1101/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουλίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 65/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1101/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1484/2004, ΑΠ 1598/2003). Η σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό είναι σύμβαση δανείου, η οποία υφίσταται, όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του άλλου ορισμένη πίστωση (δάνειο) και ο άλλος, δηλαδή ο πιστούχος, μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, έχει δε υποχρέωση να επιστρέψει το δανεισθέν ποσό κατά τους όρους που συμφωνήθηκαν ως προς τον χρόνο και τρόπο εξόφλησης, ύψος επιτοκίου κλπ.
Full text
Απόφαση 1101 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1101/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΑ ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΛΟΚΡΙΔΟΣ - Γ. Χ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στο Κόμμα Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουλίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 65/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωκε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφτηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 28/1998).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι για τη σύναψη της σύμβασης του δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση, κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή στον οφειλέτη (βλ.
ΑΠ 1484/2004, ΑΠ 1598/2003). Η σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό είναι σύμβαση δανείου, η οποία υφίσταται, όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του άλλου ορισμένη πίστωση (δάνειο) και ο άλλος, δηλαδή ο πιστούχος, μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, έχει δε υποχρέωση να επιστρέψει το δανεισθέν ποσό κατά τους όρους που συμφωνήθηκαν ως προς τον χρόνο και τρόπο εξόφλησης, ύψος επιτοκίου κλπ.
Η άνω σύμβαση διέπεται από τους όρους, τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν, τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ. α", 47, 48 εδ. δ", 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923."Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕισΣΝΑΚ. Κατ' άλλη άποψη, η παραπάνω σύμβαση καταρτίζεται μόνο με συμφωνία των μερών, χωρίς να απαιτείται παράδοση.
Αλλά και στην περίπτωση αυτή, για να θεωρηθεί καταρτισμένη η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων.
Εν συνεχεία, από τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 919 του ίδιου κώδικα, συνάγονται τα εξής: Η καθιερούμενη με τις διατάξεις αυτές ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαίωσης της συμβάσεως, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν ολοκληρωθεί και δεν υπολείπεται παρά η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας έχουν δοθεί σαφείς βεβαιώσεις, ότι πρέπει να θεωρείται βέβαιη.
Εκείνος, που, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ματαίωσε τη σύναψη της συμβάσεως, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το άλλο μέρος, για τη ζημία που προέρχεται από το γεγονός, ότι αυτός πίστευε ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν. Ως ζημία, δηλαδή, νοείται το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον, ήτοι κάθε ζημία, θετική ή και διαφυγόν κέρδος, που συναρτάται προς το ότι το έτερο μέρος υποβλήθηκε σε δαπάνες ή ματαίωσε άλλη ευκαιρία εξαιτίας της πεποίθησης του ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν, όχι δε τo διαφέρον από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης, δηλαδή ζημία θετική ή αποθετική που οφείλεται στο ότι δεν εκπληρώθηκε η σύμβαση, αφού τέτοιο διαφέρον προϋποθέτει ότι η σύμβαση έχει συναφθεί (βλ.
Α.Π. 1734/2009, ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 752/2000, ΑΠ 1346/2000, ΑΠ 309/1996, ΑΠ 764/1996). Εξάλλου, κατά το αρθρ. 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με αυτές των άρθρων 147 εδ. α', 149 εδ. α' 178, 298, 361, 806 και 807, 932 εδ. α' ΑΚ, συνάγονται τα εξής:
Τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή χρηστά ήθη αποτελούν αόριστη νομική έννοια, για τη συγκεκριμενοποίηση της οποίας κριτήρια είναι οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, για την κρίση δε της υπάρξεως ή μη υπάρξεως αντιθέσεως της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη εκτιμάται όχι μεμονωμένο στοιχείο, όπως το αίτιο ή ο σκοπός του δράστη, αλλά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.
Βάσει τούτων, η εκ μέρους τραπεζικού οργανισμού υπόσχεση προς οφειλέτη του περί συμβατικής χρηματοδότησης του και η εκ της υποσχέσεως αυτής παραπλάνηση αυτού, αν η υπόσχεση έχει ορισμένο περιεχόμενο, όπως αναφορά του χρονικού διαστήματος μέσα στο οποίο θα δίνονταν τα δάνεια, των ποσών που θα δανείζονταν, του χρόνου δόσεως και αποδόσεως των δανείων και των επιτοκίων, στοιχειοθετεί κατ' αρχήν συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, η οποία ιδρύει ευθύνη του τραπεζικού οργανισμού προς περιουσιακή αποζημίωση, καθώς και προς χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που του προξένησε η συμπεριφορά εκείνου (Α.Π. 1734/2009, Α.Π. 1346/2000).
Σημειωτέον δε, ότι υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν από την αξίωση από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 Α. Κ. (Ολ.ΑΠ. 967/1973). Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο (Α.Π. 555/1999).
Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Το τελευταίο συμβαίνει όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενεργεία, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1346/2000, σχετ.
ΑΠ 821/2004, ΑΠ 1515/2001, ΑΠ 1045/2000). Τέλος ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.
Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγο (Ολ.ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ.
Στη περίπτωση, που ερευνάται, με την από 5.7.1996 (αρ. κατ. 2015/ ΤΟ 189/96 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 65/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κατά προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου η αναιρεσείουσα εκθέτει, ότι τον Σεπτέμβριο 1992 συμφώνησε με τον εκπροσωπούντα την εναγομένη, και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", Διευθυντή του Καταστήματος της Λαμίας, να της χορηγηθεί α) μακροπρόθεσμο δάνειο 237.000.000 δρχ, β) βραχυπρόθεσμο δάνειο 80.000.000 δρχ, και γ) μέρος 80.000.000 δρχ του δανείου για κεφάλαιο κινήσεως, προκειμένου να κατασκευασθεί από την αναιρεσείουσα σύγχρονο εργοστάσιο καταψύξεως και τυποποιήσεως λαχανικών στο ..., για την ανέγερση του οποίου η ίδια (αναιρεσείουσα) θα διέθετε 200.000.000 δρχ, ότι, μετά την διενέργεια των σχετικών διαπραγματεύσεων και μετά τις διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων της εναγομένης στη Λαμία ότι θα της χορηγήσουν τα αιτηθέντα δάνεια, υπέβαλε τον Νοέμβριο 1992 τυπικό αίτημα χορηγήσεως δανείου, για το συνολικό ποσό των 680.000.000 δρχ, το οποίο διαβιβάσθηκε προς έγκριση στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης, ότι μετά από αυτά η αναιρεσείουσα προέβη, πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης για την εντός μηνός χορήγηση του δανείου, στην έναρξη των εργασιών κατασκευής του εργοστασίου της, πλην όμως μέχρι τα τέλη Μαΐου 1993 το αίτημα αυτής για τη παροχή του δανείου παρέμενε εκκρεμές, ότι στις 31.5.1993 υπέβαλε, μετά από υπόδειξη των υπαλλήλων της εναγομένης, νέα αίτηση μόνο για τη χορήγηση του μακροπρόθεσμου δανείου των 237.000.000 δρχ, για τη χορήγηση του οποίου υπογράφηκε μετά τρίμηνο η από 20.8.1993 σύμβαση δανείου, σε χρόνο κατά τον οποίο το κόστος του έργου είχε αυξηθεί, λόγω συναλλαγματικών διαφορών, κατά 38.000.000 δρχ., ότι με ανάλογες (αδικαιολόγητες) καθυστερήσεις υπεγράφησαν οι συμβάσεις για τη χορήγηση του δανείου έναντι της επιχορηγήσεως του δανείου στις 30.9.1993 ποσού 237.000.000 δρχ και στις 14.12.1993 ποσού 118.000.000 δρχ, ότι ακόμη και μετά την υπογραφή των ως άνω συμβάσεων των δανείων η εναγομένη καθυστερούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της για την σταδιακή καταβολή των δόσεων των δανείων ανάλογα με την πρόοδο του έργου, αποδίδουσα μικροποσά ουσιωδώς υπολειπόμενα της αξίας του μέχρις εκάστης καταβολής εκτελεστέου έργου, μέχρι την τελευταία δόση που καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 25.8.1994.
Αποτέλεσμα της άνω συμπεριφοράς της εναγομένης, που ήταν αντίθετη στην καλή πίστη, στα συναλλακτικά και χρηστά ήθη και της στέρησε το συμφωνηθέν ποσό χρηματοδότησης, ήταν να υποστεί, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, τις ακόλουθες ζημίες: α) απώλεσε το ποσό των 62.000.000 δρχ, συνεπεία της υποτιμήσεως της δραχμής έναντι των νομισμάτων των χωρών προελεύσεως, ήτοι του Καναδά, της Γερμανίας, της Αμερικής, της Ιταλίας και της Ολλανδίας, το οποίο κατέβαλε επί πλέον για την αγορά του εν γένει εξοπλισμού του υπό ανέγερση εργοστασίου της κατά το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα, δοθέντος ότι λόγω της ανατιμήσεως των νομισμάτων αυτών έναντι της δραχμής υπέστη ζημία 1) 22.100.000 δρχ, που καταβλήθηκαν επί πλέον για την των εν γένει αγορά μηχανημάτων, 2) ζημία 19.600.000 δρχ, που καταβλήθηκαν επί πλέον για την αγορά ηλεκρομηχανολογικού εξοπλισμού,3) ζημία 8.300.000 δρχ, που καταβλήθηκαν επί πλέον για την αμοιβή τεχνιτών κ.λ.π.
και 4) υπέστη ζημία 12.000.000 δρχ, που καταβλήθηκαν επί πλέον για την αξία υλικών, αμοιβής και ασφαλίσεως προσωπικού, κτιριακών εγκαταστάσεων κ.λ.π., αφού κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας η δαπάνη για μεν την ανέγερση του βιομηχανικού κτηρίου ανήλθε σε 200.000.000 δρχ, για δε την προμήθεια του μηχανολογικού εξοπλισμού μεταποιήσεως και συσκευασίας, καταψύξεως και ψύξης, συγκομιδής πρώτων υλών, εξοπλισμού γραφείων κ.λπ.
σε 590.000.000 δρχ, β) απώλεσε το ποσό του 1.066.800.000 δρχ, το οποίο κατά τη συνήθη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε εκ της πωλήσεως των παραγομένων προϊόντων, εάν είχε γίνει εγκαίρως η έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου της και είχε χορηγηθεί το δάνειο κινήσεως, γ) απώλεσε το ποσό των 30.420.000 δρχ, το οποίο θα είχε εισπράξει από τον Ο.Α.
Ε.Δ, ως επιδότηση για 41 θέσεις εργασίας, και δ) απώλεσε το ποσό των 826.180.000 δρχ, λόγω, της συνεπεία της μη χορηγήσεως του δανείου κινήσεως δυσχερειών ρευστότητας προμηθείας περιορισμένων ποσοτήτων πρώτων υλών και συνακόλουθα της περιορισμένης λειτουργίας του εργοστασίου της κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1994 - 30.6.1996.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητεί, προτείνοντας ένσταση συμψηφισμού μέρους των ενδίκων αξιώσεων κατά το μέρος που καλύπτουν την εκ του καταρτισθέντος δανείου εκ δρχ 317.000.000 δρχ. απαίτηση της εναγομένης, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των 601.600.000 δρχ.
Με το, ως άνω, περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, η οποία περιέχει σωρευτικά βάσεις περί ευθύνης από διαπραγματεύσεις και περί ευθύνης από αδικοπραξία, είναι απορριπτέα ως προς μεν τα υπό στοιχ. β, γ, και δ κονδύλια της κυρίας βάσεως της ευθύνης από διαπραγματεύσεις, ως μη νόμιμη, καθ' όσον, ακόμη και αν γίνει δεκτό, ότι τα ως άνω κονδύλια συνδέονται αιτιωδώς με την προαναφερόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά της εναγομένης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, η επιδιωκόμενη με αυτά αποζημίωση, δεν συνιστά αρνητικό διαφέρον, το οποίο και μόνο δικαιούται να αξιώσει η ενάγουσα, αλλά διαφέρον από τη μη εκπλήρωση της περί χρηματοδοτήσεως συμβάσεως, που τελικά αφορούσαν οι διαπραγματεύσεις, το οποίο (διαφέρον της μη εκπληρώσεως) δεν δικαιούται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ως προς δε το υπό στοιχ.
α κονδύλιο της ιδίας (κυρίας) βάσεως της αγωγής, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ή χώρα προελεύσεως των εισαχθέντων από την αλλοδαπή μηχανημάτων ούτε προσδιορίζονται τα μηχανήματα κατά κατηγορία και είδος, η αρχική αξία καθενός από αυτά, ο χρόνος αγοράς αυτών, η αρχικώς συμφωνηθείσα αξία των υλικών, η δαπάνη κόστους εγκαταστάσεως, ή η αξία αμοιβής και ασφαλίσεως του προσωπικού και τέλος οι ανατιμήσεις των νομισμάτων των χωρών προελεύσεως αυτών, με αναφορά της τρέχουσας συναλλαγματικής αυτής διαφοράς, καθ' ενός από τα νομίσματα αυτά, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί το ύψος της οφειλομένης αποζημιώσεως των 62.000.000 δρχ.
Εξάλλου απορριπτέα ως απαράδεκτη, συνεπεία της αοριστίας της, είναι και η επικουρική βάση της αγωγής περί ευθύνης από αδικοπραξία, καθ' όσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο τελευταίο μέρος της μείζονος σκέψης, η χρηματοδότηση δεν είχε προσλάβει συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεδομένου ότι, εκτός από το ύψος του ποσού, δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο ο χρόνος και ο τρόπος δανειοδότησης, ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου, καθώς και το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου, αλλά ούτε και αναφέρονται, σε σχέση με το με στοιχ.
α κονδύλιο της αγωγής τα ως άνω στοιχεία σχετικά με τη χώρα προελεύσεως των εισαχθέντων από την αλλοδαπή μηχανημάτων ούτε προσδιορίζονται τα μηχανήματα κατά κατηγορία και είδος, την αρχική αξία καθενός από αυτά, το χρόνο αγοράς αυτών κ.λ.π, ώστε να είναι δυνατόν, κατά τα προεκτεθέντα, να προσδιορισθεί το ύψος της οφειλομένης αποζημιώσεως των 62.000.000 δρχ.
Περαιτέρω απορριπτέο, ως απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του είναι και το αίτημα της αγωγής, για την καταβολή αποζημιώσεως, ως προς την μη εμπρόθεσμη εκταμίευση των δόσεων των εγκριθέντων δανείων, καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής τον συγκεκριμένο χρόνο εκταμίευσης εκάστης δόσεως του δανείου, τα 'μικροποσά' που καταβλήθηκαν, σε συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, τα οποία και υπελείποντο, κατά τους ισχυρισμούς της, ουσιωδώς των δόσεων που έπρεπε να καταβληθούν, αλλά ούτε και ότι όχλησε την εναγομένη για την καταβολή των οφειλομένων δόσεων των δανείων, για είναι δυνατόν να κριθεί εάν η τελευταία περιήλθε σε υπερημερία, ώστε η αναιρεσείουσα ως δανειζόμενη να δικαιούται αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 806 επ., 343, 345, 380 και 383 επ.
Α.Κ. Επομένως, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε όμοια κρίση, σχετικά με τα υπό στοιχ. β, γ και δ ως άνω κονδύλια της κυρίας βάσεως της αγωγής καθώς και με την επικουρική βάση αυτής, ορθά έκρινε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα με τους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της υπό κρίση αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα.
Εξάλλου το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς το υπό στοιχ. α αίτημα της κυρίας βάσεως της αγωγής της ευθύνης από διαπραγματεύσεις, είναι ορθό κατ' αποτέλεσμα και πρέπει, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., να αντικατασταθεί, κατά τα προεκτεθέντα, το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Αλλά και, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσπαθεί να θεμελιώσει πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή, το Εφετείο έκρινε εσφαλμένως ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε την καταβολή αποζημιώσεως, συνεπεία της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, λόγω της μη καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως δανείου, την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να καταρτίσουν τον Νοέμβριο του 1992, οπότε και έγινε δεκτό το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για την προέγκριση του δανείου, από τα περιφερειακά όργανα της αναιρεσίβλητης, τα οποία μετά από αυτά το διαβίβασαν στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης για τη λήψη αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν καταρτίσθηκε προσύμφωνο, αφού η αποδοχή της προτάσεως της αναιρεσείουσας και η έγκριση του δανείου έπρεπε να γίνει, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, αποκλειστικά από τα κεντρικά όργανα της αναιρεσίβλητης, ουδεμία δε δέσμευση ήταν δυνατόν να αναληφθεί, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, για τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως από τα περιφερειακά όργανα αυτής.
II). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 44/1990, Α.Π. 101/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Συνεπώς ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αρθ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε σύμβαση προσυμφώνου δανείου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
III). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή το μεν ως μη νόμιμη, το δε ως αόριστη, όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. Γι' αυτό ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιον του και επικληθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 3/1997 - Ολ-). Απορριπτέος επίσης είναι και ο πέμπτος , κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθ' όσον ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων προσυμφώνου χορηγήσεως δανείου, ενώ, όπως προαναφέρεται το Εφετείο, δεν δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί τέτοιο προσύμφωνο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.4.2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΑ ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΛΟΚΡΙΔΟΣ - Γ. Χ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για την αναίρεση της 65/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ