1101/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1101/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π., Ν. Π. και Ε. Π., που δήλωσαν νόμιμα ότι συνεχίζουν την αρξαμένη από τη μητέρα τους ως άνω αναιρετική δίκη, υπεισερχόμενοι στη θέση αυτής. Επομένως οι ανωτέρω σύννομα επαναλαμβάνουν την προκειμένη αναιρετική δίκη μετά τη διακοπή της λόγω του θανάτου της αναιρεσείουσας μητέρας τους Μ. Π. και πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1101 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1101/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π., το γένος Ν. Ρ., η οποία δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η δικηγόρος Θεοδώρα Πέτρουλα - Πέτρου δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 4/6/2013 και κληρονομήθηκε από τον Ν. Π. και Ε. Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκαν με την ίδια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. - Α. συζ. Θ. Α., κατοίκου ..., 2) Α. Α. του Θ., κατοίκου ..., 3) Β. Α. του Θ., κατοίκου ... και 4)Χ. συζ. Ν. Β., το γένος Θ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κατσαφάδο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7515/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/6/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 28/12/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4/6/2009 αίτησης για αναίρεση της 26/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 286 περ. α και 290 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η δίκη που διακόπτεται λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου μπορεί να επαναληφθεί εκούσια με ρητή δήλωση των κληρονόμων του διαδίκου υπερ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, πως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση υπόθεσης για συζήτηση της από 14-6-2009 αίτησης της Μ.
Π., το γένος Ν. Ρ. για αναίρεση της υπ' αρ. 26/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στις 8-1-2014, εμφανίστηκαν οι Ν. Π. και Ε. Π. μαζί με την πληρεξούσια τους δικηγόρο Θεοδώρα Πέτρουλα-Πέτρου και δήλωσαν ότι στις 4-6-2013 απεβίωσε η ως άνω αναιρεσείουσα που ήταν μητέρα τους και την κληρονόμησαν και ότι επαναλαμβάνουν την προκειμένη αναιρετική δίκη που διακόπηκε λόγω του προαναφερομένου θανάτου, υπεισερχόμενος στη θέση εκείνης, η δήλωση τους δε αυτή καταχωρίστηκε στα παραπάνω πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου.
Περαιτέρω επί τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους Ν. και Ε. Π. έγγραφα, 1) το επί 6-6-2013 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Μ. Π. του Ν. του ληξιαρχείου Αθηναίων και 2) το υπ' αριθ. Πρωτοκόλλου 55907/5-7-2013 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δήμου Χανίων, προκύπτει ότι την 4-6-2013 ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης απεβίωσε η ως άνω αναιρεσείουσα και ότι μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς της είναι τα δύο τέκνα αυτής και του προαποβιώσαντος συζύγου της Ε.
Π., Ν. Π. και Ε. Π., που δήλωσαν νόμιμα ότι συνεχίζουν την αρξαμένη από τη μητέρα τους ως άνω αναιρετική δίκη, υπεισερχόμενοι στη θέση αυτής. Επομένως οι ανωτέρω σύννομα επαναλαμβάνουν την προκειμένη αναιρετική δίκη μετά τη διακοπή της λόγω του θανάτου της αναιρεσείουσας μητέρας τους Μ. Π. και πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
H νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς τω νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.
Πολ.Δ. Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 περ. α Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Περαιτέρω η διάταξη διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη ( άρθρο 1782 εδ.
Β ΑΚ). Σύμφωνα με την αληθινή έννοια του εν λόγω άρθρου, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ, στη σχετική αγωγή για ακύρωση διάταξης διαθήκης ως προϊόντος απάτης πρέπει, πλην των λοιπών τυπικών στοιχείων, να αναφέρονται με σαφήνεια και κάθε λεπτομέρεια τα δόλια μέσα ή τεχνάσματα που χρησιμοποιήθηκαν για να προχωρήσει ο διαθέτης στην τελευταία του διάταξη, δηλαδή οι ψευδείς και υποβολιμαίες ή δελεαστικές παραστάσεις, οι οποίες δολίως και τεχνηέντως γενόμενες, καταπείθουν και παρασύρουν τον διαθέτη στην τελευταία διάταξη, την οποία, χωρίς τις παραστάσεις αυτές, δεν θα διατύπωνε, ενώ δεν αρκεί, για το κατά νόμο ορισμένο της αγωγής, ο γενικός χαρακτηρισμός ότι υπάρχει απάτη.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη του γεγονότα που αναφέρονται στην ένδικη περί ακυρώσεως διαθήκης κατά των αναιρεσιβλήτων αγωγή της και έτσι απέρριψε τη σχετική κυρία βάση αυτής ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αρχικώς αναιρεσείουσα, με την ένδικη από 22-5-2006 αγωγή της κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ισχυρίστηκε τα εξής:
Στις 16-2-2003 πέθανε στο Αμαρούσιο Αττικής η Α. Π., η οποία άφησε δύο δημόσιες διαθήκες, ήτοι την από 18-3-1992, συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Αθανασίου Χρ. Ευθυμίου και την από 21-12-2002 συνταχθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Ν. Σαντοριναίου -Γεωργιάδη, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα. Ότι με την πρώτη εξ αυτών εγκατέστησε ως κληρονόμους την πρώτη εναγομένη επί του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος της πολυκατοικίας στην οδό ...
του ..., μετά των εντός αυτού ακινήτων πραγμάτων της, την ίδια (ενάγουσα επί του υπό στοιχεία Α3 διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας και τον Ε. Π. του Κ. (αδελφό της πρώτης εναγομένης), επί μιας γκαρσονιέρας του ισογείου της πολυκατοικίας στις οδούς ... και ... του ... . Ότι με τη δεύτερη (νεώτερη) διαθήκη εγκατέστησε ως κληρονόμους της πρώτης εναγομένης σ' ολόκληρη την κινητή περιουσία της και στο παραπάνω υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα της οδού ...
του ... και τους τρεις τελευταίους εναγόμενους (τέκνα της πρώτης) κατ' ισομοιρία στο υπό στοιχείο Α-3 διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Ότι η πραγματική βούληση της διαθέτιδας, εν τούτοις, ήταν να ισχύσει η πρώτη διαθήκη της και να αφήσει στην ίδια (ενάγουσα) το υπό στοιχεία Α-3 διαμέρισμα, προέβη δε στη σύνταξη της δεύτερης (νεότερης) διαθήκης, με την οποία αναιρείται κατά τούτο η πρώτη, παραπλανηθείσα συνεπεία δόλιων, παραπλανητικών και αντίθετων προς τα χρηστά ήθη ενεργειών και μεθοδεύσεων των εναγομένων, οι οποίοι γνώριζαν καλώς την βεβαρημένη κατάσταση της υγείας της, εντεύθεν δε υπολόγισαν το βραχύβιο της, που δεν θα της επέτρεπε μεταγενέστερα να λάβει γνώση των παράνομων ενεργειών τους, ακόμη δε απαγόρευσαν την είσοδο της ενάγουσας στο γηροκομείο όπου ζούσε η διαθέτις, ενώ μετέβαλαν και τη συμπεριφορά τους έναντι αυτής, ώστε η εν λόγω δεύτερη διαθήκη είναι ακυρώσιμη λόγω απάτης.
Ότι η ίδια διαθήκη, εξ άλλου είναι άκυρη, διότι κατά το χρόνο σύνταξης της η διαθέτιδα στερούνταν της όρασης και η συμβολαιογράφος, που τη συνέταξε, βεβαίωσε σ' αυτήν ψευδώς ότι ουδεμιάς αίσθησης στερείται και ακόμη ότι αυτή (διαθήκη) υπογράφεται υπό μόνης της συμβολαιογράφου και των τριών μαρτύρων, όχι δε και από τη διαθέτιδα "λόγω παθήσεως της δεξιάς χειρός της", χωρίς να αναφέρεται η ακριβής αιτία της πάθησης της ούτε η δήλωση της ιδίας της διαθέτιδας ότι δεν μπορεί να υπογράψει.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά η ενάγουσα ζήτησε κύρια μεν να κηρυχθεί άκυρη η δεύτερη από τις παραπάνω δύο διαθήκες κατ' άρθρο 1782 ΑΚ ως προϊόν απάτης, επικουρικά δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της κατ' άρθρο 1733 παρ. 2 γ' ΑΚ και περαιτέρω, σ' αμφότερες τις περιπτώσεις, να αναγνωρισθεί η ίδια ως εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιώσασας Α.
Π. επί του υπό στοιχεία Α-3 διαμερίσματος της πολυκατοικίας στην οδό ... του ... δυνάμει της πρώτης διαθήκης. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της, είναι απορριπτέα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, κατά την κύρια βάση της είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύονται, έστω και στοιχειωδώς, οι ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις, στις οποίες φέρονται οι εναγόμενοι να προέβησαν προς την διαθέτιδα, που είχαν ως αποτέλεσμα να προβεί αυτή στη σύνταξη της δεύτερης διαθήκης, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο έκρινε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση της, και στην συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν το συναφή λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή κατά την κυρία βάση της ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1724, 1730, 1732 και 1733 παρ. 2 στοιχ. Γ' Α.Κ., η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας βούλησης του ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 1725 έως 1737 Α.Κ.
Ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων, τα οποία συμπράττουν και πρέπει να είναι παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης, που συντάσσεται κατά τους ορισμούς του άρθρου 1723 ΑΚ και υπογράφεται από τον διαθέτη και από τα συμπράττοντα πρόσωπα.
Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει, η υπογραφή του αναπληρώνεται από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στην ανωτέρω πράξη του συμβολαιογράφου. Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης (1733 παρ. 2 γ' Α.Κ) συνάγεται ότι δεν υπάρχει έδαφος έρευνας αν η δήλωση του διαθέτη, ότι αδυνατεί να υπογράψει, ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια, ο δε λόγος αδυναμίας της υπογραφής είναι αδιάφορος.
Η έννοια της διάταξης αυτής, ερμηνευόμενης κατά το γράμμα και το σκοπό της, είναι ότι η δήλωση στη δημόσια διαθήκη, ότι η πράξη δεν υπογράφηκε από τον διαθέτη λόγω της αδυναμίας του, πρέπει να προέρχεται από τον ίδιο και όχι από τον συμβολαιογράφο, αφού μόνο ο διαθέτης έχει άμεση γνώση της αδυναμίας του να υπογράψει.
Από αυτό όμως δεν συνάγεται ότι για την εξωτερίκευση της αδυναμίας απαιτείται η χρήση πανηγυρικής έκφρασης, η έλλειψη της οποίας δημιουργεί ακυρότητα της διαθήκης. Αν λείπει τέτοια δήλωση, αναπληρώνεται πρόδηλα από τη βεβαίωση του συμβολαιογράφου, αν από αυτή συνάγεται αναμφισβήτητα, σε συνδυασμό με την έγκριση από τον διαθέτη του περιεχομένου της, ότι η περί αδυναμίας υπογραφής σιωπηρή δήλωση ανήκει στον ίδιο τον διαθέτη, ο οποίος ταυτόχρονα θέλησε το περιεχόμενο της διαθήκης και παρίστατο κατά την ανάγνωση της σχετικής πράξης.
Περαιτέρω, η δημόσια διαθήκη έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, δηλαδή αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα καταχώρησε ο συμβολαιογράφος, ότι έγιναν από αυτόν ή ενώπιον του, ώστε να μη μπορεί να τα αμφισβητήσει τρίτος, παρά μόνο αν προσβάλει τη συμβολαιογραφική πράξη ως πλαστή ή ακριβέστερα για ψευδή βεβαίωση περιστατικών από τον συμβολαιογράφο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 Π.Κ.
Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται στη δημόσια διαθήκη, κατά των οποίων ανταπόδειξη μπορεί να γίνει μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλάστης, είναι και η τήρηση των διατυπώσεων, που προβλέπουν τα άρθρα 1725 έως 1737 Α.Κ. μεταξύ των οποίων και ότι έγινε η κατά το άρθρο 1730 Α.Κ δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη προφορικά ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων, ο τόπος σύνταξης αυτής, καθώς και η βεβαίωση ότι η πράξη διαβάστηκε στον διαθέτη ενώ άκουαν τα συμπράττοντα πρόσωπα και ότι ο διαθέτης δήλωσε ότι δεν μπορούσε να υπογράψει, η δε υπογραφή του αναπληρώθηκε από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στην πράξη.
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο, με τον απορρίψει την ένδικη περί ακυρώσεως διαθήκης αγωγή της κατά τη επικουρική βάση της (ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης λόγω παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 1724, 1730, 1732 και 1733 παρ. 2 γ ΑΚ), ως μη νόμιμη, παραβίασε τις αμέσως παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, επειδή, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενώ η διαθέτις κατά τη σύνταξη της διαθήκης αυτής στερούνταν της όρασης η συμβολαιογράφος βεβαίωσε ψευδώς ότι ουδεμίας αίσθησης στερείται και ακόμη, επειδή, ενώ η διαθήκη δεν υπογράφηκε από τη διαθέτιδα "λόγω παθήσεως της δεξιάς χειρός", δεν αναφέρεται η ακριβής αιτία της πάθησης της, ούτε η δήλωση της ίδιας της διαθέτιδας ότι δεν μπορεί να υπογράψει.
Η ένδικη αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική βάση της, δεν είναι νόμιμη επειδή το επικαλούμενο από την ενάγουσα γεγονός ότι η διαθέτιδα στερούνταν της όρασης της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και η συμβολαιογράφος βεβαίωνε ανακριβώς (ψευδώς) σ' αυτήν ότι ουδεμία αίσθηση στερείται, αληθές υποτιθέμενο, δεν συνεπάγεται ούτε ανικανότητα της διαθέτιδας προς σύνταξη δημόσιας διαθήκης ούτε ασκεί έννομη επιρροή στο κύρος της συνταχθείσας τοιαύτης και περαιτέρω, αναφορικά προς τη βεβαίωση της συμβολαιογράφου ότι δεν υπέγραψε λόγω πάθησης της δεξιάς χειρός της, η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η βεβαίωση αυτή είναι ψευδής, αλλ' ότι δεν καταχωρήθηκε τούτο ως δήλωση της ίδιας διαθέτιδας περί αδυναμίας υπογραφής, πράγμα το οποίο όμως δεν οδηγεί σε ακυρότητα της διαθήκης, διότι η έλλειψη καταχώρησης τέτοιας πανηγυρικής τυπικής δήλωσης αναπληρώνεται από τη σχετική βεβαίωση της συμβολαιογράφου.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική βάση της, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εύρει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Θεωρούνται ως διδάγματα της κοινής πείρας οι σταθερές αρχές, κανόνες και αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών ( οπότε και μόνο μπορεί να εύρει έδαφος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος) ή για τη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή γενικώς κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα και για την εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (οπότε η χρησιμοποίηση ή μη από το δικαστήριο των διδαγμάτων αυτών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη).
Εξάλλου, η αγωγή πρέπει να αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά γεγονότα που αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την παράθεση διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία δεν αποτελούν πραγματικά γεγονότα και συνεπώς αυτά δεν μπορούν να αναπληρώσουν τα ελλείποντα πραγματικά γεγονότα της αγωγής.
Με το δεύτερο, από τον αριθ. 1 εδ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, η αναιρεσείουσα, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν πλέον τα προαναφερόμενα δύο τέκνα της, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να παραλείψει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας που αναφέρονται στο λόγο αυτό για τον προσδιορισμό της έννοιας της απάτης ( άρθρ. 147 ΑΚ) και να απορρίψει την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της ως αόριστη, παραβίασε την παραπάνω διάταξη.
Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, επειδή σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σκέψη, η αοριστίας της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων κοινής πείρας. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε ένα από τους κυρίους ή πρόσθετους λόγους έφεσης που προτάθηκαν για να στηρίξουν το ένδικο αυτό μέσο.
Πράγματι, το Εφετείο οφείλει να κρίνει, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ή όχι σωστά με βάση τους διαλαμβανόμενους στο εφετήριο λόγους και τους τυχόν βραδύτερα προτεινόμενους πρόσθετους, εφόσον εισάγουν ουσιώδη για την κρίση της ένδικης διαφοράς παράπονα. Με τον πέμπτο, από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ή αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το συναφή λόγο έφεσης της ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά το αποδεικτικό υλικό ( έγγραφα, καταθέσεις των μαρτύρων Ν.
Π. και Δ. Κ.) και έτσι απέρριψε την ένδικη αγωγή. Ο λόγος όμως της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη η ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 451/1996 Δ/νη 38,56). Εξάλλου, οι από τους αριθμ. 11 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγοι αναίρεσης, δεν ιδρύονται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη η ως πρόωρη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση με αυτό απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αρχικής αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή κατά μεν την κυρία βάση της ως αόριστη κατά δε την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη. Επομένως, ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρώτος κατά το δεύτερο τμήμα του, λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα σ'αυτόν αναφερόμενα έγγραφα, ο απ' τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών και ο από τον αριθ. 10 εδ.
α' του ίδιου ως άνω άρθρου έκτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή χωρίς απόδειξη, πρέπει, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σκέψη, ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττώνται στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.ΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2009 αίτηση της Μ. Π., το γένος Ν. Ρ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν οι Ν. Π. του Ε. και Ε. Π. του Ε., για αναίρεση της υπ' αρ. 26/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ