Supreme Court dismisses appeal against lawyer's contract for fixed fee, ruling it valid as employment contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a lawyer's employment contract. The court found that the lawyer provided services exclusively as a legal advisor without court representation, making the fixed-fee agreement legally equivalent to an indefinite-term employment contract under the Code of Lawyers. Consequently, the court held that the contract's validity was not affected by the lack of a formal termination procedure, as the lawyer had already ceased accepting services.
Legislator headnote
AI generatedArticles 63(3), 4, 5 of the Code of Lawyers; Article 11 of Law 1649/1986: A contract for legal services with a fixed periodic fee constitutes an employment contract of indefinite duration and is valid even if the statutory termination procedure was not followed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1101 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1101/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." που απορρόφησε την εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 766/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1413/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1/11/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013- ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013), είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή παροχής καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου. Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τέτοια υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικα γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Εξάλλου, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τα άρθρα 9 του ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 του ν.1892/1990, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία", που αποτελεί καθολική διάδοχο της συγχωνευθείσας με απορρόφηση εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου’ ‘ , η οποία συνεστήθη με το ν. 973/1979 (ΦΕΚ Α 226) ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που τελούσε υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη δια του Υπουργού των Οικονομικών, και είχε ως μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, οι δε προσλήψεις που γίνονται μετά την 10-10-1989, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του άνω ν. 1868/1989, χωρίς τη διατύπωση αυτή είναι άκυρες.
Ειδικότερα, κατά την παρ. 1 της διάταξης αυτής, ‘ ‘ η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων...’ ‘ . Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από την ως άνω διοικητική διαδικασία επιλογής εξαιρούνται ρητά εκείνοι οι δικηγόροι, οι οποίοι υπηρετούν ως προϊστάμενοι νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή ως νομικοί σύμβουλοι των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα.
Συνεπώς, οι προϊστάμενοι νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας και οι νομικοί σύμβουλοι προσλαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν της ειδικής νομοθεσίας που διέπει το νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα, το οποίο τους προσλαμβάνει. Σε περίπτωση δε κατά την οποία στη νομοθεσία αυτή δεν προβλέπεται ότι προηγείται της προσλήψεως ανάλογη διοικητική διαδικασία επιλογής, η σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα και του δικηγόρου που προσλαμβάνεται ως προϊστάμενος νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος, διέπεται αποκλειστικά από το ιδιωτικό δίκαιο, χωρίς δηλαδή να προηγείται της συμβάσεως διοικητική πράξη.
Νομικοί δε σύμβουλοι χαρακτηρίζονται οι δικηγόροι εκείνοι, οι οποίοι, άσχετα από τον τίτλο που κατέχουν και το χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή και μεταγενέστερα, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους, με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ’ αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η παραπάνω διαδικασία προσλήψεως (ΑΠ 1403/2014, 1619/2011, 229/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3790/1957, σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως με καταγγελία του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του ίδιου Κώδικα αμοιβή του, μέχρι πλήρους αποζημιώσεως.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως, Πρόκειται, δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο.
Το πταίσμα όμως αυτό, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους αποζημιώσεως. Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής.
Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ ΑΠ 570/1986, ΑΠ 308/2017, 411/2016, 453/2009).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως τα εξής: Ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένη στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το έτος 2008. Στις 5-4-2007 κατάρτισε έγγραφη σύμβαση με το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία ‘ ‘ Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ)’ ‘ , στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ’ ‘ , ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία ανέλαβε αυτή την υποχρέωση να παρέχει στην ΚΕΔ τις υπηρεσίες της ως ασκούμενη δικηγόρος, εκτελώντας τα καθήκοντα που οι προϊστάμενοί της θα της ανέθεταν, αντί αμοιβής 450 ευρώ μηνιαίως, πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα, αποδοχών και επιδόματος αδείας.
Το έτος 2008 η ενάγουσα, που είχε γίνει πλέον μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, έλαβε μέρος σε προκήρυξη πρόχειρου διαγωνισμού της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου για την παροχή νομικών υπηρεσιών και με σκοπό την κάλυψη θέσης με αντικείμενο ‘ ‘ Νομική υποστήριξη στη διαχείριση των Χ/Φ των μισθωμένων ακινήτων του Κλιμακίου Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας’ ‘ και αφού επελέγη, ως επιτυχούσα και πληρούσα τα απαραίτητα προσόντα, κατάρτισε με την εν λόγω εταιρεία, στην Αθήνα, στις 3-11-2008, σύμβαση, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση έργου, με την οποία συμφωνήθηκε η ενάγουσα να παρέχει τις υπηρεσίες της στη Νομική Υπηρεσία της ΚΕΔ, στην έδρα της, μέσα στο ωράριο που ίσχυε και για τους λοιπούς συναδέλφους της που υπηρετούσαν στη Νομική Υπηρεσία είτε με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, είτε σε οργανικές θέσεις.
Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ήταν δωδεκάμηνη, από 3-11-2008 έως 2-11-2009, και η συνολική αμοιβή της ενάγουσας ορίσθηκε στο ποσό των 14.400 ευρώ, με δυνατότητα καταβολής αυτής και σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Ότι αντικείμενο της εργασίας της ενάγουσας ορίσθηκε η παροχή νομικών συμβουλών σε θέματα σχετικά με την αξιοποίηση ακινήτων του Δημοσίου, υπό την εποπτεία των προϊσταμένων της, τις δε υπηρεσίες της ορίσθηκε ότι θα παρείχε στη Διεύθυνση Διαχείρισης, Εκμετάλλευσης και Αξιοποίησης Ακινήτων της ΚΕΔ και ειδικότερα στον τομέα της νομικής υποστήριξης στη διαχείριση των Χ/Φ των μισθωμένων ακινήτων του Κλιμακίου Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.
Ότι ακολούθως, πριν τη λήξη της συμβάσεως, λόγω τόσο του όγκου, όσο και της σοβαρότητας και πολυπλοκότητας των θεμάτων που χειριζόταν η ενάγουσα, αλλά και λόγω ελλείψεως προσωπικού, η ΚΕΔ κάλεσε την ενάγουσα την 1-9-2010 και υπέγραψαν παράταση της αρχικής σύμβασης μέχρι τις 2-2-2010, ενώ οι λοιποί όροι της αρχικής σύμβασης δεν άλλαξαν.
Στη συνέχεια και για τους ίδιους λόγους παρατάθηκε εκ νέου η σύμβαση της ενάγουσας μέχρι τις 30-4-2010, χωρίς αλλαγή στους λοιπούς όρους της σύμβασης. Μετά τη λήξη της ως άνω παράτασης, η ΚΕΔ έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης της τελευταίας, βάσει των ως άνω συμβάσεων, στην ΚΕΔ , δηλαδή από 3-11-2008 έως 30-4-2010, αυτή προσέφερε στην εν λόγω εταιρεία τις νομικές της υπηρεσίες, συνιστάμενες στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων σε θέματα που αφορούσαν στη διαχείριση των Χ/Φ των μισθωμένων ακινήτων του Κλιμακίου Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.
Ειδικότερα, το ως άνω Κλιμάκιο περιελάμβανε το μεγαλύτερο σε όγκο και σημασία Χ/Φ δημοσίων ακινήτων, αυτό του νομού Αττικής (αεροδρόμιο Ελληνικού, παραλία Γλυφάδας, κλπ), υπαγόταν στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Χ/Φ Ακινήτων Νότιας Ελλάδας, η οποία με τη σειρά της υπαγόταν στη Διεύθυνση Διαχείρισης, Εκμετάλλευσης και Αξιοποίησης Ακινήτων της ΚΕΔ.
Ότι, πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα ήταν υπεύθυνη για τα μισθωμένα ή υπό μίσθωση δημόσια ακίνητα των Χ/Φ του ανωτέρω κλιμακίου και επιφορτισμένη με τη νομική υποστήριξη των εν λόγω μισθώσεων, ενώ μερικά από τα θέματα με τα οποία ασχολείτο ήταν τα ακόλουθα: α)απαντήσεις σε πολλαπλά, ποικίλα και ιδιαίτερα εξειδικευμένα θέματα μισθώσεων, β)έλεγχος δυνατότητας νομίμων παρατάσεων μισθώσεων, καταγγελιών μισθώσεων, ανακαινίσεων και λοιπών παρεμβάσεων επί των μισθίων ακινήτων, γ)αναπροσαρμογές μισθωμάτων, δ)βεβαιώσεις μισθωμάτων στις αρμόδιες ΔΟΥ, ε)αντιμετώπιση απρόοπτων μεταβολών των συνθηκών - όρων των μισθώσεων, στ)αντιμετώπιση αναφυόμενων κωλυμάτων από τους περιορισμούς δόμησης και χρήσης γης επί των μισθίων ακινήτων, ζ)παροχή στοιχείων στο Νομικό Σύμβουλο Δικαστικών Υποθέσεων για τη δικαστική αντιμετώπιση των ζητημάτων, η)σύνταξη γνωμοδοτήσεων επί θεμάτων διατάραξης της νομής των μισθίων ακινήτων, μεταβιβάσεων μισθωτικών σχέσεων, έκδοσης πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, θ)διεκπεραίωση καθημερινής, τρέχουσας αλληλογραφίας με διοικητικά δικαστήρια, ΔΟΥ και Δήμους, ι)σύνταξη ενστάσεων απευθυνομένων σε αρμόδιες υπηρεσίες, όπως Πολεοδομία κλπ, ια)σύνταξη πρωτοκόλλων παράδοσης-παραλαβής ακινήτων, ιβ)παραλαβές ακινήτων, ιγ)σύνταξη εισηγήσεων προς το ΔΣ της ΚΕΔ επί θεμάτων του Κλιμακίου, ιδ)ενέργειες υλοποίησης των αποφάσεων του ΔΣ, ιε)σύνταξη και δημοσίευση διακηρύξεων δημοπρασιών εκμίσθωσης ακινήτων, ιστ)σύνταξη συμφωνητικών μισθώσεων, παρατάσεων και λοιπών τροποποιήσεων , ιζ)σύνταξη ερωτημάτων προς το Νομικό Σύμβουλο Μισθώσεων και ιη)καθημερινές προφορικές εισηγήσεις προς το Διευθυντή της Διεύθυνσης Διαχείρισης, καθημερινή επαφή, διαπραγμάτευση και συνεργασία με τους προϊσταμένους της και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο Διεύθυνσης επί των θεμάτων των μισθώσεων.
Δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι όλα τα έγγραφα που συνέτασσε η ενάγουσα ελέγχονταν και εγκρίνονταν από την Υπεύθυνη Κλιμακίου, τον Υποδιευθυντή και το Διευθυντή, ο οποίος ήταν αυτός που τελικά τα υπέγραφε, προκειμένου να εξέλθουν με αριθμό πρωτοκόλλου της Διεύθυνσης. Ότι, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η ενάγουσα παρείχε στην εναγομένη υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, απασχολούμενη αποκλειστικά με την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς την εντολέα της, με τη δικαστική εκπροσώπηση αυτής και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεών της, με την παράστασή της ενώπιον των δικαστηρίων και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, οι συμβάσεις της έφεραν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, χωρίς το κύρος της να θίγεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτισή της δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, διαδικασία.
Ότι η εναγομένη απασχόλησε την ενάγουσα μέχρι τις 30-4-2010, οπότε κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και έπαυσε έκτοτε να αποδέχεται τις νομικές της υπηρεσίες. Όμως, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, αφού δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν της καταβλήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση, με αποτέλεσμα να περιέλθει η εναγομένη σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών της ενάγουσας και να οφείλει σ’ αυτή μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 28-2-2012, οι οποίοι ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 22.600 ευρώ.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 11 του ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, ούτε και το άρθρο 94 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, αφού, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από αυτό, η ενάγουσα παρείχε στο εναγόμενο υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, απασχολούμενη αποκλειστικά με την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, με τη σύνταξη ενστάσεων, πρωτοκόλλων παράδοσης - παραλαβής, συμφωνητικών μισθώσεων, εισηγήσεις προς το ΔΣ της ΚΕΔ, εισηγήσεις προς το Διευθυντή της Διεύθυνσης Διαχείρισης της εναγομένης κλπ, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς την εντολέα της (αναιρεσείουσα), με τη δικαστική εκπροσώπησή της και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεών της, δια της παραστάσεώς της ενώπιον των δικαστηρίων, και ως εκ τούτου οι συμβάσεις της έφεραν το χαρακτήρα της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια αντιμισθία, χωρίς το κύρος τους να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτισή τους δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του ν. 1649/1986 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989) διαδικασία.
Επίσης, εφόσον η αναιρεσείουσα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη την οφειλόμενη αποζημίωση, δικαιούται η τελευταία να λαμβάνει τη συμφωνημένη αμοιβή της μέχρι την πλήρη καταβολή της ως άνω αποζημίωσης. Πρέπει, λοιπόν, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις σχετικές τους αιτιάσεις, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η δε αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1413/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ