Supreme Court allows partial appeal against state liability judgment regarding cultural organization funding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court upheld the appeal against the first-instance judgment regarding the state's liability for damages. The plaintiff argued for compensation based on a specific legal claim, while the state contended against the liability. The court decided to partially allow the appeal, retaining the case to adjudicate the original claim and ordering interest payments.
Legislator headnote
AI generatedArt. 75 of Law 2121/1993; Art. 22 of Law 3693/1957: The Supreme Court may adjudicate the merits of a case after an appeal if no further legal grounds exist for retrial at a lower court, and it may order the state to pay interest on undisputed amounts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1101 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1101/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, Ευθυμίας Γκαράνη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 124/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4473/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το άρθρο 75 Ν.2121/4-3-1993, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 Ν.2196/22-3- 1994, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης - Θεσσαλονίκη 1997" , με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ο ιδρυθείς Οργανισμός ορίσθηκε ότι θα έχει τη μορφή Ανώνυμης Εταιρίας και θα διέπεται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", όπως ισχύουν κάθε φορά, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις αυτού του άρθρου και του διατάγματος, που προβλεπόταν από την παράγραφο 6 αυτού.
Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 75 παρ 1 Ν. 2121/1993, το οποίο προστέθηκε με το νόμο 2196/1994: "Ο Οργανισμός δεν υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα και ιδίως εκείνες που αναφέρονται στις προσλήψεις προσωπικού, οποιασδήποτε φύσης αμοιβές, υπηρεσιακή κατάσταση, στις διατάξεις που αφορούν τις προμήθειες και εκτέλεση έργων, καθώς και στην τήρηση του δημόσιου λογιστικού".
Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το μετοχικό κεφάλαιο του Οργανισμού διαιρείτο σε ονομαστικές μετοχές ίσης αξίας, που αντιστοιχούσαν σε ισάριθμες ψήφους και ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον εποπτεύοντα Υπουργό. Κατά την παράγραφο 3, σκοπός του ιδρυόμενου Οργανισμού, ο οποίος θα λειτουργούσε χάριν του δημόσιου συμφέροντος σύμφωνα όμως με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ήταν η προετοιμασία της πόλης της …, που είχε ορισθεί ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το έτος 1997, η κατασκευή των αναγκαίων έργων υποδομής και η οργάνωση των σχετικών πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Τα έργα υποδομής θα εντάσσοντο σε μακροπρόθεσμο προγραμματισμό πολεοδομικής ανάπλασης και πολιτιστικής ανάπτυξης της …. και της ευρύτερης περιοχής. Κατά την παράγραφο 4, ο Οργανισμός θα τελούσε υπό την εποπτεία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης ή Υπουργού, που θα οριζόταν με απόφαση του Πρωθυπουργού. Στην παράγραφο 5, ορίσθηκαν τα όργανα διοίκησης του Οργανισμού που ήταν το Διοικητικό του Συμβούλιο, ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλός του.
Το Διοικητικό Συμβούλιο θα οριζόταν με απόφαση του Υπουργού, που επόπτευε τον Οργανισμό η οποία θα δημοσιευόταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θα αποτελείτο από τα αναφερόμενα πρόσωπα, το συμβούλιο δε αυτό θα εξέλεγε και τον διευθύνοντα σύμβουλο. Με το άρθρο 6, προβλέφθηκε ότι με απόφαση του Νομάρχη …, που θα εκδιδόταν μέσα σε δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, θα καταρτιζόταν το καταστατικό του, το οποίο θα δημοσιευόταν στην Εφημερίδα αυτή και με το οποίο θα καθορίζοντο η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οι αρμοδιότητες των οργάνων της διοίκησης και του Διευθύνοντος Συμβούλου, ο τρόπος και η διαδικασία αναπλήρωσής τους, η νόμιμη εκπροσώπηση, ο τρόπος λειτουργίας και διαχείρισης του Οργανισμού, τα όργανα που θα γνωμοδοτούσαν ή θα αποφάσιζαν σε θέματα έργων, προμηθειών, διαφημίσεων, οργανώσεων κ.λπ., οι πόροι του, εκτός των αναγραφομένων στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου, η διάθεση των καθαρών κερδών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την οργάνωση και λειτουργία του.
Κατά την παράγραφο 7, για την εκπλήρωση του σκοπού του ο Οργανισμός θα χρηματοδοτείτο κάθε έτος από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων. Κατά την παρ. 8, ο ετήσιος έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών του Οργανισμού θα ενεργείτο σύμφωνα με τα ισχύοντα περί οικονομικού ελέγχου των νπιδ δημοσίου συμφέροντος και των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για τις ανώνυμες εταιρείες.
Κατά την παράγραφο 9, ο ... θα λυόταν την 1η Ιανουαρίου 1998 και θα ετίθετο υπό εκκαθάριση. Με την παράγραφο 10 προβλέφθηκε, ότι θα απαλλάσσοντο από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος, εισφορά υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου και από το τέλος χαρτοσήμου όλες οι πράξεις του Οργανισμού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και όλες οι αναγκαίες πράξεις ιδρύσεώς του.
Τέλος, κατά την παράγραφο 11, στον τακτικό προϋπολογισμό του αρμοδίου για τον οργανισμό υπουργείου θα εγγραφόταν σχετικός κωδικός για την απαιτούμενη χρηματοδότηση του εγκεκριμένου προγράμματος έργων και πολιτιστικών εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 1997. Στη συνέχεια με την 32276/29-6-1994 απόφαση του Νομάρχη … εγκρίθηκε το καταστατικό του Οργανισμού, όπου στην παρ.
δ του άρθρου 1 επαναλήφθηκε ότι ο Οργανισμός αυτός δεν υπαγόταν στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα και ιδίως εκείνες που αναφέρονται στις προσλήψεις προσωπικού, οποιασδήποτε φύσεως αμοιβές, υπηρεσιακή κατάσταση, στις διατάξεις που αφορούν τις προμήθειες και εκτέλεση έργων, καθώς και στην τήρηση του δημόσιου λογιστικού.
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυαν και έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου, κατά τον οποίο δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η ένδικη σχέση , είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετησία ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικος γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι α) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και β) η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται από την κατάρτισή τους ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.(ΑΠ540/2017).
3.Κατά το άρθρο 11 παρ.1 εδ. α' και β' του ν. 1649/1986 "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ.6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ, τέλος, στο εδ. δ' της παρ.6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, "Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (ήτοι, από 10-10-1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ' αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες" Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ 1 περ.
η` Ν.1232/1982 ορίζει, μεταξύ των άλλων, ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει ... Ακολούθως, εκδόθηκε ο Ν.1256/1982 στο άρθρο 1 παρ.6 αυτού (ερμηνευτικός) ορίζεται ότι "η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν.1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει ήτοι α)...στ)τα κρατικά νομικά πρόσωπα που έχουν χαρακτηρισθεί από το νόμο ή τα δικαστήρια ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και που χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από οποιοδήποτε των προαναφερομένων νομικών προσώπων.
Τέλος, κατά το άρθρο 51 του ν.1892/1990 όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.6 του ν.1943/1991, ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν.1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο ¨α), β) γ) τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς..
Από το σύνολο των ως άνω διατάξεων και ιδίως από την αναφερθείσα στην αρχή διάταξη του άρθρου 75 Ν.2121/4-3-1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 Ν.2196/22-3-1994, προκύπτει, ότι το Κράτος, θέλοντας να δημιουργήσει ένα Οργανισμό, ο οποίος θα ετοίμαζε την ευρύτερη περιοχή της …, ώστε να διεξαχθούν οι σχετικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, δημιούργησε τον "...'", του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκε εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, ο ίδιος εξυπηρετούσε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, εποπτεύετο από μέλος της Κυβερνήσεως, εχρηματοδοτείτο εξ ολοκλήρου από το Κράτος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ορίζοντο επίσης από αυτό.
Όμως, προκειμένου ο Οργανισμός αυτός να καταστεί ταχύς, ευέλικτος και αποτελεσματικός, εν όψει του περιορισμένου χρόνου και του πλήθους των ποικίλων έργων τα οποία έπρεπε να εκτελέσει, ο Νομοθέτης προσέδωσε σε εκείνον την μορφή του νπιδ και μάλιστα της ανώνυμης εταιρίας, η οποία θα διήπετο από τις διατάξεις του Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών" και εξαίρεσε αυτόν από τις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα και ιδίως εκείνες που αναφέρονται στις προσλήψεις προσωπικού οποιασδήποτε φύσης.
Από την ανωτέρω γραμματική διατύπωση και λόγω της ταυτότητας του δικαιολογητικού λόγου συνάγεται ότι η πρόσληψη δικηγόρων από τον " ..." δεν υπήγετο στη διαδικασία του άρθρου 11 παρ.1εδ.α και β ν.1649/1986 που ρυθμίζει τα περί πρόσληψης δικηγόρου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα. (ΑΠ886/2014). Τέλος,κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
4.Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: Ότι η ενάγουσα, εδώ αναιρεσίβλητη δικηγόρος, εγγεγραμένη στα μητρώα του ΔΣΑ προσλήφθηκε από το νπιδ "... ΑΕ", εφεξής "...", που τελούσε υπό εκκαθάριση από την 1.1.1998(Ν.2557/1997 άρθρο 9 παρ.11) με την από 15-3-2005 αρχική έγγραφη σύμβαση εντολής παροχής υπηρεσιών και τις διαδοχικές έγγραφες παρατάσεις αυτής από 28-9-2005, 30-12-2005, 29-12-2006, 19-12-2007, 23-12-2008, 27-2-2009, 30-6-2010, 7-1-2011, 11-4-2011 και 17-2-2012 και παρείχε τις νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες της προς κάλυψη των αναγκών του ως άνω Οργανισμού σχετικά με τις νομικές υποθέσεις του (εξώδικες και δικαστικές) παριστάμενη και εκπροσωπώντας τον εντολέα της σ' όλα τα δικαστήρια της χώρας.
Ότι ο "..." ιδρύθηκε με το άρθρο 75 ν.2121/1993,όπως αυτό τροποποήθηκε με το άρθρο 20 ν.2196/1994. Ότι προκειμένου ο Οργανισμός αυτός να καταστεί ταχύς, ευέλικτος και αποτελεσματικός για το σκοπό λειτουργίας του χάριν του δημοσίου συμφέροντος που ήταν η προετοιμασία της … ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης για το έτος 1997,με την κατασκευή των αναγκαίων έργων υποδομής και την οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων ορίστηκε με τον ιδρυτικό του νόμο ότι θα διήπετο από τις διατάξεις του ν.2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, ότι δεν υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα και ιδίως εκείνες που αναφέρονται στις προσλήψεις προσωπικού οποιοσδήποτε φύσης .Ότι ο Οργανισμός αυτός τέθηκε υπό εκκαθάριση από 1.1.1998 και με τις διατάξεις των άρθρων 46 και 54 περ.δ ν.4049/23-2-2012 ορίστηκε ότι ,πέντε (5) μήνες μετά από τη δημοσίευσή του νόμου αυτού περατώνεται η εκκαθάριση του, ("...") και στη θέση του υπεισέρχεται το Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό-διάστημα από 15/3/2005 έως 19/7/2012 παρείχε τις νομικές υπηρεσίες της οι οποίες συνίσταντο στην παροχή νομικών συμβουλών, στο χειρισμό δικαστικών υποθέσεων και σε παραστάσεις ενώπιον Δικαστηρίων. Ότι αυτή εισέπραττε τη συμφωνηθείσα αμοιβή, που καταβαλλόταν υπό τη μορφή μηνιαίων αποδοχών εκδίδοντας μηνιαίες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Ότι οι συμβάσεις, που συνήψε η ενάγουσα με το εναγόμενο, θεωρούνται ως ενιαία σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου, εφόσον απαγορεύεται συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή για ορισμένο χρόνο, τυχόν δε συναπτόμενη θεωρείται ως σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Ότι η σύμβαση της ενάγουσας, ως σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, με πάγια αντιμισθία, ήταν καθ' όλα έγκυρη, παρόλο που δεν τηρήθηκε για την πρόσληψη αυτής η διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, ενόψει του ότι ο εργοδότης "...", δεν υπαγόταν στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα και ιδίως εκείνες που αναφέρονται στις προσλήψεις προσωπικού οποιοσδήποτε φύσεως αμοιβές, υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού κ.α., ως εκ τούτου δεν απαιτείτο για την πρόσληψη της η τήρηση της διαδικασίας αυτής.
Με βάση τα ανωτέρω το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε ότι η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα συνδέεται με τον " ... " με έγκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι η πρόσληψή της δεν υπήγετο στις διατάξεις του άρθρου 11 του ν.1649/1986 και απέρριψε τον συναφή λόγο έφεσης του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου του "..." που υποστήριζε τα αντίθετα και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 75 ν.2121/1993 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 ν.2196/1994 και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 11 ν.1649/1986,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18ν.1868/1989,9 παρ.1 ν.1232/1982,1παρ.6 ν.1256/1982 και 51 ν.1892/1990 όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.6 ν.1943/1991 τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, καθόσον η κατά τις παραδοχές συνδέουσα την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία με τον "...''" σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω (αρ.3) δεν υπήγετο στις τελευταίες αυτές διατάξεις.Επομένως, ο από τον αρ.1 άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
5.Με το άρθρο 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζεται, ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή, με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Με το άρθρο 46 του ν.4049/2012 (ΦΕΚ Α 35/23.2.2012) υπό τον τίτλο Περάτωση εκκαθάρισης ...,ορίζεται ότι "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος περατώνεται η εκκαθάριση και λήγει η θητεία του Προέδρου και των μελών του Συμβουλίου Εκκαθάρισης του υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." (...), που ιδρύθηκε με το άρθρο 75 του ν. 2121/1993 (Α` 25) και υπήχθη στις διατάξεις περί εκκαθάρισης του κ.ν. 2190/1920 (Α` 216) με το άρθρο 19 του ν. 3708/2008 (Α` 210).
Σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του "..." υποκαθίσταται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αυτοδικαίως και χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου ή την καταβολή ανταλλάγματος το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδικότερη διατύπωση για τη συνέχιση τους.
Τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." περιέρχονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος στο Ελληνικό Δημόσιο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού ρυθμίζονται τα σχετικά με την απογραφή και τη διάθεση των περιουσιακών αυτών στοιχείων, την τύχη των αρχείων και κάθε άλλο συναφές ζήτημα." Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδόθηκε η ΥΠΠΟΑ/ΔΔΣΕΕ/ ΤΕΕ/64216/322/58/26-5-2017 κοινή υπουργική απόφαση με θέμα "Ρύθμιση θεμάτων σχετικά με την απογραφή και διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του ... (...) την τύχη των αρχείων και κάθε άλλο συναφές ζήτημα" των Υπουργών Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.
Στο μόνο άρθρο αυτής, υπό στ. 12,ορίζεται ότι η εξόφληση των υποχρεώσεων του ... σε τρίτους, οι οποίες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά το άρθρο 46 του ν. 4049/2012, διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί Δημοσίου Λογιστικού, κατόπιν ελέγχου των νομίμων παραστατικών στοιχείων από την Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του ΥΠΠΟΑ και με την επιφύλαξη των διατάξεων περί παραγραφής που αφορούν τον ...
και το Ελληνικό Δημόσιο. Με το άρθρο 54περ.δ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 46 αυτού αρχίζει 5 μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις από την αυτοδίκαιη υποκατάσταση, την 23-7-2012, του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σ' όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ...
ΑΕ, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο κατέστη διάδοχος του ... και συγκεκριμένα κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων αυτής κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεών της έναντι τρίτων ακόμη και των επιδίκων.
Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις της άνω εταιρείας παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβαίνουν στον τελευταίο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν. Έτσι, μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο σε όποια έκταση ευρίσκοντο κατά το χρόνο της υποκατάστασης,23-7-2012, και εξακολούθησαν να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα στις απαιτήσεις των τρίτων κατά της άνω οφειλέτιδας εταιρείας, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα περί παροχής τόκων.
Έτσι, το Δημόσιο κατέστη οφειλέτης και των μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας επί των απαιτήσεων αυτών, με το ποσοστό τόκου, που ίσχυε για την ... ΑΕ." και συγκεκριμένα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες επιτόκιο και όχι με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως, που ισχύει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου για το Δημόσιο.
Η υποχρέωση όμως του Δημοσίου προς καταβολή τόκων υπερημερίας για το από την επόμενη ημέρα της υποκατάστασης, 23-7-2012 και εφεξής χρονικό διάστημα, έχουσα, ως αναγκαία προϋπόθεση και την ιδίαν αυτοτελή υπαιτιότητά του για την υπ` αυτού έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής, συνιστά ιδίαν αυτού επιγενόμενη της διαδοχής ενοχή για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, διακεκριμένη από εκείνη της αρχικής οφειλέτιδας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, σύμφωνα με το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, η τοκογονία αρχίζει από την επομένη της προς αυτό επίδοσης της αγωγής και ο της υπερημερίας τόκoς ορίζεται εις 6% ετησίως.
Συνεπώς, μέχρι το χρόνο της υποκατάστασης, την 23-7-2012, το Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικός διάδοχος της ... οφείλει τους μέχρι τότε δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας επί των απαιτήσεων της εδώ αναιρεσίβλητης κατά της ..., όμως μετά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, 23.7.2012, οφείλει τόκους υπερημερίας από την επομένη ημέρα της προς αυτόν επίδοσης της αγωγής οι οποίοι πρέπει να υπολογισθούν με ποσοστό 6% ετησίως.(ΑΠ1287/2018). 6. Το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 46 ν.4049/2012 κατέληξε ότι αυτό οφείλει τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά χωρίς να έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άνω άρθρου κοινή υπουργική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ανελέγκτως γενόμενες δεκτές απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης δικηγόρου κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου του ..., οφείλονται στην αναιρεσίβλητη λόγω των παρεχόμενων υπηρεσιών της με βάση τη σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία στον "...", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε αυτοδικαίως το αναιρεσείον. Με τις παραδοχές αυτές και τη με βάση αυτές κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 46 του Ν. 4049/2012.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 7.Περαιτέρω το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενο πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω αναφερόμενες (αρ.5,) διατάξεις, διότι δέχθηκε ότι αυτό, το οποίο, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ..., υποχρεούται να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά κεφαλαίου με τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας όπως ίσχυαν για τον ...
μέχρις εξοφλήσεως, ενώ έπρεπε να υποχρεώσει αυτό να καταβάλει τόκους από την επίδοση της αγωγής και εφεξής με επιτόκιο 6% ετησίως, που ισχύει γι` αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, άλλως και όλως επικουρικώς με το επιτόκιο αυτό από 23-7-2012. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση σε σχέση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ως προς την έναρξη της τοκογονίας και το ύψος του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως καθολικού διαδόχου του ...
δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά των επί μέρους κεφαλαίων νομιμοτόκως με το ισχύον για τους οφειλέτες ιδιώτες επιτόκιο ως ακολούθως α)ποσό 56.667 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό κατά το νόμο, β)ποσό 773 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 με το νόμιμο τόκο από 23/12/2012,γ)ποσό 35.175 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης με το νόμιμο τόκο από 20/7/2012 δ) ποσό 3.150 ευρώ ως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας με το νόμιμο τόκο από 20/7/2012 και τα λοιπά εκεί αναφερόμενα ποσά από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής στο εναγόμενο.
Σύμφωνα, με τα παραπάνω νομικά δεδομένα, ο προαναφερόμενος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο καταλογίζονται στο εφετείο τα ανωτέρω σφάλματα, είναι αβάσιμος κατά το μέρος του με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη για τον εκεί γενόμενο δεκτό χρόνο έναρξης τοκογονίας, με το ισχύον για τους οφειλέτες ιδιώτες επιτόκιο επί των αμετακλήτως επιδικασθέντων επί μέρους κεφαλαίων μέχρι την 23/7/2012, καθόσον οι ένδικες οφειλές μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο σε όποια έκταση βρισκόταν κατά το χρόνο υποκατάστασης και επομένως μεταβιβάστηκαν και εξακολούθησαν να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα στις αντίστοιχες απαιτήσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της άνω οφειλέτιδας εταιρείας, όπως το δικαίωμα περί παροχής τόκων υπερημερίας επ` αυτών από το χρόνο που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό μέχρι και της διαδοχής την 23.7.2012 και με το ποσοστό τόκου, που ίσχυε γι` αυτή και συγκεκριμένα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες νόμιμο επιτόκιο.
Αντίθετα είναι βάσιμος κατά το μέρος που αποδίδονται τα ίδια σφάλματα για το μετά τη διαδοχή χρονικό διάστημα ήτοι την 23/7/2012 καθόσον η υποχρέωση του Δημοσίου μετά τη διαδοχή, έχουσα ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδίαν αυτοτελή υπαιτιότητά του για την υπ` αυτού έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής, συνιστά και ιδίαν αυτού επιγενόμενη της διαδοχής ενοχή για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που ορίζει ότι ο τόκoς ανέρχεται σε ποσοστό 6% ετησίως και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` αποδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το αμέσως ανωτέρω μέρος αυτού και κατά το κεφάλαιό της επιδίκασης τόκων με το οποίο αφού απέρριψε το συναφή λόγο έφεσης του εδώ αναιρεσείοντος επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη δεχόμενο ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλλει τόκους με τους εκεί αναφερόμενους χρόνους έναρξης τοκογονίας και με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες νόμιμο επιτόκιο μέχρις εξοφλήσεως. 8.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση .Κατ` ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση,να γίνει δεκτή και κατ'ουσίαν η έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη 124/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της και δικασθεί η από 16-9-2013 αγωγή κατά το μέρος αυτό και κατόπιν επαναδιατύπωσης του διατακτικού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος της ..., να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί των αμετακλήτως επιδικασθέντων ποσών ως ακολούθως.1) α)για ποσό 56.667,00 από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό β)για ποσό 35.175 ευρώ και 3.150 από την 20-7-2012 και όλα τα ανωτέρω ποσά με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες νόμιμο επιτόκιο και μέχρι την 23.7.2012(χρόνο διαδοχής) και2)επί όλων των αμετακλήτως επιδικασθέντων ποσών για το χρονικό διάστημα από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής, την 23.9.2013, μέχρι την εξόφληση, προς 6% ετησίως.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, της όλης δίκης πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4473/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν την από 5.10.2015 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 124/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 16-9-2013 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το ίδιο μέρος.
Δέχεται αυτή εν μέρει.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί των αμετακλήτως επιδικασθέντων ποσών εκ κεφαλαίου ως ακολούθως 1) α)για ποσό 56.667,00 από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό β)για ποσό 35.175 ευρώ και γ)για ποσό 3.150 από την 20-7-2012, και τα ποσά αυτά με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες νόμιμο επιτόκιο και μέχρι την 23.7.2012 και 2) επί όλων των αμετακλήτως επιδικασθέντων ποσών συνολικού ποσού εκατόν εννέα χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τριών (109.363') ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής, την 23.9.2013 και μέχρι την εξόφληση, προς 6% ετησίως. Και Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ