Supreme Court dismisses insurer's appeal on insurance contract breach due to intentional non-disclosure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the insurer's request to overturn the lower court's decision in favor of the insured. The insured had filed a lawsuit for benefits, and the insurer argued the contract was void due to intentional non-disclosure of pre-existing conditions. The court found the lower court properly considered all evidence, including a doctor's certification regarding the insured's disability status, and upheld the finding of intentional concealment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 §§1,2,6 and 7 of Law 2496/97; In insurance contracts, the insurer may rescind the agreement and refuse payment if the insured intentionally failed to disclose material facts known to them, regardless of the causal link between the concealment and the risk event.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1101 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1101/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αμερικανικής Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY) και τον διακριτικό τίτλο ALICO AIG Life, που εδρεύει στις ... που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Θάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4232/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7757/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 5-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 §§1,2,6 και 7 του ν. 2496/97 προκύπτει ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία ή περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του ασφαλισμένου κινδύνου. Στην ασφάλιση προσώπων, όπως είναι και η ασφάλιση ασθενείας, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση, απαλλάσσεται δε της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος, μόνο στην περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης δεν εκπλήρωσε το ασφαλιστικό αυτό βάρος της πληροφόρησης του ασφαλιστή, από δόλο.
Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρεώσεως του προς καταβολή του ασφαλίσματος και αν έλαβε γνώση της από δόλο μη δήλωσης του λήπτη της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της υπαίτιας (με πρόθεση) παραβίασης της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο σύζυγος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) με την από 28.4.1998 αίτηση του προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, την οποία υπέγραψε και η ενάγουσα, ζήτησε την ασφάλιση της ενάγουσας συζύγου του, μεταξύ άλλων, και για την παροχή νοσοκομειακής περίθαλψης "ΜΕDIGUARD" με απεριόριστο ποσό κάλυψης.
Κατά την υπογραφή της εν λόγω αίτησης, η ενάγουσα απάντησε σε γραπτό ερωτηματολόγιο της εναγομένης, που αφορούσε την μέχρι τότε κατάσταση της υγείας της. Στο ερωτηματολόγιο αυτό υπήρχαν και οι εξής ερωτήσεις: α) ερώτηση με αριθμό 18 "Κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών έχετε εσείς ή τα προτεινόμενα πρόσωπα για ασφάλιση συμβουλευθεί ιατρό ή έχετε πρόθεση να συμβουλευθείτε ιατρό ή να υποβληθείτε σε ιατρικές εξετάσει;" Η ενάγουσα απάντησε στην ερώτησε αυτή "ναι στο παρελθόν και στο μέλλον υπό μορφή περιοδικών chek-up", β)ερώτηση με αριθμό 19 "έχετε κάνει ποτέ ακτινογραφίες ΗΚΓ ή άλλες διαγνωστικές εξετάσεις εσείς ή τα προτεινόμενα πρόσωπα για ασφάλιση;" Η ενάγουσα απάντησε στην ερώτηση αυτή "ναι κατά τη διάρκεια περιοδικών εξετάσεων ως ανωτέρω", γ) ερώτηση με αριθμό 22 "προσβλήθηκε ποτέ οποιοδήποτε μέλος της οικογενείας σας από φυματίωση, διαβήτη, ασθένεια του αίματος, καρδιοπάθεια ή διανοητική διαταραχή;".
Στην ερώτηση αυτή η ενάγουσα απάντησε "ένα από τα οχτώ αδέλφια μου (μεσήλικας 65 ετών) υποφέρει από διαβήτη και καρδιά" και δ) ερώτηση με αριθμό 25 " έχετε ποτέ συμβουλευθεί εσείς ή τα προτεινόμενα πρόσωπα για ασφάλιση ιατρό ή σας έχει λεχθεί ότι είχατε ποτέ διαβήτη, πίεση αίματος, οποιαδήποτε ανωμαλία ή αρρώστια της καρδιάς ή των πνευμόνων, νευρική ή διανοητική κατάσταση, καρκίνο ή οποιαδήποτε άλλη αρρώστια, ανωμαλία ή τραυματισμό;".
Στην ερώτηση αυτή η ενάγουσα απάντησε "προ δεκαετίας, κατά την εμμηνόπαυση, λόγω ορμονοθεραπείας (που διεκόπη) προκλήθηκε ελαφρά υπέρταση, κανένα πρόβλημα έκτοτε". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, με βάση την άνω αίτηση και τις απαντήσεις της ασφαλισμένης στις έγραφες ερωτήσεις της εναγομένης, καταρτίστηκε η άνω ασφαλιστική σύμβαση νοσηλείας, εκδοθέντος από την εναγομένη του υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου "συμβολαίου" σύνθετης προστασίας. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω ασφαλιστικής σύμβασης και ειδικότερα την 3.12.2001 η ασφαλισμένη ενάγουσα εισήχθη στο Θεραπευτήριο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, με αποφρακτικό ίκτερο και ηπατική ανεπάρκεια και παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι 16.1.2002, αμέσως δε μετά την εισαγωγή της προς νοσηλεία στο εν λόγω ιατρικό κέντρο ανήγγειλε αυτή την εισαγωγή της στην εναγομένη και της παρείχε τις σχετικές με τη νοσηλεία της πληροφορίες, δαπάνησε δε για τη νοσηλεία της αυτή το συνολικό ποσό των 20.352,53 ευρώ, την καταβολή του οποίου ζήτησε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ως οφειλόμενο ασφάλισμα, δυνάμει της άνω ασφαλιστικής σύμβασης, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε την καταβολή αυτού και κατάγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση, επικαλούμενη απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος, διότι η ενάγουσα ασφαλισμένη, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, απαντώντας στις σχετικές έγγραφες ερωτήσεις, απέκρυψε το γεγονός ότι έπασχε από ζαχαρώδη διαβήτη, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι στο βιβλιάριο ασθενείας της υπήρχε εγγραφή από 9.8.1996, με την ένδειξη " άνοιγμα παθολογικού διαβήτη", στην εγγραφή δε του ιστορικού της ασφαλισμένης, κατά τη νοσηλεία της στο άνω νοσηλευτήριο, υπάρχει εγγραφή με την ένδειξη "λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης τύπου II".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αντιμετωπίζοντας τον ισχυρισμό (ένσταση) της εναγομένης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του συμφωνηθέντος ασφαλίσματος (νοσηλειών κλπ), επειδή η ασφαλισμένη ενάγουσα με πρόθεση απέκρυψε, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, απαντώντας αρνητικώς στη σχετική προς τούτο έγγραφη ερώτηση, δέχθηκε ότι η ασφαλισμένη ενάγουσα, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν έπασχε από την ασθένεια του σακχαρώδους διαβήτη, τούτο δε αποδεικνύεται εκ του ότι από ικανό αριθμό βιολογικών εξετάσεων αίματός της, που διενεργήθηκαν πριν την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, προκύπτει ότι η τιμή του σακχάρου στο αίμα της κυμαίνετο στα φυσιολογικά όρια, ο δε θεράπων ιατρός της, που εξετάστηκε ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι η ενάγουσα δεν πάσχει από διαβήτη, ούτε στο βιβλιάριο νοσηλείας της υπάρχει εγγραφή με διάγνωση σακχαρώδης διαβήτης και χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση της ασθένειας αυτής.
Η υπάρχουσα στο εν λόγω βιβλιάριο από 9.8.1996 εγγραφή με την ένδειξη "άνοιγμα παθολογικού διαβήτη", χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, να υπάρχει σχετική εγγραφή σ' αυτό με διάγνωση της εν λόγω ασθενείας και τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής προς αντιμετώπισή της, έγινε προφανώς για να καλυφθεί από το ασφαλιστικό της ταμείο (ΤΣΜΕΔΕ) η δαπάνη μελλοντικών εξετάσεων, στις οποίες θα υποβάλλετο η ενάγουσα, ως προς τις τιμές του σακχαρώδους διαβήτη στο αίμα της.
Η εμφάνιση τιμών αυξημένου σακχάρου στο αίμα της (182 και 246) κατά τις δύο πρώτες ημέρες της νοσηλείας στο άνω νοσηλευτικό ίδρυμα, μετά παρέλευση τριάμιση ετών από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, οι οποίες (τιμές) μάλιστα δεν διαπιστώθηκαν και σε μεταγενέστερες αιματολογικές εξετάσεις, δεν σημαίνει ότι αυτή κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης έπασχε από διαβήτη και εν γνώσει της απέκρυψε το γεγονός αυτό από την εναγομένη, απαντώντας αρνητικά στη σχετική έγγραφη ερώτηση.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συμφωνθέν ασφαλιστικό ποσό λόγω επέλευσης του καλυπτόμενου κινδύνου, απορρίπτοντας, όπως και το πρωτοδικείο, την επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, ως εκ του ότι η ενάγουσα, κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, με πρόθεση δεν εδήλωσε ότι έπασχε από διαβήτη αν και εγνώριζε πως έπασχε από την ασθένεια αυτή.
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ως προς την ορθότητα ή μη της απορρίψεως της άνω ενστάσεως και της αποδοχής της αγωγής.
Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση, δια τεκμηρίων, απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.
Αν όμως ως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης . Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο ότι, με το να απορρίψει ως αβάσιμη την άνω ένσταση της εναγομένης, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του την βεβαίωση του ιατρού Ιωάννη Λεμπέση, ελεγκτή του ΤΣΜΕΔΕ, επί της από 30.11.2006 αιτήσεως του συνεργάτη της εναγομένης Θωμά Κομίνη, την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε η εναγομένη στο Εφετείο και με την οποία βεβαιώνεται ότι ο ασφαλισμένος στο ταμείο αυτό, όπως η ενάγουσα, "δεν δικαιούται καρτέλα εκτός αν υπάρχει σοβαρού βαθμού αναπηρία βεβαιωμένη από τον θεράποντα ιατρό".
Από τις άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες η από 9.8.1996 εγγραφή στο ασφαλιστικό βιβλιάριο της ενάγουσας με την ένδειξη "άνοιγμα παθολογικού διαβήτη" έγινε προς κάλυψη των δαπανών μελλοντικών αιματολογικών εξετάσεων, σε συνδυασμό και με τη βεβαίωση του Εφετείου πως για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την εν λόγω βεβαίωση.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.01.2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (ΑΜΕRIΚΑΝ LIFΕ ΙΝSURANCΕ COMPANY)" και τον διακριτικό τίτλο ALICO AIG Life για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7757/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ