Legislator Case Law & Legislation
1101/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of pedestrian's sole fault.

Case Number 1101/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the pedestrian's family against the Second Instance Court's judgment in a traffic accident case. The lower court determined the pedestrian bore sole responsibility for the collision with a bus, citing clear reasoning that made appellate review unnecessary. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's reasoning on substantive law is clear, sufficient, and based on common sense, rendering the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability sole fault pedestrian appellate review scope clear reasoning standard legal costs award Code of Civil Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(1), 559(19), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1101 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1101/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ε. συζ. Ν. - Γ. Α., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., 3) Δ. - Σ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 4) Ν. - Γ. Α. του Σ., κατοίκου ... 5) Δ. - Α. Α. του Ν. - Γ., κατοίκου ... για λογαριασμό του οποίου παρίστανται οι γονείς του (2η και 4ος ως άνω) που ασκούν τη γονική του μέριμνα, 6) Κ. - Ε. Α. του Ν. - Γ., κατοίκου ... για λογαριασμό της οποίας παρίστανται οι γονείς της (2η και 4ος ως άνω) που ασκούν τη γονική της μέριμνα, 7) Θ. Π. του Κ., 8) Ε. χας Ν. Α., κατοίκου ..., 9) Λ. συζ. Χ. Κ., το γένος Θ. Π., κατοίκου ..., 10) Β. συζ. Θ. Β., το γένος Θ. Π., κατοίκου ..., 11) Κ. Π. του Θ., κατοίκου ... και 12) Π. συζ. Π. Β., το γένος Θ. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 7ου των αναιρεσειόντων Θ. Π., που δεν παραστάθηκε, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Χουλιάρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Θ. Π. του Κ. (7ος) απεβίωσε στις 19-3-2011 και προσκόμισε την από 25-11-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Μουζακίου Ευάγγελου Καλαμπόκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Α., κατοίκου ... 2) Α. Κ. Ο., κατοίκου ..., 3) Α. Ν. Μ., κατοίκου ..., 4) Β. Ε. Μ., κατοίκου ..., 5) Α. Α. Π., κατοίκου ... και 6) αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΣ ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ & ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (ΣΥΝ.Π.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιου, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2008 αίτηση των ήδη 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ης, 8ης, 9ης, 10ης, 11ης και 12ης των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Θ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2012 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 10-12-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το τμήμα, που αφορά την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου, που επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η αίτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμ. ...29-12-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Σ. Λ. προκύπτει ότι αυτή μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Γρηγόρη Χουλιάρα, Δικηγόρου Αθηνών, δικαστικού πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων αντίγραφο της από 8-11-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 40/2012 απόφασης του Εφετείου ...

με πράξη κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του οικείου Εφετείου ... με αριθμό 40/8-11-2013 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αρχή της παρούσας αναφερόμενη και κλήση να παραστεί σ’ αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Επομένως εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Με την με αριθμό κατάθ. 40/8-11-2013 αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 40/2012 απόφασης του Εφετείου ..., το οποίο δικάσαν την από 8-12-2009 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 75/2009 πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απερρίφθη κατ’ ουσίαν η από 10-2-2008 αγωγή των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων απέρριψε την ως άνω έφεση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη στο ζήτημα της υπαιτιότητας της θανούσας πεζής, συζύγου του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, μητέρας των δευτέρας και τρίτου των εναγόντων και ήδη δευτέρας και τρίτου των αναιρεσειόντων πεθεράς του τέταρτου ενάγοντος και ήδη τέταρτου αναιρεσείοντος, γιαγιάς των πέμπτου και έκτης ανηλίκων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, για λογαριασμό των οποίων παρίστανται οι ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους τέταρτος και δεύτερη των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, θυγατέρα του εβδόμου ενάγοντος και ήδη εβδόμου αναιρεσείοντος και αδελφής των λοιπών εναγόντων (όγδοης, ένατης, δεκάτης, εντεκάτης και δωδεκάτης) και ήδη αναιρεσειόντων και του οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα ΔΧΕ λεωφορείου του Αστικού ΚΤΕΛ ...: "...Ενώ ο πρώτος εναγόμενος έβαινε, όπως προαναφέρθηκε, επί του ανωτέρω τμήματος της οδού ...

με κατεύθυνση προς την κεντρική πλατεία και με πολύ μικρή ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 30 χιλ/ώρα, και στο αντίθετο από το ρεύμα που κινούνταν αυτός ρεύμα κυκλοφορίας, υπήρχαν ακινητοποιημένα οχήματα, λόγω της πυκνότητας της κυκλοφορίας, η Α. Π. (σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, μητέρα της δεύτερης και του τρίτου, πεθερά του τέταρτου, γιαγιά του πέμπτου και της έκτης, θυγατέρα του έβδομου και αδελφή των λοιπών εναγόντων), αν και υπήρχε διάβαση πεζών σε απόσταση 25 μέτρων περίπου στην οποία λειτουργούσαν φωτεινοί σηματοδότες, επιχείρησε να διασχίσει εκείνη τη στιγμή πεζή και βιαστικά καθέτως το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού με κατεύθυνση την ..., προς το απέναντι πεζοδρόμιο, διερχόμενη μέσα από τα κινητοποιημένα οχήματα και ελέγχοντας την κίνηση μόνο από τα αριστερά της, διότι, προφανώς, αγνοούσε ότι η οδός ...

είχε γίνει διπλής κατευθύνσεως. Και ενώ το λεωφορείο έφτασε στο ύψος του αριθμού … της οδού, πετάχτηκε ξαφνικά από τα αριστερά του και πίσω από ένα αστικό λεωφορείο, που ήταν σταματημένο προσωρινά στο αντίθετο ρεύμα, η ανωτέρω πεζή, η οποία διάνυσε από τις διαχωριστικές κορίνες της οδού δύο βήματα εντός του ρεύματος πορείας του λεωφορείου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ήτοι ένα (1) περίπου μέτρο (λαμβάνοντας υπόψη ότι το πλάτος της οδού σ’ αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας ήταν 3,30 μέτρα και το πλάτος του λεωφορείου 2,55 μ).

Ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του λεωφορείου, μόλις αντιλήφθηκε την πεζή να διασχίζει το ρεύμα πορείας του σε απόσταση ενός μέτρου περίπου, αμέσως τροχοπέδησε το λεωφορείο, το οποίο και ακινητοποιήθηκε σχεδόν αμέσως, αλλά λόγω της μικρής απόστασης που είχε από αυτή δεν μπόρεσε να αποφύγει το ατύχημα και συγκεκριμένα χτύπησε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματός του την πεζή στον αιμοθώρακα αριστερά, η οποίο αφού εκτινάχθηκε προς το πίσω, κατέπεσε στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα να χτυπήσει το πίσω μέρος της κεφαλής της και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξ αιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της, λίγες ημέρες μετά, στις 23.9.2006, στο νοσοκομείο ..., όπου είχε μεταφερθεί αμέσως μετά το ατύχημα.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω, τα οποία προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας ..., καθώς και τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Θ. Μ. και Γ. Κ., υπαίτια για το θανάσιμο τραυματισμό της είναι η ίδια η πεζή, η οποία από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων της και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός πεζός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες (άρθρο 330 ΑΚ), επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού ...

από σημείο στο οποίο δεν υπήρχε διάβαση πεζών, παρόλο που σε μικρή απόσταση από τον τόπο του ατυχήματος υπήρχε τέτοια διάβαση και, αφού διέσχισε από ακινητοποιημένα προσωρινώς οχήματα το ρεύμα πορείας με κατεύθυνση την οδό ..., εν συνεχεία εισήλθε βιαστικά και εντελώς ξαφνικά στο αντίθετο ρεύμα πορείας επί του οποίου κινούνταν εκείνη τη στιγμή το λεωφορείο, χωρίς να ελέγξει αν μπορούσε να πράξει αυτό με δική της ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κίνηση των κινουμένων επί της οδού οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 4 στ.

ε’ Κ.Ο.Κ.), καθόσον δεν έλεγξε από δεξιά της την κίνηση των οχημάτων, αφού είχε την πεποίθηση ότι η οδός ... ήταν μονής κατευθύνσεως και δεν γνώριζε ότι την ημέρα εκείνη είχε δοθεί και αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για την κίνηση των μέσων μαζικής μεταφοράς, με αποτέλεσμα να μην αποφευχθεί ο θανάσιμος τραυματισμός της.

Αντιθέτως, καμία υπαιτιότητα για το ατύχημα δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του λεωφορείου, ο οποίος αποδείχτηκε ότι έβαινε με κανονική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα 25 - 30 χιλ/ώρα (κατά πολύ μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα), δεν ήταν δε σε καμία περίπτωση, εντός των ορίων της επιμελείας μέσου συνετού οδηγού, σε θέση να προβεί σε κάποια αποτρεπτική του ατυχήματος ενέργεια, εφ’ όσον η πεζή εισήλθε αιφνιδίως στο ρεύμα πορείας του και μάλιστα ανάμεσα από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, χωρίς να ελέγξει καθόλου αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο από δεξιά της, ενώ ο ως άνω οδηγός πέδησε άμεσα και ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε, χωρίς, όμως, να μπορέσει να αποφύγει την επαφή με την πεζή, λόγω της μικρής απόστασης που αυτή έγινε αντιληπτή από τον οδηγό του λεωφορείου, κατά τα προαναφερόμενα.

Η μικρή ταχύτητα του λεωφορείου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η πεζή δεν επλήγη με σφοδρότητα και δεν εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση, ενώ ο θανάσιμος τραυματισμός της οφείλεται στην πτώση της στο οδόστρωμα. Επομένως η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του στην αυτή κρίση κατέληξε, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως, που αναφέρονται όλοι σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως αλλ’ ούτε και πλαγίως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της θανούσας πεζής χωρίς καμία υπαιτιότητα να βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, οδηγό του εμπλακέντος στο ατύχημα ΔΧΕ λεωφορείου.

Ειδικότερα την αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσας πεζής την απέδωσε στο γεγονός ότι η τελευταία προτιθέμενη να περαιωθεί στην απέναντι πλευρά του οδοστρώματος επιχείρησε διερχόμενη ανάμεσα από ακινητοποιημένα, προσωρινώς, οχήματα απροσέκτως να το διασχίσει, χωρίς να ελέγξει από δεξιά της την κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει αυτό με δική της ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κίνηση των κινουμένων επί της οδού οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 4 στ.

ε ΚΟΚ), παρά το γεγονός ότι σε μικρή απόσταση από τον τόπο του ατυχήματος υπήρχε διάβαση πεζών. Αναφορικά δε με την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα ΔΧΕ λεωφορείου αυτή συνίσταται αφενός στην κανονική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 25 - 30 χιλ./ώρα, που ήταν μικρότερη του ανωτάτου ορίου των 50 χιλ./ώρα και αφετέρου στον αιφνιδιασμό του από την πεζή, η οποία εισήλθε στο οδόστρωμα τη στιγμή που το ζημιογόνο λεωφορείο βρισκόταν σε απόσταση ενός μέτρου απ’ αυτή με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αποφύγει την παράσυρσή της.

Εξάλλου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε σ’ αυτή πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της πεζής, οι οποίες σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προαναφερθέντων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των μνησθεισών άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και για ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών της είναι αβάσιμα κατ’ ουσία και απορριπτέα.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη του την με αριθμό πρωτ. 18096/12-10-2006 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου .... Από την βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω βεβαίωση, στην οποία αναφέρονται οι σωματικές κακώσεις που υπέστη η πεζή συνεπεία της πρόσκρουσής της με το ζημιογόνο λεωφορείο, αφού η προσβαλλόμενη έκρινε μεταξύ άλλων ότι η πεζή Α.

Π. υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της λίγες ημέρες μετά στις 23-9-2006 στο Νοσοκομείο .... Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που προσάπτει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, μετά την προσθήκη της παρ. 4 στο άρθρο 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2-4-2012, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων - καταθεσάντων πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 40/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Αυγούστου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ