Legislator Case Law & Legislation
1101/2012 AI generated

1101/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1101/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/03/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3645/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 489/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1020/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο καλών με την από 12-10-2011 κλήση του.

Legislator headnote

AI generated

1101/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): τις 6234Δ' και 6235Δ'/10-1-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), περιλήψεις δε των ως άνω δικογράφων κλήσης και ένδικης αίτησης αναίρεσης δημοσιεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στις δυο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών (Αυγή, αριθ. φύλλου 11316 της 27-1-2012 και Ελεύθερη Ώρα, αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1101 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1101/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριο Σιώτο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Κ. του Α., πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ-Δ.Ε.Η.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικόλαου Κριθαρά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/03/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3645/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 489/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1020/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο καλών με την από 12-10-2011 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 5-5-2010 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των τριών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα κεφάλαια και τις αντίστοιχες διατάξεις της με τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι της εφέσεως του αναιρεσείοντος που έχουν σχέση με την απόρριψη ως πρόωρης και ως αόριστης αντίστοιχα της αγωγής του κατά τα εις το σκεπτικό αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12-10-2011 κλήση, εισάγεται προς νέα συζήτηση η από 22-6-2009 αίτηση του Μ. Σ. του Μ., κατά 1) του Ν. Κ. του Α., πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής και 2)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΔΕΗ", για αναίρεση της 489/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε προσδιορισθεί να εκδικαστεί αρχικά στις 14-5-2010 και μετ' αναβολής στις 5-11-2010, οπότε ματαιώθηκε λόγω της διεξαγωγής των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών στις 7 και 14-11-2010.

Με νέα κλήση, η αίτηση προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 6-5-2011, πλην όμως εκδόθηκε η 120/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, λόγω μη επίδοσής της προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, αλλά στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Ήδη, η ως άνω κλήση και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπροθέσμως για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αγνώστου διαμονής, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ.

τις 6234Δ' και 6235Δ'/10-1-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), περιλήψεις δε των ως άνω δικογράφων κλήσης και ένδικης αίτησης αναίρεσης δημοσιεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στις δυο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών (Αυγή, αριθ. φύλλου 11316 της 27-1-2012 και Ελεύθερη Ώρα, αριθ.

φύλλου 2718 της 28-1-2012). Επομένως, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-5-2012), πρέπει να δικαστή σαν να ήταν παρών και προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο (ειδικά δε κατά παράβαση δικονομικού δικαίου διάταξης) κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 118 και 216 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε αόριστο το δικόγραφο της αγωγής (ποιοτικά ή ποσοτικά) καίτοι ήταν πλήρως ορισμένο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Τέλος από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό ζήτημα το θέμα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει, ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται κατ' ουσίαν ως αβάσιμη (Α.Π. 721/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, η επισκόπηση του οποίου είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίθεται ότι στις 27-9-1985 ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγησή του, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον σοβαρό τραυματισμό του ιδίου, που οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτ/τα του κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, που έλαβε χώρα κάτω από τις αναλυτικά περιγραφόμενες συνθήκες. Ότι κατά των αναιρεσιβλήτων έχει ασκήσει σειρά προγενέστερων αγωγών του και ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου και η ζημία του ιδίου κατά τον οριοθετηθέντα στις άνω αγωγές χρόνο.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητεί τα ακόλουθα: α) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον, συνολικό ποσόν 51.657 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος χρονικού διαστήματος από 1-7-2004 έως 30-6-2006, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης και β) να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων αφενός να του καταβάλουν για το πέραν της 1-7-2006 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του στις 18-11-2030 ποσόν 27.600 ευρώ ετησίως ή αντίστοιχα 2.300 ευρώ μηνιαίως, προσαυξανόμενο την 1η Ιουλίου κάθε έτους κατά ποσοστό 5% επί του εκάστοτε κατά το αμέσως προηγούμενου έτος καταβαλόμενου ποσού, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος, που μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να αποκομίζει ασκώντας το επάγγελμα του σερβιτόρου, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ένδικο ατύχημα, με την ρητή επιφύλαξη της αναπροσαρμογής του σύμφωνα με το άρθρο 334 του ΚΠολΔ, και αφ' ετέρου ποσόν 1.620 ευρώ μηνιαίως για το πέραν της 18-11-2030 χρονικό διάστημα και μέχρι το χρόνο του θανάτου του, προσαυξανόμενο από της εκδόσεως της αποφάσεως και μέχρι του θανάτου του κατά ποσοστό 5% ετησίως, το οποίο αυτός μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να αποκομίζει από σύνταξη γήρατος, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ένδικο ατύχημα, με την ρητή επιφύλαξη της αναπροσαρμογής του σύμφωνα με το άρθρο 334 του ΚΠολΔ.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή καθόσον αφορά το αναγνωριστικό αίτημα αποθετικής ζημίας, του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα μετά την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, δηλαδή από της 19-11-2030 και μέχρι του χρόνου του θανάτου του, είναι ορισμένη κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 118 και 216 ΚΠολΔ και 929 και 298 ΑΚ, καίτοι δεν προσδιορίστηκε στην αγωγή το καταληκτικό σημείο του ανωτέρου χρονικού διαστήματος με τον προσδιορισμό του χρόνου θανάτου του (αναιρεσείοντος) και της πιθανής διάρκειας ζωής του, αφού είναι βέβαιο ότι θα επέλθει το καταληκτικό αυτό χρονικό σημείο, ενώ ο αναγνωριστικός χαρακτήρας του αντίστοιχου αιτήματος, και η μη προβολή αιτήματος για την εφάπαξ επιδίκαση των αιτούμενων περιοδικών παροχών, δεν καθιστά αόριστο ούτε ανεπίδεκτο δικαστικού προσδιορισμού το ίδιο αίτημα.

Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, που απέρριψε αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε αόριστο το ίδιο αγωγικό αίτημα, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο, και ο αντίστοιχος τρίτος λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος. Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων:

Στις 29.7.1985 και ώρα 11.45 ο Ν. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), επί της διπλής κατευθύνσεως Λεωφόρου Ζανάκη στην νήσο Τήνο, συγκρούσθηκε με την αντιθέτως ερχόμενη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Μ.

Σ., με αποτέλεσμα να προκληθεί ο σοβαρός τραυματισμός του τελευταίου οδηγού, ο οποίος υπέστη εγκεφαλική διάσειση, θλάση θώρακα με κάταγμα 1ης πλευράς δεξιά, κάταγμα στυλοειδούς απόφυσης δεξιάς κερκίδας, θλαστικά τραύματα δεξιού γόνατος και βαρεία κάκωση δεξιού άκρου ποδός, εξ αιτίας της οποίας κακώσεως έγινε ακρωτηριασμός του ποδός στο ύψος του μεταταρσίου.

Ο παθών, κατά το ατύχημα, εργάζετο ως σερβιτόρος στην κεντρική καφετέρια - παμπ της νήσου Τήνου, με την επωνυμία Labito, με ημερήσιες αποδοχές σε ποσοστό 16% επί των καθημερινών εισπράξεων του καταστήματος αυτού, πλέον των φιλοδωρημάτων, αυτός δε αδυνατούσε να εργαστεί ως σερβιτόρος κατά το διάστημα από 29.7.1985 έως και 20.6.1987 και απώλεσε 7.726,19 ευρώ.

Ο παθών αδυνατούσε επίσης να εργαστεί στην παραπάνω εργασία του για τα διαστήματα 1.7.1987 έως 30.6.1992, 1.7.1992 έως 30.6.1995, 1.7.1995 έως 30.6.2000 και από 1.7.2000 έως 30.6.2002 με απώλεια εισοδημάτων εκ της εργασίας του κατά τα παραπάνω διαστήματα εκ 36.085,11, 31.958,91, 60.014,67 και 24.540 ευρώ, αντίστοιχα. Για τις συνθήκες του ατυχήματος, την απασχόληση του παθόντα κατά το ατύχημα στην παραπάνω επιχείρηση, την εν γένει κατάσταση της υγείας του, την αδυναμία της απασχολήσεώς του στην εργασία αυτή, με αντίστοιχη απώλεια εισοδημάτων για το παραπάνω χρονικό διάστημα (29.7.1985 έως και 30.6.2002) έχουν κρίνει με ισχύ δεδικασμένου η με αριθμό 2281/1990 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και οι με αριθμούς 2283/1998, 3491/2000, 2325/2002 και 602/2004 αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που επικυρώθηκαν με αντίστοιχες με αριθμούς 1567/1999, 8697/2001, 787/2003 και 8395/2004 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου.

Επί της από 5.4.2004 τελευταίας αγωγής του παθόντα με τη με αριθμό 1419/2006 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κρίθηκε αδυναμία του παθόντος προς εργασία για το διάστημα από 1.7.2002 έως και 30.6.2004 με απώλεια εισοδήματος 47.025 ευρώ, χωρίς να προκύπτει τελεσιδικία της αποφάσεως αυτής. Περαιτέρω, επί της ένδικης αγωγής του παθόντα προέκυψε ότι αυτός λόγω της φύσεως του τραυματισμού του (ακρωτηριασμός του δεξιού άκρου ποδός στο ύψος του μεταταρσίου), δεν εργάσθηκε, ούτε είχε τη δυνατότητα να εργαστεί ως σερβιτόρος ή σε άλλη παρεμφερή εργασία, που απαιτεί ορθοστασία, για το διάστημα από 1.7.2004 έως και 30.6.2006.

Ο παθών εάν συνέχιζε την εργασία του σερβιτόρου κατά το διάστημα αυτό θα κέρδιζε 70 ευρώ ημερησίως τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο για απασχόληση 92 συνολικά ημερών και 35 ευρώ ημερησίως επί 25 ημέρες μηνιαίως τους υπόλοιπους μήνες. Αυτός θα εξακολουθούσε να εργάζεται το διάστημα από 1.7.2006 έως και 30.6.2008" θα κέρδιζε δε μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, 77 ευρώ ημερησίως τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο για απασχόληση 92 συνολικά ημερών και 38 ευρώ ημερησίως επί 25 ημέρες μηνιαίως τους υπόλοιπους μήνες.

Αυτός απώλεσε εισοδήματα εκ της μη απασχολήσεως στην παραπάνω εργασία του ως σερβιτόρος για το διάστημα από 1.7.2004 έως 30.6.2006 συνολικά 28.630 ευρώ (70 ευρώ ημερησίως Χ 92 ημέρες ετησίως Χ 2 έτη = 12880 ευρώ + 35 ευρώ ημερησίως Χ 25 ημέρες μηνιαίως Χ 9 μήνες ετησίως Χ 2 έτη = 15.750 ευρώ). Για δε το διάστημα από 1.7.2006 έως και 30.6.2008 απώλεσε εισοδήματα εκ της αυτής εργασίας του 2.361,33 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο των ετών 2006 και 2007 (77 ευρώ Χ 92 ημέρες δια του 3) και 950 ευρώ μηνιαίως (38 ευρώ Χ 25 ημέρες) τους υπόλοιπους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο του έτους 2006, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 2007 και 2008.

Πρωτόδικα οι υπόχρεοι της αποζημιώσεως, οδηγός του φορτηγού και η ιδιοκτήτρια εταιρία, ζήτησαν την αναστολή της προόδου της δίκης και να διαταχθεί η ΔΟΥ Τήνου να τους χορηγήσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων της επιχειρήσεως Labito, όπου εργάζετο ο παθών, προκειμένου να διαπιστωθεί ο τζίρος της, και να διαταχθεί η αντίστοιχη υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και ο Δ/ντης του ΙΚΑ Τήνου να τους παραδώσουν αντίγραφα καταστάσεων εργασίας και καταστάσεις του ΙΚΑ των εργαζομένων στην εν λόγω επιχείρηση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχει η επιχείρηση αυτή, ποιοι εργάζονται και αντί ποίων αποδοχών.

Το αίτημα αυτό ως αίτηση επιδείξεως εγγράφων (άρθρο 451 ΚΠολΔικ), για να είναι παραδεκτό και σύννομο θα έπρεπε να γίνεται επίκληση της κατοχής συγκεκριμένων εγγράφων από τον αντίδικό τους ή τρίτο και να περιέχει σαφή προσδιορισμό του περιεχομένου των εγγράφων, που είναι πρόσφορα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους (βλ.

σχετ. ΑΠ 1023/1992, ΔΕΝ 49, 82, ΑΠ 304/1980 Δ 11, 908). Το σχετικό αίτημα είναι παθητικά ανομιμοποίητο, διότι πρόκειται για περίπτωση κατοχής εγγράφων από τρίτο, οπότε η αξίωση αυτή επιδείξεώς τους δεν μπορεί να απευθυνθεί κατά του αντιδίκου της κύριας δίκης, αλλά πρέπει να υποβληθεί με παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των τρίτων κατόχων των εγγράφων.

Σημειωτέον ότι δεν συντρέχει λόγος για την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ως αιτούνται οι οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού και η ιδιοκτήτρια εταιρία, προς διαπίστωση της αδυναμίας του παθόντα να ασκήσει το επάγγελμα του σερβιτόρου, διότι η κατάσταση της υγείας του (ακρωτηριασμός δεξιού άκρου ποδός στο ύψος του μεταταρσίου) δεν του επιτρέπει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, να ασκήσει το επάγγελμα του σερβιτόρου.

Δεν συντρέχει δε λόγος διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης στο παρόν στάδιο προς διαπίστωση εάν ο παθών μπορεί να ασκήσει ευχερώς άλλο επάγγελμα, διότι και στη καταφατική αυτή περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός που κατατείνει σε θεμελίωση ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος του παθόντα (άρθρο 300 ΑΚ), στην αύξηση της ζημίας του, προβλήθηκε απαράδεκτα το πρώτο με τις προτάσεις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς σχετική καταχώρηση της στα πρακτικά.

Οποιαδήποτε δε γνωμοδότηση περί της ικανότητας του παθόντα να ασκήσει άλλο επάγγελμα δεν θα επέφερε, εν προκειμένω έννομη επιρροή, αφού οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός των υπόχρεων σε αποζημίωση θα ήταν αλυσιτελής, διότι αυτοί δεν προσδιόρισαν τις αποδοχές από ένα τέτοιο επάγγελμα και δεν θα μπορούσε συνεπώς να ελεγχθεί το ύψος της τελικής αξιώσεως του παθόντα.

Το αίτημα του παθόντα για επιδίκαση μισθών για το διάστημα από 1.7.2008 έως και 18.11.2030 (συνταξιοδότησή του) ασκείται πρόωρα, διότι δεν μπορεί εκ των προτέρων να διαγνωστεί εάν σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον θα εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιδικάσεως της σχετικής αποζημιώσεως, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο παθών δεν αποκλείεται μελλοντικά να αρχίσει νέα επαγγελματική δραστηριότητα, ανάλογη με αυτή που θα του επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του, με αποτέλεσμα σε περίπτωση επιτυχούς προβολής σχετικής ενστάσεως από τους υπόχρεους σε αποζημίωση να δικαιούται ο παθών να λάβει μόνο την διαφορά μεταξύ των αποδοχών του επαγγέλματος του σερβιτόρου και αυτών της νέας επαγγελματικής του δραστηριότητας, που δεν αποκλείεται να του αποδίδει υψηλότερες αποδοχές του αρχικού του επαγγέλματος.

Το Εφετείο με το να απορρίψει τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος με τις ανωτέρω σκέψεις, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως πρόωρη η αγωγή, που αυτός είχε ασκήσει για την αναγνώριση αξιώσεων αποθετικής ζημίας από το γεγονός ότι αδυνατεί να εργασθεί ως σερβιτόρος για το χρονικό διάστημα από 1-12-2008 έως 18-11-2030, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 του Α.Κ.

με αιτιολογίες ελλιπείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι με σειρά δικαστικών αποφάσεων κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο αναιρεσείων αδυνατούσε παντελώς να εργασθεί, ως σερβιτόρος λόγω ακρωτηριασμού του δεξιού άκρου ποδιού κατά το χρονικό διάστημα από 27-7-1985 έως 30-6-2004 και ότι αδυνατούσε να εργασθεί σε οποιαδήποτε άλλη παρεμφερή εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 18-11-2008, και ότι δεν συντρέχει λόγος για την διενέργεια ιατρικής πραγμ/νης ως προς την πιο πάνω αδυναμία του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια με ενδοιαστικές και αντιφατικές σκέψεις έκρινε ότι για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-12-2008 έως 18-11-2030 η αγωγή είναι πρόωρη γιατί ύστερα από 23 χρόνια συνολικά μετά το ένδικο ατύχημα δεν αποκλείεται μελλοντικά ν' αρχίσει νέα επαγγελματική δραστηριότητα ανάλογα με αυτή που θα του επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του.

Με τις αιτιολογίες αυτές διατυπώνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ενδοιαστικές σκέψεις έτσι, ώστε το πόρισμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ανικανότητας του αναιρεσείοντος για εργασία να μην είναι αναμφίβολο, αλλά να εξαρτάται από υποθετικά και ενδοιαστικά διατυπούμενες εκδοχές, που οδήγησαν στην απόρριψη της αγωγής για το ίδιο αγωγικό χρονικό διάστημα ως πρόωρης.

Επομένως, τα όσα προβάλλονται με τους δύο πρώτους λόγους του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης, ως προς τα αγωγικά κεφάλαια: 1) για επιδίκαση αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους), από 1-12-2008 έως και 18-11-2030 (συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας του αναιρεσείοντος λόγω συνταξιοδότησης), που απερρίφθη, ως προώρως ασκηθέν και 2) από 18-11-2030 μέχρι του θανάτου του, που απερρίφθη, ως αόριστο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με άλλους δικαστές, κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ. β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 4055/2012, καταδικαστεί δε καθένας των αναιρεσιβλήτων, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 489/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει καθένα των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ