις αυτών εμπίπτουν μόνο οι πιστωτές (της εκκαθαρίσεως, εν προκειμένω), όχι, όμως και οι οφειλέτες αυτής, οι οποίοι και σε περίπτωση, που επιδιώκουν με αγωγή την αναγνώριση ανυπαρξίας ή μειωμένης οφειλής τους προς το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, δεν καθίστανται, εξ αυτού του γεγονότος, πιστωτές, από οφειλέτες του, αφού δεν μεταβάλλεται, εξ αιτίας αυτού, η έννομη, συμβατική, σχέση, που τους συνδέει με το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, ήτοι της δανειακής σύμβασης, με την οποίαν αυτοί έχουν συμβληθεί ως δανειολήπτες - οφειλέτες του (ΑΠ 22/2020).

Σημειουμένου εδώ, προς ενίσχυση του ανωτέρω συμπεράσματος, ότι αν, πράγματι, ήθελε τούτο (δηλ. αναστολή όλων, ανεξαιρέτως, των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κλπ., συμπεριλαμβανομένων και αυτών των οφειλετών του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος) ο Νομοθέτης, θα συμπεριελάμβανε στις ρυθμίσεις των ανωτέρω διατάξεων και τις περιπτώσεις αυτές, που, ασφαλώς, τελούσαν σε γνώση του, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές (ρυθμίσεις) τέθηκαν, ειδικά, για τη διαδικασία εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως, εν προκειμένω, είναι και το αναιρεσείον.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρείας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες. Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.

Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν, εκ μέρους των πιστωτών, αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη τη συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας.

Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις. Σε τέτοια περίπτωση, το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το αρθρ. 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε την συνέχιση της διαδικασίας είτε την συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων.

Συνεπώς, δεν υποχρεούται ο ειδικός εκκαθαριστής να συμπεριλάβει σχετικό ισχυρισμό περί του απαραδέκτου της διαδικασίας και της συνέχισης της δίκης. Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου, με βάση την ΚΠολΔ 559 παρ. 1 (ΑΠ 822/2015).

Με τους πρώτο κύριο και πρώτο πρόσθετο λόγους, της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι, όμως, ορθώς εκτιμώνται, αμφότεροι, σύμφωνα με τ' αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, ως από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον, υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, μέμφεται το Εφετείο ότι, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 145 ν. 4261/2014 (68 ν. 3601/2006) και 25 ΠτΚ, δεν κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αντιδίκου του, θεμελιωθείσα επί της διατάξεως του άρθρου 39 ν. 3251/2004 και με την οποία αυτός, ως οφειλέτης του (αναιρεσείοντος) από δανειακές συμβάσεις, ζήτησε, επικαλούμενος ότι έχει συντελεσθεί απόσβεση της χρηματικής ενοχής του (αναιρεσείοντος πιστωτικού ιδρύματος), να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της αντίστοιχης χρηματικής του υποχρέωσης, καθόσον δέχθηκε (το Εφετείο) ότι η ασκούμενη με την εν λόγω αγωγή αξίωση δεν εμπίπτει στην από τη διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ προβλεπόμενη αυτοδίκαιη, λόγω της θέσεώς του σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατ' αυτού (αναιρεσείοντος), προς εκπλήρωση των απαιτήσεων τους.

Στην προκείμενη περίπτωση από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσης προκύπτει ότι, το Εφετείο, απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος πιστωτικού ιδρύματος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίον αυτό παραπονείτο γιατί εσφαλμένα δεν κηρύχθηκε με αυτή απαράδεκτη η ένδικη αγωγή, με τις ακόλουθες, αναφορικά με το κρίσιμο, για την έκβαση της δίκης, ως άνω ζήτημα, παραδοχές: "...Με την υπ' αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως ΤΠ 28/2015 αγωγή ο ενάγων εξέθετε ότι για την κάλυψη των αναγκών ανάπτυξης της χοιροτροφικής επιχείρησης που εκμεταλλεύεται συμφώνησε με την εναγομένη, κατά την περίοδο μεταξύ της 4-6-1985 έως την 15-10-1991, τη χορήγηση από την τελευταία προς τον ίδιο των έξι μεσοπρόθεσμων δανείων, που μνημονεύονται στην αγωγή, ποσού εκάστου 4.200.000, 5.700.000 2.600.000 550.000 1.200.000 και 800.000 δρχ, καθώς και τη λειτουργία των τριών αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 3.000.000, των 5.000.000 και των 5.000.000 δρχ.

η καθεμία. 'Οτι τα δάνεια ύψους 4.200.000 και 5.700.000 δρχ. λόγω λήψεως επιδότησης, διαμορφώθηκαν ανερχόμενα σε 1.570.000 και, 2.100.000 δρχ. αντιστοίχως. Ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή ρύθμιση κάποιων ληξιπρόθεσμων δόσεων των δανείων συντελέστηκε με τις από 5-2-1990 και 2-1-1995 πρόσθετες δανειστικές συμβάσεις, που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών.

Ότι η δεύτερη των ως άνω πρόσθετων δανειακών συμβάσεων προκάλεσε τη χορήγηση πέντε μεσοπρόθεσμων δανείων ύψους εκάστου 23.972.434, 14.655.554, 5.587.000, 16.026.000 και 2.659.500 δρχ, ενώ τα τρία τελευταία καλύπτονταν από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών τα μέρη συμφώνησαν την υπ' αριθμ …/…-2-2002 πρόσθετη δανειστική σύμβαση, με την οποία διαγράφηκε από τη συνολική οφειλή του ενάγοντος το ποσό των τόκων υπερημερίας, ανερχόμενο σε 352.073,25 ευρώ με χρέωση του λογαριασμού του Ν. 128/1975 και, στη συνέχεια, το υπόλοιπο χρέος, ύψους 222.642,81 ευρώ, ρυθμίστηκε σε νέο δάνειο, αποδιδόμενο με ετήσιες τοκοχρεολυτικές δόσεις εντός της περιόδου από την 31-3-2003 έως την 31-3-2016.

Ότι ο ενάγων υπέβαλε αίτηση υπαγωγής της οφειλής του στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και η εναγομένη με το σχετικό έγγραφό της τον πληροφόρησε ότι οι οφειλές αυτού από τις συμβάσεις χορήγησης πίστωσης ανέρχονται συνολικά σε 37.615.296 δρχ. ή 110.389,72 ευρώ και ότι από την υπ' αριθμ. …./…-2-2002 δανειακή σύμβαση ρύθμισης οφειλών οφείλει ποσό ύψους 238.284,72 ευρώ.

Ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε υπόλοιπο οφειλής προς την εναγομένη, δεδομένου ότι, η τελευταία κατέληξε στον προσδιορισμό των ανωτέρω χρηματικών ποσών ως οφειλόμενων, διότι δεν αφαίρεσε το ποσό των τόκων, που έχει διαγραφεί με χρέωση του λογαριασμού του Ν. 128/1975. Με το ιστορικό αυτό ο ενάγων επεδίωκε να αναγνωριστεί ότι έχει συντελεστεί απόσβεση των οφειλών του προς την ενάγουσα....

Στην συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε από τον ενάγοντα ο οποίος ως οφειλέτης της εναγομένης επικαλείται ότι έχει συντελεστεί η απόσβεση της χρηματικής ενοχής της τελευταίας εναντίον του και επιδιώκει την αναγνώριση της ανυπαρξίας της αντίστοιχης χρηματικής υποχρέωσης αυτού. Συνακόλουθα, η ως άνω αναγνωριστική αγωγή ασκείται από τον οφειλέτη εναντίον, του δανειστή με αίτημα την αρνητική διάγνωση της αξιώσεως τον τελευταίου.

Με τα δεδομένα αυτά ο ενάγων αποκλείεται να χαρακτηριστεί ως πτωχευτικός πιστωτής της εναγομένης, ώστε να ερευνηθεί εάν συντρέχει σε σχέση με - την παραπάνω αγωγή η επικαλούμενη με τον σχετικό λόγο εφέσεως περίπτωση εφαρμογής τον κανόνα της αναστολής των ατομικών διώξεων...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 145 ν. 4261/14 και 25 ΠτΚ, έκρινε παραδεκτή την ένδικη αγωγή και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Και τούτο διότι, η καταγομένη, με την αγωγή αυτή, προς κρίση, διαφορά δεν ενέπιπτε στην, από τη διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (η οποία, κατά τα προεκτεθέντα εφαρμόζεται και στην από το άρθρο 145 ν. 4261/14 ρυθμιζόμενη ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, στην οποία έχει τεθεί η αναιρεσείουσα), αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, καθόσον ο ήδη αναιρεσίβλητος, ενάγων, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν διατηρούσε γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική απαίτηση κατά του υπό ειδική εκκαθάριση αντιδίκου του, πιστωτικού ιδρύματος και, συνακόλουθα, δεν είναι πιστωτής αυτού, αλλά οφειλέτης του, το οποίο και μόνο έχει εκπληρωτέα χρηματική απαίτηση εναντίον του (αναιρεσιβήτου), την ανυπαρξία, της οποίας, μάλιστα, επιδιώκει αυτός, με την ένδικη αγωγή του.

Επομένως, οι προαναφερθέντες, κύριος και πρόσθετος, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, Τράπεζα, υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται: α) Στην παράγραφο 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό), και 5 του παρόντος άρθρου", β) στην παράγραφο 5: "Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση ...

Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο", γ) στην παράγραφο 10 "Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975" και δ) στην παράγραφο 12 "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998... και λοιπές διατάξεις", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων...".

Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη...

Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την ... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.

Τo δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση..." Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001, "Δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου: α) Οφειλές επιχειρήσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές - ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται, β)...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2.912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο), δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.

Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 1433/2015).

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.

Η προβλεπόμενη από την 2η παράγραφο του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει.

Όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως και γι' αυτό η 3η παράγραφος του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα "να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω", στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε.

Εξάλλου, οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έναντι των άλλων οφειλετών, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, διότι στην παράγραφο 5 αυτού ορίζεται ότι, εφόσον ο οφειλέτης κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων κ.λπ.

με τα πιστωτικά ιδρύματα ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, για τον επανακαθορισμό της οφειλής του από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3 και συγκεκριμένα η βάση του υπολογισμού της οφειλής του από τις δανειακές του συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους του για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτού προς το πιστωτικό ίδρυμα.

Ως αγρότες δε, θεωρούνται όχι μόνο τα φυσικά πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998, αλλά και τα νομικά πρόσωπα, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, άρα τόσο οι προσωπικές, όσο και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες ή οι αγροτικοί συνεταιρισμοί κλπ. (Ολ ΑΠ 4/2014).

Ωστόσο, η ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαίρετα τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά μόνο εκείνες "που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Εξαιρέθηκαν δε ρητά από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως ισχύει (και επομένως δεν ισχύει γι' αυτές η ευνοϊκή ρύθμιση της ανωτέρω παρ. 5) οι ακόλουθες οφειλές αγροτών:

Α) Εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται (παρ. 9 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001). Η εξαίρεση αυτή είναι άλλωστε συνεπής προς την παρ. 8 του ίδιου άρθρου κατά την οποία "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη...

Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.

Τo δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση..." Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) να πρόκειται για "επιχείρηση" στην έννοια της οποίας ασφαλώς υπάγονται και οι ατομικές παντός είδους επιχειρήσεις και συνεπώς και οι αγροτικές εφόσον ο νόμος δεν αναφέρεται ρητά σε λειτουργία της επιχείρησης με τη μορφή νομικού προσώπου, (β) να έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των χρεών τους με ειδικούς όρους και (γ) να έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις.

Β) Εκείνες, που δεν πληρούν την ακόλουθη χρονική προϋπόθεση, δηλαδή "οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000..." Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 δεν καταλαμβάνει όλους γενικά και ανεξαίρετα τους οφειλέτες αλλά μόνον όσους συγκεντρώνουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης και της καταγγελίας της ή το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της οφειλής (για τους αγρότες) μέχρι το χρονικό διάστημα της 31-12-2000 (ΑΠ 69/2014, ΑΠ 143/2015).

Το διάστημα αυτό δεν καθορίσθηκε τυχαία, αλλά μετά από τη στάθμιση των παραγόντων που διαμόρφωσαν μέχρι τότε το πρόβλημα, η αντιμετώπιση του οποίου, άλλωστε, κατέστησε αναγκαία την επέμβαση του νομοθέτη. Η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση υπέρ μίας μόνο μερίδας δανειοληπτών αγροτών, δηλαδή εκείνων που πληρούν την ανωτέρω προϋπόθεση, σημειωτέον ότι, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 26 του Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα), μολονότι δεν περιλαμβάνει στην εμβέλειά της και τους άλλους ενήμερους οφειλέτες (αγρότες), οι οποίοι είχαν, κατά τον ίδιο χρόνο (31-12-2000), ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους, αλλά ωστόσο δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία και ήταν έτσι συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών (Ολ ΑΠ 2/2016).

Τέλος, όσες οφειλές αγροτών εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ειδικότερα εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές - ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, μπορούν να υπαχθούν, αν συντρέχουν βέβαια και οι λοιπές προϋποθέσεις, στη γενική ρύθμιση της παραγράφου 1 διότι ρητά ορίζεται στην παράγραφο 10 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ότι "στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975" (ΑΠ 488/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 39 παρ. 8 Ν. 3259/2004 "Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος". Δηλαδή, κατά τη διάταξη αυτή, καταβολή συνιστά κάθε χρηματικό ποσό, το οποίο αποδίδεται από οποιαδήποτε πρόσωπο στην τράπεζα έναντι της ρυθμιζόμενης οφειλής, το οποίο αφαιρείται από το συνολικό ύψος αυτής, που διαμορφώνεται με τον προσδιορισμό του σχετικού μεγέθους, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Τέτοιες καταβολές (τρίτου), επομένως, συνιστούν και οι μειώσεις του οφειλόμενου ποσού, που συντελούνται με τη διαγραφή των τόκων υπερημερίας, με βάση αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που οφείλονται προς την ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη Τράπεζα, καθόσον το αντίστοιχο, με τη μείωση της σχετικής οφειλής, ποσό χρεώνεται ισόποσα στον τηρούμενο, κατ' άρθρο 1 Ν. 128/1975 και, στη συνέχεια, της αποδίδεται.

Όπως δε, περαιτέρω, προκύπτει από την παρ. 10 του άρθρου 39 του προαναφερθέντος Ν. 3259/2004 οι καταβολές αυτές δεν εξαιρούνται από τον επιβαλλόμενο κατά την παράγραφο 8 του ίδιου λογιστικό υπολογισμό τους με αντίστοιχη μείωση του χρέους και, συνεπώς, αφαιρούνται από το συνολικό ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής.

Διαφορετική, από την προαναφερόμενη, ερμηνευτική εκδοχή της εν λόγω διατάξεως θα είχε ως αποτέλεσμα τη διπλή είσπραξη του επίμαχου χρηματικού ποσού, εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα μία φορά μέσω του προαναφερθέντος λογαριασμού του άρθρου 1 Ν. 128/1975, στον οποίο αυτό χρεώνεται και μία από τον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, οφειλέτη, ο οποίος θα υποχρεωνόταν σε καταβολή του εν λόγω χρηματικού ποσού, παρότι η σχετική οφειλή του, ως ανωτέρω, διαγράφηκε, δυνάμει υπουργικής αποφάσεως και το αντίδικό του, κατά τα προεκτεθέντα, έχει εισπράξει, ήδη, αυτό, μέσω του εν λόγω λογαριασμού, στον οποίο και αυτό χρεώθηκε.

Το αποτέλεσμα, όμως, αυτό ευρίσκεται εκτός του πλαισίου της σχετικής Νομοθετικής Βούλησης και, συνάμα, δυσανάλογα επωφελές για το ήδη αναιρεσείον πιστωτικό ίδρυμα.

Εν προκειμένω, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους της υπό κρίση αίτησης μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Το εναγόμενο, που από την 27-7-2012 έχει υπαχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 Ν. 3601/2007 σε ειδική εκκαθάριση, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του, η οποία συντελέστηκε με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε κατά τη συνεδρίαση 46/27-7-2012 (ΦΕΚ Β' 2268/27-7-2012), συμφώνησε με τον ενάγοντα, για την κάλυψη αναγκών λειτουργίας της ατομικής επιχείρησης εκτροφής χοίρων, την οποία ο τελευταίος εκμεταλλεύεται, την παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με την υπ' αριθμ. 130/21-5-1985 σύμβαση σε εκτέλεση της οποίας χορηγήθηκε: 1) για κτίσματα χοιροτροφείου μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 4.200.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο, ύψους 15,25%, που είχε περίοδο χάριτος ενός έτους, ώστε να οφείλονται την 31-12-1985 τόκοι ύψους 368.288 δρχ επί του κεφαλαίου.

Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε έντεκα τοκοχρεολυτικές δόσεις ύψους 810.626 δρχ. καθεμία καταβλητέες από την 31-12-1986 εντός των δέκα επομένων ετών μέχρι την 31-12-1986. Λόγω λήψης επιδότησης το ποσό του δανείου την 1-9-1987 περιορίστηκε στο ύψος των 1.570.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο 15,25% αποδιδόμενο σε δώδεκα τοκοχρεωλυτικές δόσεις ύψους 147.669 δρχ.

η πρώτη και 301.090 δρχ. καθεμία από τις λοιπές καταβαλλόμενες από την 31-12-1985 εντός των έντεκα επομένων ετών έως την 31-12-1985. Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκαν σε σχέση με το δάνειο καταβολές ύψους 2.630.000 δρχ. λόγω λήψης επιχορήγησης και 164.016 δρχ την 15-5-1989, 2) για μηχανήματα και εφόδια χοιροτροφίας μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 5.700.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο, ύψους 15,25%, που είχε περίοδο χάριτος ενός έτους, ώστε να οφείλονται την 31-12-1985 τόκοι ύψους 499.815 δρχ επί του κεφαλαίου.

Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε έξι τοκοχρεολυτικές δόσεις ύψους 1.516.305 δρχ καθεμία καταβλητέες από την 31-12-1986 εντός των πέντε επομένων ετών μέχρι την 31-12-1991. Λόγω λήψης επιδότησης το ποσό του δανείου την 1-7-1987 περιορίστηκε στο ύψος των 2.100.000 δρχ. με ετήσιο επιτόκιο 15,25% αποδιδόμενο σε επτά τοκοχρεωλυτικές δόσεις ύψους 184.144 δρχ.

η πρώτη και 558.639 δρχ. καθεμία από τις λοιπές καταβαλλόμενες από την 31-12-1985 εντός των έξι επομένων ετών έως την 31-12-1991. Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκαν σε σχέση με το δάνειο καταβολές ύψους 3.600.000 δρχ λόγω λήψης επιχορήγησης και 388.384 δρχ, 495.202 δρχ , 560.379 δρχ , 576.369 την 9-10-1987, 26-5-1987, 8-1-1990 και 8-1-1992 αντιστοίχως, 3) για κτιριακές εγκαταστάσεις χοιροτροφείου μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 2.600.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο, ύψους 15,25%, που συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε δώδεκα τοκοχρεολυτικές δόσεις η πρώτη ύψους 402.064 δρχ και οι λοιπές 487.350 καθεμία καταβλητέες από την 31-12-1986 εντός των επομένων ετών μέχρι την 31-12-1997.

Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκαν σε σχέση με το δάνειο καταβολές ύψους 155.878 δρχ την 26-5-1988 και 488.910 δρχ την 8-1-1990, 4) για μηχανολογικές εγκαταστάσεις χοιροτροφείου μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 550.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο, ύψους 15,25%, που συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε επτά τοκοχρεολυτικές δόσεις η πρώτη ύψους 111.435 δρχ και οι λοιπές 135.074 δρχ καθεμία καταβλητέες από την 31-12-1986 εντός των επομένων ετών μέχρι την 31-12-1992.

Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκαν σε σχέση με το δάνειο καταβολές ύψους 111.435 δρχ την 9-10-1987 και 135.514 δρχ την 8-1-1990. Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η παροχή στον ενάγοντα πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με την υπ' αριθμ. …/…-5-1991 σύμβαση σε εκτέλεση της οποίας χορηγήθηκε 1) για αγορά χοιρομητέρων μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 1.200.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο ύψους 24,25%, που συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε πέντε δόσεις η πρώτη ύψους 69.360 δρχ και οι λοιπές 489.606 δρχ καθεμία καταβλητέες από την 30-6-1991 εντός των επομένων ετών μέχρι την 30-6-1995.

Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκε σε σχέση με το δάνειο καταβολή ύψους 78.140 δρχ την 8-1-1992, 2) για εγκατάσταση 9-10-1987, 26-5-1987, 8-1-1990 και 8-1-1992 αντιστοίχως, 3) για κτιριακές εγκαταστάσεις χοιροτροφείου μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 2.600.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο, ύψους 15,25%, πού συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε δώδεκα τοκοχρεολυτικές δόσεις η πρώτη ύψους 402.064 δρχ και οι λοιπές 487.350 καθεμία καταβλητέες από την 31-12-1986 εντός των επομένων ετών μέχρι την 31-12-1997.

Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκαν σε σχέση με το δάνειο καταβολές ύψους 155.878 δρχ την 26-5-1988 και 488.910 δρχ την 8-1-1990, 4) για μηχανολογικές εγκαταστάσεις χοιροτροφείου μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 550.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο, ύψους 15,25%, που συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε επτά τοκοχρεολυτικές δόσεις η πρώτη ύψους 111.435 δρχ και οι λοιπές 135.074 δρχ καθεμία καταβλητέες από την 31-12-1986 εντός των επομένων ετών μέχρι την 31-12-1992.

Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκαν σε σχέση με το δάνειο καταβολές ύψους 111.435 δρχ την 9-10-1987 και 135.514 δρχ την 8-1-1990. Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η παροχή στον ενάγοντα πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με την υπ' αριθμ. …/…-5-1991 σύμβαση σε εκτέλεση της οποίας χορηγήθηκε 1) για αγορά χοιρομητέρων μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 1.200.000 δρχ με ετήσιο επιτόκιο ύψους 24,25 ο/ο, που συμφωνήθηκε αποδιδόμενο σε πέντε δύσεις η πρώτη ύψους 69.360 δρχ και οι λοιπές 489.606 δρχ καθεμία καταβλητέες από την 30-6-1991 εντός των επομένων ετών μέχρι την 30-6-1995.

Έναντι της οφειλής επιχειρήθηκε σε σχέση με το δάνειο καταβολή ύψους 78.140 δρχ την 8-1-1992, 2) για εγκατάσταση δευτέρου δανείου. Επιπλέον, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η παροχή στον ενάγοντα πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 3.000.000, 5.000.000 και 5.000.000 δρχ με τις συμβάσεις υπ' αριθμ. …/…-1-1985, …/….-4-1997, και …/…-12-1990 αντιστοίχως.

Η εναγομένη κατά τη λειτουργία των ανωτέρω συμβάσεων και για την λογιστική παρακολούθηση της εκτέλεσης αυτών τήρησε έναν ανοικτό λογαριασμό που κατά την τελευταία εκταμίευση την 30-1-1992 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 28.927.433 δρχ, ενώ ο ενάγων είχε επιχειρήσει καταβολές συνολικού ύψους 20.239.571 δρχ. Με την υπ' αριθμ. 4216/Β269/7-2-2001 απόφαση τον Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 162/16.2.2001) στο άρθρο μόνο αυτής ορίσθηκε "1.

Από το σύνολο των υφισταμένων ληξιπροθέσμων ή μη οφειλών στις 31.12.2000 των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων η Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ) θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας, ώστε οι εναπομείναντες τόκοι υπερημερίας να εξασφαλίζονται πλήρως από τις εμπράγματες διασφαλίσεις των πελατών τους.

Το σύνολο των τάκων που θα διαγραφούν θα βαρύνει το λογαριασμό του Ν. 128/75. 2. Μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο διάρκειας (15) δεκαπέντε ετών. Το επιτόκιο του νέου αυτού δανείου ορίζεται ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο δανεισμού για την αντίστοιχη κατηγορία ενήμερων δανείων της ΑΤΕ.

Για τη νέα ρύθμιση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις τον Ν. 2322/95....". Σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω ρύθμισης μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η υπ' αριθμ. …/2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης της οφειλής του ενάγοντος, στην οποία περιλήφθηκαν οι υποχρεώσεις που προέρχονται από τις υπ' αριθμ.

…/…-5-1985, …/…-10-1991, …/…-1-1995 συμβάσεις χορήγησης δανείου και από τις υπ' αριθμ. …/….-4-1987 και …/…-12-1990 συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό. Το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλών του ενάγοντος προσδιορίστηκε ανερχόμενο σε 185.894.534 δρχ ή 545.545,22 ευρώ και το συνολικό άληκτο υπόλοιπο συμφωνήθηκε στο ύψος των 9.934.964 δρχ ή 29.170,84 εύρώ.

Το συνολικό ύψος της οφειλής του ενάγοντος διαμορφώθηκε σε ποσό 195.829,498 δρχ ή 574.716,06 ευρώ και από αυτό σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση διαγράφηκε ποσό 352.073,25 ευρώ, ώστε το ύψος της οφειλής να περιοριστεί στο ποσό των 222.642,82 ευρώ, που συμφωνήθηκε ότι θα αποτελεί το νέο δάνειο, που θα αποδοθεί εντός 15 ετών από την 1-1-2001 με καταβολή ετησίως τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την 31-3-2003 έως την 31-3-2016 και με επιτόκιο αυτό που κατά τις ρυθμίσεις του εναγομένου θα ισχύει κάθε φορά.

Ο ενάγων υπέβαλε προς το εναγόμενο την από 23-9-2004 αίτηση αυτού υπαγωγής στην ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004. Το εναγόμενο, όπως εκ μέρους αυτού συνομολογείται με σχετική δήλωση στο δικόγραφο της εφέσεως και στις προτάσεις του, δεν αρνήθηκε, λόγω των υπ' αριθμ. …/…-2-1990, …/…-1-1995 και …/2002 πρόσθετων πράξεων ρύθμισης, αλλά αποδέχθηκε την προτεινόμενη με την ως άνω αίτηση τον ενάγοντος υπαγωγή των οφειλών του στην ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 και με το υπ' αριθμ.

…/….-11-2004 έγγραφό του πληροφόρησε τον τελευταίο ότι α) μετά την υπαγωγή στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου έχουν εξοφληθεί οι οφειλές από τις υπ' αριθμ. …/…-6-1985, …/…-5-1991 και …/…-2-1990 συμβάσεις, καθώς και από τα συμβατικά ασφάλιστρα, β) οι συνολικές οφειλές από τις υπ' αριθμ. …/…-1-1985, …/…-4-1987 και …/…-12-1990 συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, υπαγόμενες στην ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 5 Ν. 3269/2004, ανέρχονται σε 37.615.296,66 δρχ ή 110.389,71 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της τελευταίας εκταμίευσης πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή 2 με αφαίρεση από το γινόμενο του συνολικού ποσού των καταβολών που επιχειρήθηκαν ανερχόμενο σε 20.239.571 δρχ.

Το υπόλοιπο της οφειλής από την υπ' αριθμ. …/2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι ανέρχεται σε 238.284,72 ευρώ. Ο προσδιορισμός της οφειλής του εναγομένου, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 39 παρ. 5 Ν. 3259/2004 σε συνδυασμό με το άρθρο 30 Ν. 2789/2000 και 42 Ν. 2912/2001, προκύπτει από το άθροισμα των κεφαλαίων των δανείων που χορηγήθηκαν και του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου του ανοικτού λογαριασμού που τηρήθηκε σε σχέση με τις τρεις συμβάσεις παροχής πίστωσης χωρίς να συνυπολογίζονται οι υπ' αριθμ.

…/…-2-1990 …/…-1-1995 και …/…-2-2002 πρόσθετες συμβάσεις, με τις οποίες συντελέστηκε ρύθμιση των υφισταμένων ληξιπρόθεσμων και άληκτων προερχομένων από τις ανωτέρω συμβάσεις οφειλών, ώστε τα ποσά αυτών να διαμορφώνουν το κεφάλαιο των ισόποσων δανείων που χορηγήθηκαν λογιστικώς στον ενάγοντα. Ακολούθως, το άθροισμα που θα προκύψει θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και από το γινόμενο θα αφαιρεθούν οι καταβολές που επιχειρήθηκαν από τον ενάγοντα ή τρίτο.

Μεταξύ των καταβολών αυτών επιβάλλεται να περιληφθεί και η διαγραφή τμήματος της οφειλής ανερχόμενη σε 352.073,25 ευρώ ή 119.968.959,94 δρχ, που συντελέστηκε με ισόποση χρέωση του λογαριασμού του Ν. 128/1975, η οποία σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο σχετικό τμήμα της προηγούμενης νομικής σκέψης αποτελεί καταβολή προερχόμενη από τρίτο πρόσωπο και όπως συνάγεται από το άρθρο 39 παρ. 10 του Ν. 3259/2004 τα δάνεια, που υποβλήθηκαν σε ρύθμιση με επιβάρυνση του λογαριασμού αυτού, δεν εξαιρούνται της υπαγωγής τους στους κανόνες των προηγουμένων παραγράφων του ιδίου άρθρου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο τέταρτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως αφαίρεσε από γινόμενο της οφειλής που υπολογίστηκε με τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο το ποσό των 352.073,25 εύρώ ή 119.968.959,94 δρχ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός που περιέχεται στον τρίτο λόγο εφέσεως ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ.

…/2002 πρόσθετη πράξη ρυθμίστηκαν οι οφειλές σε εφαρμογή της ως άνω μνημονευόμενης υπουργικής απόφασης. Όπως ανωτέρω έχει εκτεθεί αποδεικνύεται ότι όλες οι οφειλές του ενάγοντος που είχαν ρυθμιστεί με τις υπ' αριθμ. …/…-2-1990 …/….-1-1995 και …/2002 πρόσθετες πράξεις, ακολούθως, με συμφωνία, στην οποία κατέληξαν οι διάδικοι, υποβλήθηκαν σε περιορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 5 Ν. 3259/2004.

Εκ μέρους του εναγομένου δεν έχει υποβληθεί προς διάγνωση με τη νομότυπη προβολή συγκεκριμένου ισχυρισμού οποιοσδήποτε συγκεκριμένος λόγος και, κάποιο αντιστοίχου περιεχομένου ορισμένο αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας ή ακυρώσεως της ανωτέρω συμφωνίας, με την οποία τα συμβαλλόμενα και διάδικα μέρη αποδέχθηκαν, σε σχέση με όλες τις οφειλές που είχαν ρυθμιστεί, να περιοριστούν αυτές, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο κανόνα.

Συνακόλουθα, η συμφωνία αυτή των μερών εξακολουθεί να αναπτύσσει σε κάθε περίπτωση δεσμευτική ισχύ. Με τα δεδομένα αυτά οι οφειλές του ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 5 Ν. 3259/2004 ανέρχονται στο ποσό των {(4.200.000 + 5.700.000 + 2.600.000 + 550.000 + 1.200.000 +ω 850.000 +ω 28.927.433) 44.027.433 Χ 2} 88.054.866 δρχ, ενώ οι καταβολές πού επιχειρήθηκαν ανέρχονται σε (2.630.000 + 164.016 + 3.600.000 + 388.384 + 495.202 + 560.379 + 576.369 + 155.878 + 488.910 + 111.435 + 135.514 + 78.140 + 20.239.571 + 119.968.959,94) 149.592.757,94 δρχ, το οποίο υπερβαίνει κατά (149.592.757,94 - 88.054.866) 61.537.891,94 δρχ το ποσό της οφειλής...".

Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος πιστωτικού ιδρύματος και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και, επομένως, δεν παραβίασε, ευθέως, τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση και τα αναφερόμενα σ' αυτή πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δικαιολογούν την εφαρμογή τους, κατέληξε δε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό της έλεγχο και, συνακόλουθα, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις.

Τούτο δε διότι, ορθώς δέχθηκε ότι οι ένδικες διαγραφές χρεών του ήδη αναιρεσίβλητου, με χρέωση του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 1 Ν. 128/1975, συνιστούν, κατά την εφαρμοζόμενη, εν προκειμένω διάταξη της παρ. 8 άρθρου 39 Ν. 3259/2004, καταβολές "τρίτου" και, περαιτέρω, ότι οι ένδικες οφειλές του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου.

Για να δικαιολογήσει δε τούτο (υπαγωγή των ενδίκων οφειλών στις ρυθμίσεις της ανωτέρω διατάξεως) το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του και τα ακόλουθα κρίσιμα: Ότι "ο ενάγων υπέβαλε προς το εναγόμενο την από 23-9-2004 αίτησή αυτού υπαγωγής στη ρύθμιση τον αρ. 39 ν. 3259/2004" (φύλλο 9°, σελ. β' στιχ. 22). β) Ότι "το εναγόμενο....

Αποδέχθηκε την προτεινόμενη με την ως άνω αίτηση του ενάγοντος υπαγωγή των οφειλών του στη ρύθμιση του αρ. 39 παρ. 5" (φύλλο 9°. σελ. β' στιχ. 24). γ) Ότι "...ο προσδιορισμός της οφειλής του εναγομένου, σύμφωνα με τον κανόνα του αρ. 39 παρ. 5 ν. 3259/2004 σε συνδυασμό με το αρ. 30 ν. 2789/2000 και 42 ν. 2912/2001, προκύπτει από ...". Ότι, "μεταξύ των καταβολών αυτών επιβάλλεται να περιληφθεί και η διαγραφή τμήματος της οφειλής ανερχόμενη σε 352,073,25 ευρώ, η οποία ....

αποτελεί καταβολή... και όπως συνάγεται από το αρ. 39 παρ. 10 ν. 3259/2004, τα δάνεια που υποβλήθηκαν σε ρύθμιση με επιβάρυνση του λογαριασμού αυτού δεν εξαιρούνται τηc υπαγωγής στους κανόνες των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου"... Ότι "μεταξύ των καταβολών αυτών επιβάλλεται να περιληφθεί και η διαγραφή τμήματος της οφειλής ανερχόμενη σε 352,073,25...., η οποία ....

αποτελεί καταβολή... και όπως συνάγεται από το αρ. 39 παρ. 10 ν. 3259/2004, τα δάνεια που υποβλήθηκαν σε ρύθμιση με επιβάρυνση του λογαριασμού αυτού δεν εξαιρούνται της υπαγωγής στους κανόνες των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου...". Επομένως, οι περί του αντιθέτου, δεύτερος κύριος, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, κρίνονται αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Η απορρέουσα από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού, το οποίο επιδικάζει, κατ' εύλογη κρίση, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κύριο, αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον πιστωτικό ίδρυμα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι με το να δεχθεί ότι δεν του οφείλεται το επίμαχο χρηματικό ποσό, για τους προαναφερθέντες, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, λόγους, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, με την παραδοχή αυτή, καθίστανται δάνεια εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ αποσβεσθέντα, γεγονός επαχθέστερο από το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος, που είναι η ο περιορισμός της επιβάρυνσης των οφειλετών με πολλαπλάσια χρέη.

Ο λόγος, όμως, αυτός, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται, αφού το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιδίκασε το επίμαχο χρηματικό ποσό, κατ'εύλογη κρίση, αλλά σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, που εφάρμοσε και οι οποίες δεν του παρείχαν σχετική διακριτική ευχέρεια, ώστε να εγείρεται ζήτημα υπέρβασης των ακραίων ορίων αυτής και, συνακόλουθα, παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.

Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος λόγος κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το οικονομικό βάρος της διαγραφής των επίμαχων οφειλών επωμίσθηκε το αναιρεσείον πιστωτικό ίδρυμα, ενώ όπως, ορθώς, κατά τα προεκτεθέντα, δέχθηκε η προσβαλλομένη, αυτό χρεώθηκε στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 1 Ν. 128/1975, μέσω του οποίου του αποδόθηκε και, συνεπώς, δεν επιβαρύνθηκε ισόποσα.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε το αναιρεσείον, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί αυτό, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του σχετικού αιτήματος, το οποίο νόμιμα υπέβαλε αυτός, με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-09-2018 (με αρ. κατάθεσης 86/2018) αίτηση αναίρεσης και, β) τους από 09-09-2020 (με αρ. κατάθεσης 69/2020) πρόσθετους λόγους της, για αναίρεση της 53/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ