Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding default appearance and lack of legal interest in auction annulment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a first-instance court ruling declaring an auction annulment inadmissible. The appellant argued the lower court erred in rejecting the annulment request, while the court found the appellant failed to appear properly for the appeal hearing. The court ruled that the appeal was procedurally inadmissible due to the appellant's default and the absence of legal interest in the specific circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The court must examine ex officio whether a defaulting party validly expedited the appeal hearing, and if so, the case proceeds as if all parties were present.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1101 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1101/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία …και τον διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στην… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι.Γ. του Γ. κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαλανδράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία … που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ιδιωτικής Μετοχικής Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία … που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2014 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 384/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 28/8/2018 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 19/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4/3/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 85/2014 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθ. … και … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Χίου, Π. Τ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 28-8-2018 κλήσης αυτής με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τις παραστάσες κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξουσίους δικηγόρους της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, Α.
Ζ. και Α. Χ., αντιστοίχως, ως αντικλήτους αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία τους η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες.
Με την κρινόμενη από 4-3-2015 αίτηση αναίρεσης, που φέρεται προς συζήτηση με την από 28-8-2018 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 384/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 7-12-2015, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 85/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν, απορρίφθηκε η από 11-3-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 36/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία είχε απορρίψει την από 15-10-2009 ανακοπή της, με την οποία, επικαλούμενη, ότι τυγχάνει δανείστρια του πρώτου αναιρεσίβλητου, καθού η εκτέλεση, ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονταν σ' αυτή, την ακύρωση των περιγραφομένων έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου αυτού, έκθεσης δημόσιου πλειστηριασμού και περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού, ο οποίος επισπεύθηκε με την επιμέλεια της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η τρίτη αυτών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή ανακοπής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 933 παρ 1 ΚΠολΔ αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή. Κατά δε το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους.
Η αναγγελία επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό. Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 151 ΚΠολΔ, η παρέλευση νόμιμης ή δικαστικής προθεσμίας συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα να επιχειρηθεί η πράξη για την οποία είχε ορισθεί η προθεσμία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται, ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα κατά του κύρους του διενεργηθέντος αναγκαστικού πλειστηριασμού απαιτείται ο ασκών αυτήν να νομιμοποιείται ενεργητικά και περαιτέρω να έχει έννομο συμφέρον προς τούτο.
Ειδικότερα, νομιμοποιείται προς άσκηση της ανακοπής αυτής ο καθού η εκτέλεση, αλλά και οι δανειστές του, εφόσον όμως θεμελιώνουν έννομο συμφέρον. Για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ανακοπής αυτής και την προσβολή με αυτήν του κύρους των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα του πλειστηριασμού εκ μέρους των νομιμοποιουμένων προς τούτο δανειστών του οφειλέτη και καθού η εκτέλεση, απαραίτητη προϋπόθεση κατά νόμο είναι η αναγγελία της απαίτησης τους, κατά την ανωτέρω διαδικασία και μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, γιατί, με εξαίρεση τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή, που δεν έχει υποχρέωση αναγγελίας, οι λοιποί δανειστές, αν δεν αναγγελθούν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εκπίπτουν του δικαιώματος τους και στερούνται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ανακοπής αυτής (ΑΠ 1701/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου την από 15-10-2009 ανακοπή της με την οποία ζήτησε για τους λόγους, που αναφέρονταν σ' αυτή, την ακύρωση των παρακάτω πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι α) της υπ' αριθ. 37108/20-5-2009 έκθεσης δημόσιου πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ.-Γ., β) της υπ' αριθ. … περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμβολαιογράφου, γ) της υπ' αριθ. … έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χίου Δ. Λ., η οποία (αναγκαστική εκτέλεση) επισπεύθηκε με την επιμέλεια της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 340/2009 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος του πρώτου των αναιρεσίβλητων επί ακινήτου του, κειμένου στη … και αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η τρίτη αυτών.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 249/6-¬6-2002 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε στην … μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία …, χορήγησε σ' αυτή πίστωση μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε σταδιακά στο ποσό των 650.000 ευρώ, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος εγγυήθηκε, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος στην παραπάνω σύμβαση, την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, καθώς και των τόκων, επιβαρύνσεων και λοιπών εξόδων, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα τη διζήσεως, καθώς και από τα δικαιώματα, που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 853, 854, 858, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ, ότι η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της πίστωσης αυτής και για την εξυπηρέτηση της ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. 002602340300039857 λογαριασμός, ο οποίος στις 29-1-2009 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο 331.667,78 ευρώ, όπως προκύπτει από την κίνηση του σχετικού λογαριασμού χρήσης, που έχει εξαχθεί από τα επίσημα βιβλία της και αποτελεί βάσει όρου της σύμβασης πίστωσης, κατά τη συμφωνία τους, πλήρη απόδειξη της απαίτησης της, ότι λόγω του μεγάλου ύψους της απαίτησής της, η οποία δεν εξυπηρετείτο ομαλά και προς διασφάλιση των συμφερόντων της, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-1-2009 αίτησή της κατά της πιστούχου εταιρείας και του εγγυητή, πρώτου αναιρεσίβλητου, με την οποία ζήτησε, πέραν άλλων, την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ειδικώς περιγραφομένου ακινήτου κυριότητας του εγγυητή, πρώτου αναιρεσίβλητου, κειμένου στο …, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, ότι επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3299/24-4-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή, ότι στις 16-6-2009 με βάση την παραπάνω απόφαση ενέγραψε στα Βιβλία Υποθηκών Χίου προσημείωση υποθήκης επί του προαναφερομένου ακινήτου μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, ότι στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 16-9-2009, όταν παρέλαβε τα σχετικά πιστοποιητικά από το Υποθηκοφυλακείο Χίου διαπίστωσε, ότι με επίσπευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 3042/2009 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε υποχρεωθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 180.287,62 ευρώ (κεφάλαιο 150.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων), το άνω ακίνητο του τελευταίου (πρώτου αναιρεσίβλητου) είχε ήδη από 9-4-2009 κατασχεθεί αναγκαστικά και είχε συνταχθεί σχετικώς η υπ' αριθ. 371/9-4-2009 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Χίου Δ.
Λ. και από 20-5-2009 είχε εκπλειστηριασθεί, δυνάμει της υπ' αριθ. 37108/20-5-2009 έκθεσης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Χίου Σ. Κ.-Γ. και ότι είχε αναδειχθεί υπερθεματίστρια η τρίτη αναιρεσίβλητη και στις 17-6-2017 είχε μεταγραφεί και η υπ' αριθ. 37265/12-6-2009 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου.
Μετά ταύτα, άσκησε την άνω ανακοπή της, αιτούμενη την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης και κυρίως του πλειστηριασμού για τους επικαλούμενους σ' αυτή λόγους. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 36/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος προς άσκησή της, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε στην ανακοπή της, ότι είχε αναγγείλει στον πλειστηριασμό την άνω απαίτησή της.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 11-3-2013 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, το οποίο με την υπ' αριθ. 85/2014 απόφασή του δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα, δανείστρια, κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή, του καθού η εκτέλεση, πρώτου αναιρεσίβλητου, στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της από 15-10-2009 ανακοπής.
Και τούτο, διότι στην ανακοπή της αυτή δεν επικαλέσθηκε ότι είχε αναγγείλει την απαίτησή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την παραπάνω ανακοπή για τον ίδιο λόγο και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της ανακόπτουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ουχί παρά το νόμο απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, διότι αυτή δεν ήταν παραδεκτή, ελλείψει εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε με αυτή, όπως απαιτείται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι είχε αναγγείλει την απαίτησή της στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο εντός της προβλεπόμενης από το νόμο δεκαπενθήμερης προθεσμίας από την ημέρα του πλειστηριασμού και εντεύθεν εξέπεσε του δικαιώματος της να αναγγελθεί στον πλειστηριασμό.
Ο ισχυρισμός της, μετά ταύτα, ότι δεν ήταν υποχρεωμένη για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης και του αναγκαστικού πλειστηριασμού ανακοπή της, να προβεί σε προηγούμενη αναγγελία της απαίτησής της στον πλειστηριασμό, αλλά αρκούσε για την ύπαρξή του το γεγονός, ότι ήταν δανείστρια του καθού η εκτέλεση και από την ακύρωση του για τους αναφερόμενους στην ανακοπή της λόγους, προσδοκούσε ωφέλεια, διότι θα είχε ως αποτέλεσμα την επανάκαμψη της κυριότητας του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στην κυριότητα του καθού η εκτέλεση- οφειλέτη της, έτσι ώστε να προβεί αυτή στη συνέχεια σε νέα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του και σε οποιαδήποτε περίπτωση σε αναγγελία της απαίτησής της στο νέο πλειστηριασμό, δεν ευσταθεί.
Ενόψει δε ότι αυτή, κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή, κατά το χρόνο διενέργειας της αναγκαστικής κατάσχεσης και του αναγκαστικού πλειστηριασμού ήταν απλή εγχειρόγραφος δανείστρια, δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς ενυπόθηκο (και προσημειούχο) δανειστή του οφειλέτη και του καθού η εκτέλεση, ο οποίος, σημειωτέον, νομιμοποιείται και έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης και του αναγκαστικού πλειστηριασμού, στην περίπτωση που δεν έλαβε γνώση αυτού, διότι παραλείφθηκε η επίδοση αντιγράφου ή περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης προς αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις 995 παρ. 3 και 999 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα αν έχει αναγγείλει τις απαιτήσεις του, καθόσον σκοπός των αμέσως παραπάνω διατάξεων είναι ο ενυπόθηκος (και προσημειούχος) δανειστής να λάβει γνώση του πλειστηριασμού, προκειμένου να αναγγελθεί στον πλειστηριασμό, λόγω της, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, επερχόμενης, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, απόσβεσης των υποθηκών και προσημειώσεων, οι οποίες αναβιώνουν αυτοδικαίως μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού.
Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμώνται, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε την ανακοπή ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την αληθή νοηματική του έννοια και όχι και του αριθ. 14, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον με τις παραπάνω διατάξεις, από τις οποίες συνάγεται ότι η άσκηση της ανακοπής για την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα του πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, όταν ο ανακόπτων, απλός εγχειρόγραφος δανειστής, δεν έχει αναγγείλει την απαίτησή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από του πλειστηριασμού, δεν περιορίζεται το δικαίωμα αυτού προς παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, αλλά απλώς προσδιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη οι προϋποθέσεις παροχής της τέτοιας προστασίας, ούτε, εξάλλου, επέρχεται σύντμηση της προθεσμία προσβολής του κύρους του πλειστηριασμού εκ μέρους των δανειστών του οφειλέτη σε δεκαπέντε ημέρες από το χρόνο διεξαγωγής του πλειστηριασμού, αντί των ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, δεδομένου ότι η προθεσμία των δεκαπέντε ημερών αναφέρεται στην αναγγελία της απαίτησης του δανειστή του καθού η εκτέλεση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ η προθεσμία των ενενήντα ημερών στην προσβολή του κύρους του πλειστηριασμού.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2015 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία … για αναίρεση της υπ' αριθ. 85/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ