1101/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1101/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι, εδέχθη, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "... Ο αρχικώς ενάγων -εκκαλών Γ.
Full text
Απόφαση 1101 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1101/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 3) Σ. χήρας Γ. Μ., κατοίκου .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κακόγιαννο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2000 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7105/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2005 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1193/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 1082/2013 οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 473/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3177/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Ο αρχικώς ενάγων-εκκαλών Γ. Μ., στην θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η σύζυγος και τα τέκνα του, (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες), με την από 25-10-2000 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενος ότι από την λεπτομερώς περιγραφόμενη αντισυμβατική, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης προκλήθηκε σ' αυτόν, η αναφερόμενη στην αγωγή ζημία του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, το μεν με βάση την εκ της συμβάσεως εντολής ενδοσυμβατική της ευθύνη, το δε με βάση αδικοπρακτική ευθύνη της, τα ειδικώς αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 7105/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή ως προς την βάση της εκ της αδικοπραξίας απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ως προς τη βάση της περί ενδοσυμβατικής ευθύνης ως αόριστη.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο ενάγων, ως ηττηθείς διάδικος, άσκησε την από 4-2-2004 έφεση, επί της οποίας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 473/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, ως προς την στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης-εφεσίβλητης βάση της (απορρίπτοντας ως μη νόμιμη τη στηριζόμενη στην αδικοπραξία) και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη δίκασε την αγωγή, την εδέχθη εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 2.977,50 ευρώ και β) το ισόποσο σε δραχμές κατά τον χρόνο καταβολής των 205.902,2 δολλαρίων ΗΠΑ, ως θετική ζημία του ενάγοντος, ενώ απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το αιτούμενο ως διαφυγόν κέρδος ποσό των 1.500.000 δρχ.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η νυν αναιρεσίβλητη-εναγόμενη τράπεζα άσκησε την από 13-9-2005 αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1082/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία μετά από παραδοχή των σχετικών λόγων αναιρέσεως ανήρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το σύνολο των προσβαλλομένων με την αναίρεση κεφαλαίων, δεχόμενη ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 713 επ.
και σε έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών (αρθ. 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) και ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο. Γενομένης νέας συζητήσεως, εξεδόθη η προσβαλλομένη, η οποία εδέχθη την έφεση, κρίνασα την αγωγή ως ωρισμένη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω, εδέχθη αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το πόσον 350.640,22, έκαστον κατά τον λόγο της κληρονομικής του μερίδος.
Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας υπ' αριθ. 3177/2016 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 319/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999,ΑΠ 133/2017).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 59/2017,1420/2013).
Εν προκειμένω, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους τής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 714, 718 και 719 του ΑΚ, ενώ περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, και δη της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων της εφεσίβλητης, της οποίες η προσβαλλομένη δέχθηκε ως αποδεδειγμένες, και της ζημίας του αρχικού εκκαλούντος, εντεύθεν στέρησε την απόφαση από την νόμιμη βάση της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι, εδέχθη, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "... Ο αρχικώς ενάγων -εκκαλών Γ.
Μ. στις 21/7/2000 προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης τράπεζας επί της πλατείας …. στον …., με το οποίο συνεργαζόταν και ζήτησε την ολική εξαγορά Αμοιβαίου του Κεφαλαίου BOND FUND, αρχικού ποσού 10.800.000δρχ. καθώς και την μερική εξαγορά Αμοιβαίου του Κεφαλαίου BOND FUND για ποσό 1.000.000 δρχ., ποσά τα οποία κατατέθηκαν στον τηρούμενο στο ανωτέρω κατάστημα λογαριασμό του (No ....93).
Στις 24/7/2000 ο ανωτέρω ζήτησε και την ολική εξαγορά του Αμοιβαίου του Κεφαλαίου GLOBAL TOP 50 , αρχικού ποσού 1.300.000δρτχ. το οποίο κατατέθηκε και πάλι στον ίδιο ως άνω λογαριασμό και έτσι το σύνολο των ποσών που σωρεύτηκαν στον εν λόγω λογαριασμό από την εξαγορά των ως άνω Αμοιβαίων Κεφαλαίων του ενάγοντος ανήλθε σε 13.372.900δρχ.
Στη συνέχεια, στις 25/7/2000, ο ανωτέρω προσήλθε στο ίδιο ως άνω κατάστημα και διερεύνησε την δυνατότητα της αγοράς από την εναγομένη τράπεζα συναλλάγματος ποσού 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ και την αποστολή του, για λογαριασμό του, σε παραλήπτη του εξωτερικού. Και τούτο διότι αυτός, ενδιαφερόμενος να προβεί μαζί με τον συνεταίρο του Ζ.
Ι. στην αγορά ενός εμπορικού πλοίου (χωρητικότητας 35.999 τόνων) προς εμπορική του εκμετάλλευση, προκειμένου να δανειοδοτηθεί, για την αγορά αυτή από την εδρεύουσα στο ….. Τράπεζα με την επωνυμία "..." χρειαζόταν την έκδοση μιας εγγυητικής επιστολής, για το ποσό των 3.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, την οποία (εγγυητική επιστολή) θα κατέθετε στην ανωτέρω Τράπεζα για την χορήγηση από αυτήν δανείου ποσού 24.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ (ήτοι το 80% του ποσού της εγγυητικής επιστολής).
Για την έκδοση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής, συνήψε στις 28/7/2000, με την εδρεύουσα στην ….. χρηματοδοτική εταιρεία με την επωνυμία "..." έγγραφη εμπορική σύμβαση, βάσει της οποίας η τελευταία θα αναλάμβανε την έκδοση και την παράδοση στον ίδιο της ειρημένης εγγυητικής επιστολής, την οποία ο εκκαλών θα κατέθετε στην ανωτέρω Τράπεζα για να του χορηγήσει το δάνειο.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 2.6 της εν λόγω σύμβασης (τους όρους της οποίας ο ανωτέρω τους γνώριζε πριν από την υπογραφή της) ",.και τα δύο μέρη είναι υποχρεωμένα να παρέχουν το ποσό των 110.000 $ ως αρχικά τραπεζιτικά έξοδα. Οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να καταβάλλουν το ποσό των 67.000$ και ο προμηθευτής το ποσό των 43.000$...." Έτσι ο εκκαλών απευθύνθηκε στις 25/7/2000, όπως προαναφέρθηκε, στο παραπάνω υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας προκειμένου να του προμηθεύσει το ποσό των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ ώστε να το καταβάλει αυτός στην ως άνω αντισυμβαλλόμενη του εταιρεία για το μερίδιό του από τα έξοδα, προς εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων από την μεταξύ τους σύμβαση τους όρους της οποίας ήδη τους γνώριζε.
Ο ενάγων γνωστοποίησε τα ανωτέρω στους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης και δη το Διευθυντή του Υποκαταστήματος και την Υποδιευθύντρια αυτού , Σ. Τ., και συγκεκριμένα ότι είναι άμεση ανάγκη της μεταφοράς ή αποστολής μέσω της τράπεζας αυτής ενός ποσού σε συνάλλαγμα ύψους 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ, προς την εταιρεία "..." , για να καλυφθούν τα έξοδα (ή μέρος έστω αυτών) για την χορήγηση από την παραπάνω εταιρεία εγγυητικής επιστολής, που θα χρησιμοποιείτο περαιτέρω από αυτόν για την δανειοδότηση του προς αγορά πλοίου.
Οι υπάλληλοι της εφεσίβλητης τράπεζας πληροφόρησαν τον ενάγοντα-εκκαλούντα ότι για την αποστολή εμβάσματος στο εξωτερικό έπρεπε να δηλώσει τον παραλήπτη το εμβάσματος, τον σκοπό του εμβάσματος και να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που να τεκμηριώνουν τον δηλωθέντα σκοπό (π.χ τιμολόγιο, σύμβαση, κλπ) πράγμα που ο εκκαλών δεν έπραξε, οπότε, ενόψει της αδυναμίας διενέργειας του εμβάσματος του συγκεκριμένου ποσού χωρίς την τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων, οι υπάλληλοι της εναγομένης και ιδίως η ως άνω υποδιευθύντρια πληροφόρησαν τον εκκαλούντα ότι η πιο πάνω υπηρεσία που τους ζητούσε μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την έκδοση τραπεζικής επιταγής στο όνομα του και εις διαταγήν του, την οποία θα εμφάνιζε σε κάποια τράπεζα της Σιγκαπούρης και θα εισέπραττε το αντίτιμο της επιταγής.
Ο εκκαλών αποδέχθηκε αυτή την πρόταση και δήλωσε ότι επιθυμεί την έκδοση τραπεζικής επιταγής 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ εις διαταγήν του, προς τούτο δε υπέγραψε και υπέβαλε στην εφεσίβλητη τράπεζα σχετική αίτηση έκδοσης επιταγής, προσκόμισε το απαιτούμενο (ΠΤΔΕ 2344/1944 αρθ.3 σε συνδ. με πδ 96/1993 αρ.4 παρ.3)πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας και επίσης υπέγραψε και υπέβαλε και την από 25/7/2000 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 στην οποία δήλωνε ότι η τραπεζική επιταγή θα κατατίθετο στο εξωτερικό, στη Σιγκαπούρη υπέρ αυτού.
Ακολούθως η εναγομένη -εφεσίβλητη (δια των υπαλλήλων της) χρεώνοντας τον προαναφερόμενο δραχμικό λογαριασμό του εκκαλούντος με το ισόποσο των 35,000 δολλαρίων ΗΠΑ, αγόρασε το αντίστοιχο συνάλλαγμα και εξέδωσε εις διαταγήν του την υπ' αριθμ. ….1 τραπεζική επιταγή ποσού 35.000$, με ημερομηνία έκδοσης 25/7/2000. Η επιταγή αυτή παραδόθηκε στον ενάγοντα-εκκαλούντα και τον διαβεβαίωσαν ότι ήταν πληρωτέα σε οποιοδήποτε κατάστημα τράπεζας στο εξωτερικό.
Ακολούθως, ο εκκαλών, λαβών το σώμα της επιταγής, ταξίδεψε αεροπορικώς από την Αθήνα στη Σιγκαπούρη, στις 26/7/2000. Εκεί απευθύνθηκε σε διάφορες τράπεζες για την είσπραξη της επιταγής, οι οποίες όμως τον πληροφόρησαν ότι μόνο μετά την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος και δη ενός μηνός περίπου, θα ήταν δυνατή η ρευστοποίηση της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής.
Ύστερα από αυτό ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την ειδική υπηρεσία της εφεσίβλητης ".Europhone banking (144)" που ήταν ειδική στις διατραπεζικές συναλλαγές και τις συναλλαγές με τράπεζες του εξωτερικού και αφού παραπονέθηκε εντόνως περί του επείγοντος της περιπτώσεώς του και της άμεσης ανάγκης του για την ρευστοποίηση της επιταγής, ζήτησε να του εξεύρουν κάποια λύση για την ταχεία επίλυση του προβλήματος του, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 28/7/2000 ο εκκαλών συνήψε με την χρηματοδοτική εταιρεία "...", την προαναφερόμενη εμπορική σύμβαση με το προεκτεθέν περιεχόμενο. Στη συνέχεια, στις 29/7/2000, επέστρεψε στην Αθήνα και απευθύνθηκε στην ανωτέρω υποδιευθύντρια παραπονούμενος για την μη διεκπεραίωση της υπόθεσης που τους είχε αναθέσει, οπότε έλαβε την απάντηση ότι δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί, αφενός μεν γατί δεν είχε δηλώσει- στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωσή του- το συγκεκριμένο παραλήπτη στην Σιγκαπούρη του ποσού των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ και αφετέρου του εξήγησε ότι δεν ήταν δυνατή η άμεση ρευστοποίηση του παραπάνω ποσού από οποιαδήποτε τράπεζα του εξωτερικού, διότι τούτο μπορούσε να γίνει, μόνο κατά την αντίστοιχη διατραπεζική διαδικασία "υπό αξίαν vaieur" ορισμένων ημερών.
Σημειωτέον ότι πράγματι στην προκειμένη περίπτωση απαιτείτο να τηρηθεί η λεγάμενη διαδικασία της λήψεως vaieur , προκειμένου να ενημερωθεί και η οποιαδήποτε τράπεζα της Σιγκαπούρης, τηλεφωνικώς ή με άλλο τρόπο, για το αν ο εκκαλών διατηρούσε λογαριασμό συναλλάγματος στην εφεσίβλητη τράπεζα καθώς επίσης και περί της εγκυρότητας της κομιζόμενης και εμφανιζόμενης προς είσπραξη τραπεζικής επιταγής, η διαδικασία δε αυτή απαιτούσε κάποιο χρονικό διάστημα ορισμένων ημερών.
Ωστόσο παρόλο που ο εκκαλών είχε καταστήσει γνωστό στην εφεσίβλητη ότι χρειάζεται την ταχεία και άμεση μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό το αντίστοιχο ποσό προκειμένου να το διαθέσει για τον προαναφερόμενο σκοπό, η τελευταία κατά την διεξαγωγή της ανατεθείσας υπόθεσης, δεν είχε παράσχει καμία πληροφόρηση στον εκκαλούντα για την ανωτέρω τραπεζική διαδικασία και την λόγω αυτής αδυναμία άμεσης ρευστοποίησης της επιταγής.
Περαιτέρω, στις 1/8/2000 ο εκκαλών μετέβη εκ νέου στο ίδιο ως άνω κατάστημα της εφεσίβλητης, άνοιξε λογαριασμό συναλλάγματος (No 1088840 142) στον οποίο κατέθεσε το ποσό της παραπάνω επιταγής και δήλωσε ότι επιθυμεί τη διενέργεια-αποστολή εμβασμάτων με δικαιούχο την εταιρεία "..." ώστε να μεταφέρει στην εν λόγω εταιρεία το ανωτέρω ποσό ( 35.000 δολλάρια ΗΠΑ).
Η εφεσίβλητη (δια της ανωτέρω υποδιευθύντριας) ανέλαβε την υποχρέωση αυτή, με αντίστοιχη προμήθειά της, και συγκεκριμένα τη διενέργεια, κατόπιν σχετικών αιτήσεων του εκκαλούντος, τεσσάρων εμβασμάτων και δη 1) την 1/8/2000 του ποσού των 9.200 δολλαρίων ΗΠΑ 2) στις 2-8-2000 του ποσού των 9,200 δολλαρίων ΗΠΑ) στις 3/8/2000 του ποσού των 9.200 δολλαρίων ΗΠΑ και δ) στις 4/8/2000 του ποσού των 7.200 δολλαρίων ΗΠΑ και συνολικού ποσού 34.900 δολλαρίων ΗΠΑ.
Το ανωτέρω κατάστημα προώθησε τις αιτήσεις του εκκαλούντος στην Κεντρική Υπηρεσία Εμβασμάτων της εφεσίβλητης τράπεζας, για την εκτέλεση τους, πλην όμως η υπηρεσία αυτή, ενημέρωσε, στις 4/8/2000, το κατάστημα ότι η αποστολή των εμβασμάτων ήταν αδύνατη, διότι, αφού αφορούσαν στον ίδιο αποστολέα και παραλήπτη και η συνολική τους αξία υπερέβαινε το ποσό των 10.000 Ευρώ, ήτοι δήλωση από τον αποστολέα του ποσού του εμβάσματος και προσκομιδή στην τράπεζα δικαιολογητικών που τεκμηριώνουν τον δηλωθέντα σκοπό.
Για την αδυναμία εκτέλεσης των παραπάνω εμβασμάτων και για τον λόγο αδυναμίας αυτής, ενημερώθηκε αυθημερόν (4/8/2000) ο εκκαλών, ο οποίος με αίτησή του που υπέβαλε στην εφεσίβλητη την ίδια, την ίδια ημέρα, ζήτησε την αποστολή του ανωτέρω ποσού (34.935$ - υπόλοιπο του λογαριασμού του συναλλάγματος) με έμβασμα στην Τράπεζα ..., (όπου ήταν δικαιούχος σχετικού λογαριασμού No ...7 USD) όπως και έγινε.
Ο ενάγων -εκκαλών επικαλείται στην ένδικη αγωγή ότι λόγω της μη πληροφόρησής του (πρώτη φάση) και της καθυστερημένης πληροφόρησής του ( δεύτερη φάση) από την εναγομένη -εφεσίβλητη για ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης που της είχε αναθέσει και ειδικότερα για την αδυναμία άμεσης είσπραξης της εκδοθείσας επιταγής (πρώτη φάση) και την αδυναμία εξαγωγής του παραπάνω ποσού συναλλάγματος (δεύτερη φάση) υπέστη θετική ζημία συνισταμένη αφενός μεν στο κόστος των αεροπορικών του μεταβάσεων (Αθήνα-Σιγκαπούρη και αντιστρόφως) και στο κόστος διαμονής του ιδίου και του συνεταίρου του σε ξενοδοχεία της Σιγκαπούρης, όπου μετέβησαν προκειμένου να ρυθμίσει την καταβολή των εξόδων στην ανωτέρω εταιρεία , και αφετέρου στο ποσό της καταπεσούσας σε βάρος του ποινικής ρήτρας λόγω καταγγελίας της σύμβασης από τη αντισυμβαλλομένη του εταιρεία, ένεκα της μη καταβολής από αυτόν των ειρημένων εξόδων.
Όσον αφορά όμως την πρώτη ως άνω παράλειψη, εφόσον ο ενάγων πριν από την κατάρτιση με την αλλοδαπή εταιρεία της επίδικης σύμβασης έλαβε γνώση (26 και 27/7/2000) ότι η ανωτέρω επιταγή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα σε τράπεζες της Σιγκαπούρης και παρά ταύτα προέβη στις 28/7/2000 στην κατάρτιση της σύμβασης, η παράλειψη της πληροφόρησής του περί τούτου από την εφεσίβλητη, που φέρεται να συνιστά το πταίσμα της, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις επικαλούμενες από την καταγγελία της σύμβασης αυτής ζημίες του, αφού η τελευταία καταρτίσθηκε αφότου αυτός διαπίστωσε την αδυναμία άμεσης ρευστοποίησης της εν λόγω επιταγής και επομένως, αυτό που συνιστούσε την παράλειψη της εναγομένης το γνώριζε.
Όσον αφορά δε τη δεύτερη ως άνω παράλειψη η οποιαδήποτε ζημία του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με την εν λόγω παράλειψη των αρμοδίων οργάνων να τον πληροφορήσουν από την αρχή περί της αδυναμίας εξαγωγής του παραπάνω ποσού συναλλάγματος στο εξωτερικό, αφού κι αν ακόμη υπήρχε από την αρχή η πληροφόρηση αυτή, εφόσον υπήρχε αδυναμία εξαγωγής του ανωτέρω ποσού συναλλάγματος στη Σιγκαπούρη, η ζημία του θα επήρχετο ανεξαρτήτως από τον χρόνο πληροφόρησής του περί τούτου...".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 713, 714, 718 και 719 του ΑΚ, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένως, ανελέγκτως εδέχθη ότι η εναγομένη Τράπεζα κατά την διεξαγωγή της ανατεθείσας σε αυτήν υπό του αρχικώς διαδίκου υποθέσεως, ναι μεν α) δεν είχε παράσχει καμία πληροφόρηση στον εν λόγω εντολέα για την αναγκαίως ακολουθουμένη τραπεζική διαδικασία και την λόγω αυτής αδυναμία άμεσης ρευστοποιήσεως της επιταγής και β) καθυστερημένως πληροφόρησε τούτον περί της αδυναμίας εξαγωγής του ποσού συναλλάγματος, πλην έκρινε ότι οι ανωτέρω παραλείψεις της εντολοδόχου δεν συνδέονται αιτιωδώς με την επικαλουμένη υπό του ως άνω εντολέως ζημία.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, o αρχικώς ενάγων, καίτοι έλαβε γνώση (την 26 ή 27-7-2000) - δηλαδή, πριν από την κατάρτιση με την αλλοδαπή εταιρία της ως άνω συμβάσεως - ότι η ανωτέρω επιταγή δεν ήτο δυνατόν να ρευστοποιηθεί αμέσως σε Τράπεζες της Σιγκαπούρης, εν τούτοις προέβη την 28-7-2000 στην κατάρτισή της, εντεύθεν η παράλειψη πληροφορήσεώς του περί τούτου από την εναγομένη Τράπεζα, που φέρεται να συνιστά το πταίσμα της, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις επικαλούμενες ζημίες του από τα έξοδα μεταβάσεως στην αλλοδαπή.
Περαιτέρω, η παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας να τον πληροφορήσουν από την αρχή περί της αδυναμίας εξαγωγής του ποσού συναλλάγματος των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλουμένη ζημία του ενάγοντος εφ' όσον κι αν ακόμη υπήρχε η αρχική αυτή πληροφόρηση, λόγω του ότι, κατά την προσβαλλομένη, υπήρχε αδυναμία εξαγωγής του ανωτέρω ποσού συναλλάγματος στη Σιγκαπούρη, η ζημία του ενάγοντος θα επήρχετο ανεξαρτήτως του χρόνου πληροφορήσεως του περί τούτου.
Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που αφορούν στην επιχειρηματολογία της ιδίας και του Δικαστηρίου, δεν ελέγχονται αναιρετικώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι τυγχάνουν αβάσιμοι.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 9 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της επιδικάσεως περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν, καθ' όσον υποχρέωσε τον καθένα από τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων να καταβάλουν το 1/6 (16,67%) του ποσού του καταβληθέντος από την αναιρεσίβλητη στον δικαιοπάροχό τους Γ.
Μ. ποσό, συνολικού ύψους 350.640,22 αυτού, ήτοι ποσό 58.440,04 ευρώ, ενώ η Τράπεζα ζήτησε από τους ανωτέρω, ως αμφιθαλείς αδελφούς του αρχικού αντιδίκου να επιστρέψουν κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας (το 1/8 ή κατά ποσοστό 12.50%) και δη το ποσό των 43.830,03 ευρώ έκαστος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η νυν αναιρεσίβλητη Τραπεζική εταιρεία , εις εκτέλεση της η υπ' αριθμ. 473/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατέβαλε εκουσίως στον αρχικώς ενάγοντα Γ. Μ. το συνολικό ποσό των 350.640,22 ευρώ, για επιδικασθέν κεφάλαιο και τόκους αυτού και για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα. Την 3-09-2008 απεβίωσε ο Γ. Μ., ο οποίος ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους κατέλιπε τη σύζυγό του Σ.
Μ., τα αμφιθαλή αδέλφια του, Π. Μ., Δ. Μ. και Σ. Μ. και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Ε. Μ., ήτοι την Ε. Μ. και την Ά. Μ., κατά των οποίων εστράφη η από 13-9-2005 αίτηση αναιρέσεως της νυν αναιρεσίβλητης. Μετά την αναίρεση της ανωτέρω υπ' αριθ. 473/2005 αποφάσεως, με την από 18-11-2014 κλήση τινών εκ των δικαιοπαρόχων τού αρχικώς διαδίκου Γ.
Μ. επανεφέρθη (και δη των τριών νυν αναιρεσειόντων και του Π. Μ.) επανεφέρθη προς συζήτηση η από 4-2-2004 έφεση τούτου κατά της Τράπεζας και της υπ' αριθ. 7105/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η νυν αναιρεσίβλητη (τότε εφεσίβλητη) με τις από 14-10-2015 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου υπέβαλε παραδεκτώς αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι τότε καλούντες ( εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντος -εκκαλούντος) να επιστρέψουν το ποσό των 350.640,22 ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλλε στον ως άνω δικαιοπάροχό τους (αρχικό διάδικο) και δη έκαστος κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας, συγκεκριμένα δε: (α) ο καθένας από τους πρώτο (νυν πρώτο των αναιρεσειόντων), δεύτερο και τρίτο (νυν δεύτερο των αναιρεσειόντων) από τους καλούντες- επισπεύδοντες την έκκλητη δίκη, αμφιθαλείς αδελφούς του αρχικού αντιδίκου της, ποσόν 43.830,03 ευρώ (κατά το 1/8 ή κατά ποσοστό 12.50%) και (β) η τέταρτη από τους καλούντες- επισπεύδοντες (Σ.
χήρα Γ. Μ.), σύζυγος εν ζωή του αρχικού αντιδίκου, ποσόν 175.320,11 ευρώ (κατά το 1/2 ή κατά ποσοστό 50%). Η προσβαλλομένη απόφαση εδέχθη, ως προς το ανωτέρω ζήτημα τα ακόλουθα: "...
Συνεπώς ύστερα από την αναίρεση στο σύνολο της ανωτέρω απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και την εκούσια εκτέλεσή της ως προς το ποσό των 350.640,22 ευρώ συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και ως εκ τούτου πρέπει το ως άνω αίτημα επαναφοράς ... να γίνει δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως και να υποχρεωθούν οι καλούντες (διάδοχοι του αρχικού ενάγοντος-εκκαλούντος) να επιστρέφουν στην καθης η κλήση (εναγομένη-εφεσίβλητη) το ανωτέρω ποσό των 350.640,22ευρώ έκαστος κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας και δη ο καθένας από τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατά το 1/6 (ή 16,67%) ήτοι 58.440,04 ευρώ και η τέταρτη κατά το 1/2 (50%) ήτοι 175.320,11 ευρώ...". Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ., καθ' όσον επεδίκασε εις βάρος των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων (Δ. και Σ. Μ.) - ως προς τους οποίους εξετάζεται η ως άνω πλημμέλεια - ποσόν 58.440,04 ευρώ για τον καθένα, ενώ με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση η αναιρεσίβλητη Τράπεζα εζήτησε την καταβολή ποσού 43.830,03 ευρώ από τον καθένα, το οποίο αναλογεί στην κληρονομική μερίδα τούτων, κατά τα προαναφερθέντα.
Συνεπώς ο ανωτέρω σχετικός λόγος τυγχάνει βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' ο μέρος έκρινε επί του αιτήματος της καθ' ης η κλήση (εναγομένης-εφεσίβλητης- αναιρεσίβλητης) περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων - ταύτης παραμενούσης εν ισχύι ως προς τις λοιπές διατάξεις της - να κρατηθεί δε η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφ' όσον δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση, εν όψει δε της δεσμευτικής για το Εφετείο ενεργείας της παρούσης αποφάσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως, βάσει της εκτάσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 252/2017 ΑΠ 353/2015 ΑΠ 1162/2013, σχετ. Ολ. Α.Π. 42/2005).
Συνεπώς, δεκτού καθισταμένου ως κατ' ουσίαν βασίμου του ως άνω αιτήματος επαναφοράς, πρέπει να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως και να υποχρεωθούν οι πρώτος και τρίτος των καλούντων, Δ. Μ. και Σ. Μ. (διάδοχοι του αρχικού ενάγοντος-εκκαλούντος και νυν πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους και μόνο ανηρέθη η υπ' αριθ. 3177/82016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) να επιστρέψουν στην καθ' ης η κλήση (εναγομένη-εφεσίβλητη- νυν αναιρεσίβλητη) από το ανωτέρω ποσό των 350.640,22 ευρώ, εκάτερος κατά τον λόγο της κληρονομικής του μερίδας (κατά το 1/8 ή κατά ποσοστό 12.50%) και δη ποσόν 43.830,03 ευρώ ο καθένας. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του υπ' αυτών κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως εν μέρει ηττηθείσα, σε μέρος των δικαστικών εξόδων των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων για την προκειμένη δίκη (ΚΠολΔ 176,178 παρ. 1, 183, ΚΠολΔ). Εξ άλλου, πρέπει να καταδικασθεί η Τρίτη των αναιρεσειόντων σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 3177/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
ΔΕΧΕΤΑΙ το αίτημα της καθ' ης η κλήση (εναγομένης-εφεσίβλητης) περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους πρώτο και τρίτο των καλούντων, Δ. Μ. και Σ. Μ., αντίστοιχα, να καταβάλουν στην καθ' ης η κλήση, ποσόν 43.830,03 ευρώ ο καθένας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων για την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την Τρίτη των αναιρεσειόντων σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης για την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ