Supreme Court annulled appeal decision due to contradictory reasoning on intent versus acceptance of consequences.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision to remand the defendant for trial on intentional homicide. The defendant argued the remand lacked sufficient reasoning and misapplied the law regarding intent. The court found the reasoning contradictory, stating the defendant accepted the result while simultaneously claiming he hoped it would not happen, making the distinction between intent and negligence impossible to verify.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; The appeal court's reasoning must be specific and comprehensive; if the reasoning contradicts itself regarding the defendant's mental state, the appeal is admissible and the decision must be annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1101 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1101/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου - Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 949/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Σ. του Χ., κάτοικο ...
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1250/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 27/23.1.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιο σας σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 του Κ.Π.Δ. την νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 462, 463, 465 παρ.1, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 όπως ήδη αντικ. με άρθρο 41 Ν. 3160/2003 και 484 Κ.Π.Δ.) ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως με αριθμό 71/13.6.2005 κατά του υπ’ αριθμ. 949/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: 1.Με το υπ’ αριθμ. 949/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιόν του στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (με ενδεχόμενο δόλο).
Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος Α. Τ., κάτοικος ... άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεώς των αυτοπροσώπως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό 71/13.6.2005 στην οποία αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ευθέως και εκ πλαγίου. 2.
Έλλειψη της απαιτουμένης από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1δ του Κ.Π.Δ. (μετά την εκ νέου αρίθμηση με το άρθρο 42 του Ν. 3160/2003) λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στα οποία το Συμβούλιο εστήριξε την κρίση του δια τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων δια τα οποία εδιώχθη και παρεπέμφθη ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά προκύπτουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις (ήτοι ενδείξεις δυνάμενες να στηρίξουν δημόσια επ’ ακροατηρίω κατηγορία) δια την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. 3.
Επειδή, κατά το άρθρο 27 παρ.1 ΠΚ, "με δόλο (πρόθεση) πράττει, όποιος θέλει την παραγραφή των περιστατικών, που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει, ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι διακρίνονται δύο μορφές δόλου, ήτοι, ο άμεσος και ο ενδεχόμενος, ενώ, με άμεσο μεν δόλο ενεργεί εκείνος, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός, που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει, ότι τούτο, αποτελεί αναγκαίο συνεπεία της πράξης του ή της παράλειψής του δεν υφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει, ως δυνατό, το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται.
Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο Ποινικός Κώδικας ακολούθησε την θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, το μεν, ότι ο δράστης προέβλεψε , ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της πράξης του ή της παράλειψής του, το δε, ότι το απεδέχθηκε.
Η συνδρομή, όμως, του στοιχείου, της αποδοχής είναι ζήτημα απόδειξης, και δεν προκαθορίζεται από τον βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από την διαπίστωση, ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αναδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως να λάβει υπόψη του μια τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έννοια του δόλου, είτε αμέσου είτε ενδεχομένου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος και τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, οπότε και δεν αρκεί μόνον η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά, αδιάφορο, παραβίαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξης ή της παράλειψης του, δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράσταση του εκ των ενεργειών του αυτών προβλεφθέντος, ως δυνατόν να επέλθει, εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε (ΑΠ 1629/2004 Ποιν.Χρον.
ΝΕ’ 720 επ.).4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε, μετ’ εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ’ είδος και κατά κατηγορία αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Κατά το σεισμό της 7.9.1999, από κατάρρευση τμήματος της εξωτερικής τοιχοποιϊας, ύψους 1 μέτρου και μήκους 4,55 μέτρων, που βρισκόταν σε ύψος 6,5 μέτρων και πάνω από τη σιδερένια πόρτα εισόδου-εξόδου του κτιρίου επί της οδού ...
στις Αχαρνές Αττικής, κτυπήθηκε (καταπλακώθηκε) ο εργάτης Χ. Σ., σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας Μ. Σ., με αποτέλεσμα να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκ της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Η συγκεκριμένη οικοδομή είναι κτίριο πανταχόθεν ελεύθερο με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και οπτοπλινθοδομές πληρώσεως με αντισεισμικό αρμό (δύο τμήματα).
Αποτελείτο από υπόγειο, ύψους 4,55 μέτρων, ισόγειο, ύψους 5,60 μέτρων, ημιόροφο πατάρι και δώμα με γενικές διαστάσεις κτιρίου 20,5 χ 62 μέτρα. Η χρήση του χώρου ήταν για αποθήκη και γραφεία της εταιρείας ... και της βιοτεχνίας .... Το κτίριο αυτό κατά το σεισμό της 7.9.1999, εκτός των καταρρεύσεων ορισμένων τοιχοδομών του ισογείου, παρουσίασε και άλλες βλάβες κυρίως σε τοίχους αλλά και σε φέροντα στοιχεία και χαρακτηρίστηκε πρωτοβαθμίως και δευτεροβαθμίως προσωρινά ακατάλληλο για χρήση (κίτρινο).
Από την έρευνα που ενήργησε στο εν λόγω κτίριο η επιτροπή διερεύνησης αιτίων κατάρρευσης κτιρίων από το σεισμό της 7.9.1999 και περιλαμβάνεται στο σχετικό πόρισμα που συνετάγη με τίτλο "κτίριο υπ’ αριθμ…., ..., Δήμος Αχαρνών", προκύπτουν τα παρακάτω: Α) Για τη στατική και αρχιτεκτονική μελέτη και εκτός από τα θέματα παραβάσεως της οικοδομικής άδειας :α) Ο αντισεισμικός αρμός μεταξύ των δύο τμημάτων του κτιρίου έχει κατασκευαστεί τελείως ανεπαρκής, με εύρος μικρότερο των 50 mm αντί των 110 mm κατά την άδεια, β) Το "υπόγειο" κατά τα 2/3 περίπου του μήκους του δεν είναι υπόγειο, αλλά είναι ισόγειο και δεν έχει περιμετρικά τοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα (αλλά από τοιχοδομές), γ) Το ύψος του "υπογείου" δεν είναι περίπου 3.00 μέτρα (κατά την άδεια) αλλά περίπου 4,50 μέτρα με αποτέλεσμα (σε συνδυασμό με την προηγούμενη παρατήρηση) να απαιτείται επαναϋπολογισμός και επανέλεγχος του συνόλου του κτιρίου, δ)Το οικόπεδο κατά μεγάλο τμήμα του έχει περιφραχθεί με υψηλό συμπαγή τοίχο από οπλισμένο σκυρόδεμα και έχει επιχωθεί κατά παράβαση της αδείας και της νομοθεσίας.
Σχετικά τόσον το ύψος του τοίχου όσον και το πάχος της επιχώσεως είναι αρκετά μέτρα. Β) Ως προς την αιτία κατάρρευσης: παρά το γεγονός ότι το κτίριο είναι σχετικώς νέο υπάρχουν δύο (2) σοβαρά δομικά προβλήματα: α) Μεγάλο τμήμα του "υπογείου" και δύο τμημάτων του κτιρίου (προς Ν.Α και Ν.Δ) δεν είναι υπόγειο, αλλά ισόγειο, χωρίς περιμετρικά τοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα (κατά την άδεια και τη μελέτη), ενώ έχει και μεγάλο ύψος.’ Ετσι το κτίριο σ’ αυτές τις πλευρές είναι ουσιαστικώς υψηλό διώροφο (αντί ισόγειο-μονόροφο), με αποτέλεσμα ισχυρότερη καταπόνηση, μετακίνηση και στροφή, όπως πιστοποιείται και από την κατάσταση του αρμού μεταξύ των δύο τμημάτων του κτιρίου, που δεν είναι επαρκής και σύμφωνος με την άδεια.
Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το ότι παρά τις γενικές βλάβες των τοιχοδομών, αυτές που κατέρρευσαν βρίσκονται ακριβώς σ’ αυτή την περιοχή (Ν.Δ πλάγια όψη), β) ‘ Ολες σχεδόν οι τοιχοδομές του κτιρίου ήταν ιδιαίτερα προβληματικές και επικίνδυνες λόγω κακού σχεδιασμού και κακής κατασκευής και ειδικότερα γιατί έγινε τμηματική - διαδοχική κατασκευή κατά φάσεις, χωρίς σύνδεση μεταξύ των επιμέρους τμημάτων, χωρίς σφήνωση στο σκελετό του κτιρίου και χωρίς επαρκή αντοχή (εντός και εκτός του επιπέδου των τοίχων).
Αποτέλεσμα αυτού του κακού σχεδιασμού και της κακής κατασκευής ήταν οι εκτεταμένες (σχεδόν καθολικές) βλάβες έως καταρρεύσεις όλων σχεδόν των τοιχοδομών. Ο συνδυασμός των δύο παραπάνω ενδογενών προβλημάτων του κτιρίου με τα δυσμενή, για την περιοχή και το κτίριο, χαρακτηριστικά του σεισμού της 7.9.1999, προκάλεσε τις τοπικές καταρρεύσεις των τοιχοδομών του ισογείου πάνω από τις εισόδους-εξόδους του "υπογείου" και τον θανάσιμο τραυματισμό του Χ.
Σ..Περαιτέρω, από το ίδιο παραπάνω αποδεικτικό υλικό, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος κατηγορούμενος Δ.Κ., που φέρεται ως ιδιοκτήτης του ακινήτου, το έτος 1992 το μεταβίβασε στον δεύτερο κατηγορούμενο Δ.Σ.. Ο τελευταίος το αγόρασε με τον όρο να έχει εκδοθεί προηγουμένως άδεια οικοδομής σύμφωνα με τη μελέτη που εκείνος είχε ζητήσει να εκπονηθεί.
Πράγματι εκδόθηκε στο όνομα του πρώτου κατηγορουμένου η υπ’ αριθμ. .../1992 οικοδομική άδεια από το πολεοδομικό γραφείο Αχαρνών του Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής της Νομαρχίας Αττικής περί ανεγέρσεως νέου ισογείου βιοτεχνικού κτιρίου με υπόγειο και δώμα και μετά από αυτά ολοκληρώθηκε η διαδικασία μεταβίβασης της κυριότητας στο δεύτερο κατηγορούμενο.
Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε καμία άλλη ανάμειξη ούτε στην εκτέλεση ούτε και στην επίβλεψη του έργου, η δε συμμετοχή του εξαντλήθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, στην υποβολή των σχετικών αιτήσεων προς την πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Β.Σ. ανέθεσε στον Α. Τ., έβδομο κατηγορούμενο, την έκδοση της αδείας οικοδομής και , στη συνέχεια , την επίβλεψη των εργασιών, σύμφωνα με την άδεια.
Η κατάρτιση των μελετών, βάσει των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../1992 οικοδομική άδεια, έγινε από τους πολιτικούς μηχανικούς Ν.Μ., τέταρτο κατηγορούμενο και Π.Τ., πέμπτο κατηγορούμενο, οι οποίοι ανέλαβαν την συγκεκριμένη εργασία από τον Α. Τ., με το γραφείο του οποίου συνεργαζόντουσαν και δεν είχαν καμία περαιτέρω ανάμειξη.
Ειδικότερα, ο Ν. Μ. έλαβε αμοιβή μόνο για τη μελέτη του φέροντα οργανισμού, πλην όμως εμφανίστηκε και ως επιβλέπων και αυτό οφείλεται στο ότι ο έβδομος κατηγορούμενος Α. Τ. έθεσε εν αγνοία του το όνομά του στο σχετικό φάκελλο. Πλην όμως, ούτος (Ν.Μ.) δεν επέβλεψε πραγματικά το έργο και για το λόγο αυτό όταν του ζητήθηκε τηλεφωνικά από τον έβδομο κατηγορούμενο να υπογράψει, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, αν και διαπίστωσε ότι το έργο είχε τελειώσει ,αρνήθηκε και παραιτήθηκε υποβάλλοντας τη σχετική υπεύθυνη δήλωση προς την Πολεοδομία.
Ο Π. Τ. συμμετείχε στην εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης της .../1992 οικοδομικής άδειας ,απέκλεισε όμως τη συμμετοχή του στην επίβλεψη του έργου γιατί δεν μπορούσε να την υποστηρίξει επειδή επρόκειτο να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία όπως και έγινε. Και ο Π.Τ. εμφανίστηκε ως επιβλέπων μηχανικός εν αγνοία του και το 1995, όταν πληροφορήθηκε από τον έβδομο κατηγορούμενο τούτο, ότι δηλαδή εμφανιζόταν ως επιβλέπων μηχανικός, υπέβαλε και αυτός την παραίτησή του .
Μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. .../1992 οικοδομικής άδειας και πριν από την έναρξη των εργασιών, ο δεύτερος κατηγορούμενος Β. Σ. ζήτησε τη συνδρομή του έκτου κατηγορουμένου Χ. Μ., πολιτικού μηχανικού, για τη βελτίωση μόνο των σχεδίων, που αποτελούσαν την εγκεκριμένη μελέτη της ανωτέρω αδείας και όχι για την επίβλεψη της κατασκευής του έργου.
Αυτός, αφού έλαβε υπόψη ότι η χρήση του κτιρίου θα ήταν βιομηχανική με την επιβάρυνση της κυκλοφορίας Clark αλλά και της αποθήκευσης μονίμων φορτίων, βελτίωσε την εγκεκριμένη μελέτη στα εξής σημεία: α) Μεταβολή του ύψους του υπογείου από 3 μέτρα σε 4,5 μέτρα, με τη βαθύτερη θεμελίωση του κτιρίου, β) Κατάργηση περιμετρικής δοκού για την αποφυγή δημιουργίας κοντών υποστηλωμάτων και γ) Ενίσχυση της πλάκας με την κατασκευή πολύ μικροτέρων ανοιγμάτων από αυτά της αρχικής μελέτης.
Οι εν λόγω παρεμβάσεις, που προτάθηκαν από τον έκτο κατηγορούμενο, τέθηκαν υπόψη του εβδόμου κατηγορουμένου, ο οποίος αρχικά μεν αντέδρασε αρνητικά, στη συνέχεια όμως αποδέχτηκε τις ανωτέρω βελτιώσεις με την ειδικότερη συμφωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο να υποβληθεί προς ενημέρωση ο φάκελος στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και να παρακολουθήσει το έργο ως επιβλέπων μηχανικός μέχρις αυτό να ολοκληρωθεί και να χορηγήσει και τη σχετική βεβαίωση αποπεράτωσης, που είναι αναγκαία για την παροχή ηλεκτροδότησης.
Παρόλα αυτά οι μεταβολές αυτές της μελέτης δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκαν στην αρμόδια πολεοδομία, η δε εκτέλεση του έργου δεν περιέλαβε αύξηση του βάθους του υπογείου με αντίστοιχη εκσκαφή, αλλά τήρηση του βάθους εκσκαφής που αρχικά είχε μελετηθεί, με αποτέλεσμα έτσι να αυξηθεί το ύψος του υπογείου τμήματος της οικοδομής σε αντίθεση με την πρόταση του έκτου κατηγορουμένου.
Ο έβδομος κατηγορούμενος Α. Τ., ο οποίος διέθετε οργανωμένο γραφείο με μελετητές και επιβλέποντες μηχανικούς, πραγματοποίησε την επίβλεψη της κατασκευής του ένδικου κτιρίου, η οποία περατώθηκε τον Ιούνιο του 1994 και το κτίριο μισθώθηκε από τις εταιρείες "... AE" και "Χ.Λ. - Ν. Π. ΕΕ". Για το λόγο αυτό ο δεύτερος κατηγορούμενος, μετά την περάτωση του έργου, ζήτησε να του χορηγηθούν οι σχετικές βεβαιώσεις των επιβλεπόντων μηχανικών, προκειμένου να συνδεθεί το κτίριο με τους οργανισμούς κοινής ωφελείας ενόψει της ήδη εκμισθώσεώς του στις ανωτέρω εταιρείες.
Επειδή όμως οι τέταρτος και πέμπτος κατηγορούμενοι, των οποίων η σύμπραξη ήταν απαραίτητη, είχαν ήδη παραιτηθεί, ο έβδομος κατηγορούμενος Α. Τ. χρειάστηκε να αναζητήσει νέους επιβλέποντες, οι οποίοι θα πιστοποιούσαν με τις υπογραφές τους την επίβλεψη και το πέρας των οικοδομικών εργασιών. ‘ Ετσι, αν και το έργο είχε ήδη ολοκληρωθεί, απευθύνθηκε τον Ιούλιο του 1995 στο τρίτο κατηγορούμενο Α.
Κ. και του ζήτησε να υπογράψει τη δήλωση ανάληψης της επίβλεψης του έργου. Ο Α. Κ. υπέγραψε τη δήλωση αυτή, δεν είχε όμως καμία συμμετοχή στο έργο, το οποίο, ως ήδη ειπώθηκε, είχε ολοκληρωθεί, και επομένως δεν γνώριζε τίποτε σχετικά με την εφαρμογή των μελετών. Κατά την ίδια διαδικασία ο έβδομος κατηγορούμενος δήλωσε στην πολεοδομία την ανάληψη της γενικής επίβλεψης του έργου από 12.7.95.
Μετά την υποβολή των σχετικών δηλώσεων, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέβαλε στον έβδομο την αμοιβή του για την εκτέλεση των καθηκόντων που είχε αναλάβει και ειδικότερα στις 16.6.95 του κατέβαλε 2.407.483 δραχμές με τον αναλογούντα φόρο 204.024 δραχμών και τις κρατήσεις υπέρ ΤΣΜΕΔΕ. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος Β.
Σ. ναι μεν ανέθεσε στον έβδομο κατηγορούμενο την κατάρτιση της μελέτης και την επίβλεψη της ανέγερσης του ανωτέρω κτιρίου, όμως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι έδωσε εντολή ή με οποιοδήποτε τρόπο πίεσε τον έβδομο κατηγορούμενο για τη μη τήρηση της εφαρμογής των μελετών που εκπονήθηκαν. Κατά συνέπεια, ο έβδομος κατηγορούμενος Α.
Τ., ως επιβλέπων μηχανικός του ένδικου έργου ουσιαστικά μέχρι 12.7.95 και έκτοτε και τυπικά, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το άρθρο 286 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 20 παρ.5 του νόμου 2331/95 καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 1 του π.δ. 778/80 και 7 του ν. 1396/83 σε συνδ. με την υπ’ αριθμ. 3046/304/30-1/3.2.89 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ "περί Κτιριοδομικού Κανονισμού" να ενεργήσει την επίβλεψη της κατασκευής του ως άνω κτιρίου κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, να εξακριβώσει την τήρηση των οδηγιών του κατά την εκτέλεση του έργου και να φροντίσει για την εφαρμογή της μελέτης και την άρση των τυχόν επικίνδυνων έργων και την τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας.
Επομένως, λόγω της επιστημονικής ιδιότητάς του και της ειδίκευσής του, όφειλε και ήταν σε θέση, ακόμη και με απλή μη επιστημονική παρατήρηση, να διαγνώσει και εντοπίσει τις αποκλίσεις των μελετών που προαναφέρθηκαν κατά την εφαρμογή τους και συγκεκριμένα ότι: α) μεγάλο τμήμα του "υπογείου" και δύο τμημάτων του κτιρίου (προς Ν.Α και Ν.Δ) δεν ήταν υπόγειο, αλλά ισόγειο, χωρίς περιμετρικά τοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα (κατά την άδεια και τη μελέτη), ενώ είχε και μεγάλο ύψος έτσι ώστε το κτίριο σ’ αυτές τις πλευρές να συμπεριφέρεται ουσιαστικώς ως υψηλό διώροφο (αντί ισόγειο - μονώροφο), με αποτέλεσμα ισχυρότερη καταπόνηση, μετακίνηση και στροφή εν όψει και της ανεπάρκειας του αντισεισμικού αρμού μεταξύ των δύο τμημάτων του κτιρίου, ο οποίος είχε εύρος μικρότερο των 50 mm αντί των 110 mm κατά την άδεια και β) όλες σχεδόν οι τοιχοδομές του κτιρίου ήταν ιδιαίτερα προβληματικές και επικίνδυνες λόγω κακού σχεδιασμού και κακής κατασκευής και ειδικότερα γιατί έγινε τμηματική-διαδοχική κατασκευή κατά φάσεις, χωρίς σύνδεση μεταξύ των επιμέρους τμημάτων, χωρίς σφήνωση στο σκελετό του κτιρίου και χωρίς επαρκή αντοχή (εντός και εκτός του επιπέδου των τοίχων).
Παρά ταύτα, εν γνώσει του και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά τη διεύθυνση και εκτέλεση του οικοδομικού έργου της ανέγερσης του εν λόγω κτιρίου, την οποία πράγματι είχε παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, αποδέχτηκε την κατασκευή του κτιρίου με τις παραπάνω υπό στοιχ. α και β αποκλίσεις εκ των μελετών που τέθηκαν υπόψη του, ήτοι της μελέτης της .../92 οικοδομικής άδειας και αυτής του συγκατηγορουμένου του Χ.
Μ. και κατά παρέκληση των όρων που οι μελέτες αυτές αλλά και οι κοινώς αναγνωρισμένοι κανόνες της επιστήμης και τέχνης έθεταν. Περαιτέρω, έχοντας την προαναφερόμενη ιδιότητα, αν και κατά την επίβλεψη του ως άνω έργου είχε διαπιστώσει τις ανωτέρω υπό στοιχ. α και β τεχνικές ελλείψεις, αστοχίες και αποκλίσεις, εξαιτίας των οποίων τούτο (έργο) ήταν εν γνώσει του ελαττωματικό και επικίνδυνο για τη ζωή και την υγεία ανθρώπων, από την παράδοση τούτου προς χρήση και μέχρι τις 7.9.99, παρότι από τη σύμβαση, το νόμο και την προαναφερθείσα ως άνω συμπεριφορά του είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση παρέλειψε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες και εργασίες προς αποτροπή του κινδύνου αυτού και ουδέν έπραξε όπως όφειλε, παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες παρότι μπορούσε να ενεργήσει κατά τα ανωτέρω, αφού εξακολουθούσε να διαμένει στην περιοχή της Αττικής και μάλιστα στο Δήμο Αχαρνών και να εξασκεί το επάγγελμα του πολιτικού υπομηχανικού.
Γνώριζε δε ότι με τις παραπάνω ενέργειες και παραλείψεις του ήταν ενδεχόμενο η όλη κατασκευή να καταπονηθεί σε περίπτωση σεισμού, ακόμη και με σεισμικό συντελεστή 0,06 του Κανονισμού του 1984, που είχε ληφθεί υπόψη στις μελέτες της άδειας, να καταρρεύσει ολόκληρη ή τμήματα αυτής και να σκοτωθούν άνθρωποι που θα εργάζονταν ή θα βρίσκονταν σ’ αυτήν κατά την ώρα του σεισμού δεδομένης της χρήσεώς της ως βιομηχανικής και της γνωστής σεισμικότητας της Αττικής, πράγμα που αποδέχτηκε στα πλαίσια της εκ μέρους του γρήγορης, εύκολης και άκοπης διεκπεραίωσης του ανωτέρω έργου, που είχε αναλάβει και συνακόλουθα της με το μικρότερο κόστος μεγιστοποίησης του αντίστοιχου κέρδους του.
Ο εν λόγω κατηγορούμενος δηλαδή, έχοντας πλήρη συνείδηση της επικινδυνότητας της δράσης του για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή των εργαζομένων ή ευρισκομένων εντός του ανωτέρω κτιρίου, έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο να σκοτωθούν ευρισκόμενοι εντός ή πέριξ αυτού άνθρωποι από σεισμό και, αφού στάθμισε το ενδεχόμενο τούτο με ό,τι επεδίωκε με τη δράση του κατά τα προεκτεθέντα, έκρινε το τελευταίο ως τόσο σημαντικό, ώστε, ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι’ αυτόν καθεαυτό αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφάσισε ωστόσο να προχωρήσει στις προαναφερθείσες ενέργειες και παραλείψεις του ελπίζοντας (ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση) ότι το αποτέλεσμα τελικά δεν θα επέλθει.
Η τυχόν δε ελπίδα του ότι θα αποφύγει το επελθόν αποτέλεσμα δεν ασκεί επιρροή, διότι ενεργώντας όπως ενήργησε το είχε ήδη αποδεχτεί, ενώ από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι αυτός πίστευε ότι δεν θα επέλθει ούτε, σε κάθε περίπτωση, ότι απέκλεισε την πιθανότητα επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.
Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών και παραλείψεών του ήταν να καταρρεύσει το τμήμα της τοιχοδομής του ισογείου που προαναφέρθηκε κατά το σεισμό της 7.9.99, του οποίου ο σεισμικός συντελεστής ήταν σημαντικά μεγαλύτερος εκείνου του Κανονισμού του 1984, και να καταπλακώσει τον ευρισκόμενο σ’ αυτό σύζυγο της πολιτικώς ενάγουσας Χ.
Σ., γεγονός από το οποίο, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατός του από βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, τον οποίο (θάνατο), ως ελέχθη, προέβλεψε ως ενδεχόμενο και τον αποδέχτηκε. Επομένως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του έβδομου κατηγορουμένου Α.
Τ. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο σε βάρος του Χ. Σ.
5) Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να οδηγηθεί στην κρίση του για την ύπαρξη "ενδεχομένου δόλου" στη προκειμένη περίπτωση, διαλαμβάνει πλήρη και ειδική αιτιολογία ως προς το "γνωστικό στοιχείο" (πρόβλεψη του αποτελέσματος ), αλλά και την νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος μηχανικού να αποτρέψει το αποτέλεσμα.
Προκειμένου όμως περί της παραδοχής "βουλητικού στοιχείου" (εγκληματική αποδοχή), το Συμβούλιο δεν διέλαβε την αναγκαία αιτιολογία αφού φαίνεται να υπολαμβάνει ότι το στοιχείο αυτό τεκμαίρεται από τον υψηλό κίνδυνο επέλευσης του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος εκ των γνωστών στον αναιρεσείοντα ελλείψεων και κακοτεχνιών της οικοδομής, που οφείλονταν σε αυτόν, αλλά και από τις προεκτεθείσες παραλείψεις του μετά την ολοκληρωτική ανέγερση του εν λόγω κτιρίου και μέχρι την στις 7.9.1999 προκληθείσα κατάρρευση τμήματος της τοιχοποιίας του από σεισμό, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκαν, συνιστούν παράβαση του οικείου, καθήκοντος επιμέλειας και ενόψει τούτων δέχθηκε την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου, χωρίς, όμως, να μνημονεύονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να φανερώνουν, ότι ο αναιρεσείων, κατά την κρίσιμη χρονική της από αυτόν επίβλεψης της κατασκευής της οικοδομής, αλλά και μέχρι τον σεισμό της 7.9.1999 καίτοι προέβλεψε το ενδεχόμενο του εν λόγω σεισμού και την εκ τούτου κατάρρευση της οικοδομής ή τμήματος της δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράσταση του παραπάνω εγκληματικού αποτελέσματος και έτσι το επιδοκίμασε, ούτως ώστε να δικαιολογείται, ότι αυτός το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, όχι μόνον το προέβλεψε, αλλά και το αποδέχθηκε.
Τα αναφερόμενα στο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε ως αποτέλεσμα των συνεργειών και παραλείψεών του τον θάνατο ανθρώπων , "που θα εργάζονταν ή θα βρίσκονταν στην οικοδομή κατά την ώρα σεισμού... στα πλαίσια της εκ μέρους του γρήγορης, εύκολης και άκοπης διεκπεραίωσης του ανωτέρω έργου, που είχε αναλάβει και συνακόλουθα της με το μικρότερο κόστος μεγιστοποίησης του αντίστοιχου κέρδους του..." είναι εντελώς ασαφή και αόριστα, αφού δεν προσδιορίζεται ποιο συγκεκριμένα ήταν το "κέρδος" αυτό, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί η ορθότητα της κρίσης του Συμβουλίου ότι η επίτευξη αυτού, ήταν λόγος που οδήγησε τον κατηγορούμενο, στο να επιδοκιμάσει και αποδεχθεί την θανάτωση συνανθρώπων του προκειμένου να το επιτύχει.
Επομένως, το ανωτέρω Συμβούλιο, το μεν στέρησε το πληττόμενο βούλευμά του από την από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον δεν αναφέρει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά , με βάση τα οποία οδηγήθηκε στο περί ενδεχόμενου δόλου του αναιρεσείοντος πόρισμά του το δε αλλά και εκ πλαγίου, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 27 παρ.1β’ ΠΚ, γι’ αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχείο β’ και δ’ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί, η υπόθεση, για νέα κρίση, στο ανωτέρω Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν κρίνει προηγουμένως (άρθρα 485 παρ.1 και 519 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η με αριθμό 71/13.6.2005 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Α. Τ., κατοίκου ..., κατά του 949/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ. Να εξαφανιστεί το βούλευμα αυτό ως προς την διάταξη με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για ανθρωποκτονία με πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο).
VII. Να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το τμήμα της αυτό στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Αθήνα 22/12/2005. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασ. Μαρκής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου ... παρ. 1 του Π.Κ. ‘ ‘ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη’ ‘ (η ποινή του θανάτου έχει καταργηθεί με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2172/1993, αλλά και την τελευταία τροποποίη-ση του Συντάγματος) και κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, ‘ ‘ με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγω-γή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται’ ‘ .
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση της ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή ακόμη και με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, απλό ή και ενδεχόμενο, που συνίσταται ο μεν απλός στη γνώση και στη θέληση των στοιχείων της πράξεως, της θανάτωσης δηλαδή του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή ως ενδεχόμενου του αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.
Ειδικότερα επί ενδεχόμενου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει, το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Απαιτείται δηλαδή, πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή ειδικότερα του εγκληματικού αποτελέσματος, αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία (πεποίθηση ή ελπίδα ή ευχή), αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Π.Κ., στοιχείο της εν συνειδήσει (ενσυνείδητης) αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος, αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο.
Επί εγκλήματος δε δια παραλείψεως τελούμενου, ο υπαίτιος πρέπει να έχει κατά το άρθρο 15 του Π.Κ., ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αποτρο-πή και παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να πηγάζει, είτε από ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών υποχρεώσεων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από προηγούμενη σύμβαση, είτε από προηγηθείσα συμπεριφορά του τελευταίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ’ (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ.
λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο.
Όταν δε πρόκειται για ενδεχόμενο και όχι για απλό δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του, χωρίς εκ του βαθμού (ενδεχομένως μεγάλου) της πιθανότητας με την οποία προ-βλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα (ο οποίος - βαθμός πιθανότητας - δεν αποτελεί ούτε και στοιχείο διαβάθμισης της βαρύτητας της ενσυνείδητης αμέλειας), να τεκμαίρεται και η αποδοχή του (Ολομ.
Α.Π. 8 επ./2005) ή να καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του βουλεύματος, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ.
β’ του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου πολιτικού (υπο)μηχανικού και άλλων, ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από ενδεχόμενο δόλο και εκδόθηκε σχετικά (μετά και από αντίθετες εφέσεις) σε δεύτερο βαθμό, το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμό 949/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, προκειμένου να δικαστεί για την παραπάνω πράξη.
Στην αιτιολογία του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού του και στην οποία υπάρχουν ίδιες σκέψεις, χωρίς αναφορά στην αιτιολογία της εισαγγελικής πρότασης, αναφέρεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν, καθώς και τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα όλων των κατηγορούμενων, προέκυψαν μεταξύ άλλων, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, τα εξής:
Ο εκ των κατηγορούμενων Δ. Κ. είχε στην ιδιοκτησία του οικόπεδο κείμενο επί της οδού ... των Αχαρνών Αττικής και συμφώνησε τη μεταβίβαση της κυριότητάς του στον εξ αυτών Β. Σ., μαζί με την άδεια οικοδομήσεώς του, για την έκδοση της οποίας ανέλαβε αυτός, την υποχρέωση υποβολής των σχετικών αιτήσεων και δικαιολογητικών.
Σχετικά εκδόθηκε η υπ’ αριθμό .../1992 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής (στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου), για την ανέγερση ισόγειου βιοτεχνικού κτιρίου, μετά υπογείου και δώματος και ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση. Η συμμετοχή του πρώτου κατηγορούμενου στην έκδοση της οικοδομικής αυτής άδειας, εξαντλήθηκε στην υποβολή των σχετικών αιτήσεων και δικαιολογητικών προς την πολεοδομία.
Η έκδοση της οικοδομικής άδειας είχε ανατεθεί από τον εκ των κατηγορούμενων Β. Σ., στο τεχνικό γραφείο του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Α. Τ., συνεργαζόμενου με τους εκ των κατηγορούμενων πολιτικούς μηχανικούς Ν. Μ. και Π. Τ., στους οποίους ανατέθηκε (από τον Α. Τ.) μόνον η εκπόνηση των σχετικών μελετών και σχεδίων για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, στη συνέχεια δε ανατέθηκε επίσης από τον Β.
Σ. στον Α. Τ. και η επίβλεψη των εργασιών εκτέλεσης του έργου, σύμφωνα με την άδεια. Και ναι μεν οι εκ των κατηγορούμενων Ν. Μ. και Π. Τ. εμφανίζονται (στην οικοδομική άδεια) και ως επιβλέποντες μηχανικοί, τα ονόματά τους όμως τέθηκαν εν αγνοία τους στο σχετικό φάκελο από τον Α. Τ. και στην πραγματικότητα αυτοί ούτε επίβλεψη είχαν αναλάβει, ούτε και έλαβαν σχετική αμοιβή, για το λόγο δε αυτό και αρνήθηκε ο πρώτος να υπογράψει ως επιβλέπων του έργου μηχανικός, όταν κλήθηκε προς τούτο από τον Α.
Τ., μετά την εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου και οι δύο δε υπέβαλαν σχετικά τις παραιτήσεις τους από την επίβλεψη, με σχετικές δηλώσεις τους προς το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο. Από τον εκ των κατηγορούμενων Β. Σ. ζητήθηκε η συνδρομή και του εξ αυτών Χ. Μ. πολιτικού μηχανικού, στον οποίο ανατέθηκε η βελτίωση των σχεδίων της μελέτης, εν όψει της βιομηχανικής χρήσης του κτιρίου και ο οποίος πράγματι προέβη στη βελτίωση της εγκεκριμένης μελέτης, με τη μεταβολή του ύψους του υπογείου από τρία σε τέσσαρα και ήμισυ μέτρα και τη βαθύτερη θεμελίωση του κτιρίου, την κατάργηση της περιμετρικής δοκού και την ενίσχυση της πλάκας με την κατασκευή πολύ μικρότερων ανοιγμάτων από εκείνα της αρχικής μελέτης.
Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος μάλιστα, αντέδρασε αρχικά αρνητικά όταν πληροφορήθηκε τις μεταβολές αυτές, στη συνέχεια όμως τις αποδέχθηκε, αφού συνέστησε (στο Β. Σ.) την ενημέρωση του φακέλου στην πολεοδομία και την παρακολούθηση από τον ίδιο της εκτέλεσης του έργου ως επιβλέποντος μηχανικού (ο Χ. Μ. δεν ασχολήθηκε καθόλου με επίβλεψη) μέχρι την ολοκλήρωσή του και την υπογραφή από τον ίδιο της σχετικής βεβαίωσης για την ηλεκτροδότησή του και τη σύνδεσή του με τις άλλες παροχές κοινής ωφέλειας.
Παρά ταύτα ούτε οι τροποποιήσεις αυτές των μελετών προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκαν στην πολεοδομία, ούτε έγινε βαθύτερη θεμελίωση του κτιρίου (με ανάλογη σε βάθος εκσκαφή), αλλά τηρήθηκε το ίδιο βάθος εκσκαφής και αυξήθηκε το ύψος του υπογείου. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δέχθηκε στη συνέχεια το Συμβούλιο, διαθέτοντας οργανωμένο γραφείο με μελετητές και επιβλέποντες μηχανικούς, πραγματοποίησε ουσιαστικά την επίβλεψη της κατασκευής του κτιρίου, η οποία περατώθηκε το μήνα Ιούνιο του έτους 1994 και ακολούθως αυτό εκμισθώθηκε στις εταιρίες ‘ ‘ ...
Α.Ε.’ ‘ και ‘ ‘ Χ. Λ. - Ν. Π. Ε.Ε.’ ‘ , εκ τούτου δε κατέστη αναγκαία η ηλεκτροδότηση και η σύνδεσή του με τις άλλες παροχές κοινής ωφέλειας και αναζητήθηκαν από τον Β. Σ. οι σχετικές βεβαιώσεις επίβλεψης. Έτσι ο αναιρεσείων ανέλαβε και τυπικά, με σχετική δήλωσή του στην πολεοδομία, από της 12-7-1995, τη γενική επίβλεψη του έργου την οποία είχε προηγουμένως ουσιαστικά, δηλαδή μετά την περάτωση της κατασκευής του και υπέγραψε ως επιβλέπων μηχανικός τις σχετικές βεβαιώσεις, έλαβε δε και την αμοιβή του (την 16-6-1995) από 2.407.483 δρχ., μετά του αναλογούντος φόρου και κρατήσεων υπέρ του ‘ ‘ Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε’ ‘ .
Επομένως αυτός, δέχθηκε το Συμβούλιο, ως επιβλέπων του έργου μηχανικός, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και εκ της διατάξεως του άρθρου 286 του Π.Κ. (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 παρ. 5α’ του ν. 2331/1995), αλλά και εκ των διατάξεων των άρθρων 1 του π.δ. 778/1980 και 7 του ν. 1396/1983 (σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμό 3046/304/30-1/3-2-1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
‘ ‘ περί Κτιριοδομικού Κανονισμού’ ‘ ), να ενεργήσει την επίβλεψη της κατασκευής, κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, να εξακριβώσει την τήρηση των οδηγιών του κατά την εκτέλεση του έργου και να φροντίσει την εφαρμογή της μελέτης, την τήρηση των προδιαγραφών ασφάλειας και την άρση των τυχόν επικίνδυνων κατασκευών, πράγμα που μπορούσε να πράξει, ως εκ της επιστημονικής του ιδιότητας και της εξειδικεύσεώς του, αλλά ακόμη και με απλή παρατήρηση, να διαγνώσει δηλαδή και να εντοπίσει τις αποκλίσεις από τη σχετική μελέτη του έργου κατά την εφαρμογή της και συγκεκριμένα να διαπιστώσει ότι:
α’ ) μεγάλο τμήμα του υπογείου (προς ΝΑ και ΝΔ), δεν ήταν υπόγειο αλλά ισόγειο, χωρίς περιμετρικά τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα (κατά τη μελέτη και την άδεια) και είχε μεγάλο ύψος έτσι ώστε το κτίριο στις πλευρές αυτές (ΝΑ και ΝΔ) να συμπεριφέρεται ουσιαστικά σαν υψηλό διώροφο, με αποτέλεσμα ισχυρότερη καταπόνηση, μετακίνηση και στροφή, εν όψει και της ανεπάρκειας του αντισεισμικού αρμού, μεταξύ των δύο τμημάτων του, ο οποίος είχε εύρος μικρότερο των 50 mm, αντί των 110 mm κατά την άδεια και β’ ) όλες σχεδόν οι τοιχοδομές του κτιρίου ήταν ιδιαίτερα προβληματικές και επικίνδυνες, λόγω κακού σχεδιασμού και κακής κατασκευής, η οποία έγινε τμηματικά και κατά φάσεις, χωρίς σύνδεση μεταξύ των επί μέρους τμημάτων, χωρίς σφήνωση στο σκελετό του κτιρίου και χωρίς επαρκή αντοχή.
Παρά ταύτα, εν γνώσει του και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και χωρίς καμία πίεση από το συγκατηγορούμενό του Β. Σ., κατά τη διεύθυνση της εκτέλεσης του οικοδομικού έργου που αναφέρθηκε, την οποία αυτός πράγματι είχε αναλάβει, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του, δέχθηκε την κατασκευή του, με τις αναφερόμενες υπό στοιχ.
α’ και β’ αποκλίσεις από την οικοδομική άδεια και την αρχική μελέτη, καθώς και τη μεταγενέστερη του Χ. Μ. που είχαν τεθεί υπόψη του και κατά παρέκκλιση τούτων, αλλά και των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης και τέχνης, την οποία (παρέκκλιση) ο ίδιος είχε διαπιστώσει κατά την επίβλεψη του έργου με την αναφερόμενη ιδιότητά του, είχε δηλαδή διαπιστώσει τις πιο πάνω υπό στοιχ.
α’ και β’ αποκλίσεις, τεχνικές ελλείψεις και αστοχίες και γνώριζε και προέβλεπε ότι εξαιτίας τούτων, το έργο ήταν ελαττωματικό και επικίνδυνο σε περίπτωση σεισμού, για τη ζωή και την υγεία ανθρώπων και μπορούσε να επιφέρει με την πτώση του και την καταπλάκωσή τους, την προσβολή τους. Με το σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, κατέρρευσε τμήμα της εξωτερικής τοιχοποιΐας του κτιρίου, ύψους ενός (1) μέτρου και μήκους τεσσάρων μέτρων και πενήντα πέντε εκατοστών του μέτρου (4,55 μ.), πάνω από τη σιδερένια πόρτα εισόδου και εξόδου και σε ύψος έξι και ημίσεως (6,5) μέτρων και καταπλάκωσε τον εργαζόμενο Χ.
Σ., σύζυγο της πολιτικώς ενάγουσας, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκ της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Το κτίριο είχε γενικές διαστάσεις 20,5 Χ 62 μ., ήταν πανταχόθεν ελεύθερο και αποτελούταν από υπόγειο ύψους 4,55 μ., ισόγειο ύψους 5,60 μ., ημιώροφο πατάρι και δώμα και ο φέρον οργανισμός του ήταν από οπλισμένο σκυρόδεμα και οπτοπλινθοδομή πληρώσεως, με αντισεισμικό αρμό, χρησιμοποιούταν δε ως αποθήκη και γραφεία της εταιρίας ‘ ‘ ...‘ ‘ και της βιοτεχνίας ‘ ‘ Dichen’ ‘ .
Εκτός δε από την κατάρρευση του αναφερόμενου τμήματος της τοιχοποιίας, το έργο παρουσίασε εκ του σεισμού και άλλες βλάβες, κυρίως σε τοίχους, αλλά και φέροντα στοιχεία και χαρακτηρίσθηκε και σε δεύτερο βαθμό κίτρινο, δηλαδή ακατάλληλο προς χρήση. Από το σχετικό πόρισμα της αρμόδιας Επιτροπής προκύπτει, δέχθηκε επίσης το Συμβούλιο, σε σχέση με την αρχιτεκτονική και στατική μελέτη και ανεξά-ρτητα από την παραβίαση της οικοδομικής άδειας ότι:
α’ ) ο αντισεισμικός αρμός μεταξύ των δύο τμημάτων του κτιρίου, ήταν εκ κατασκευής τελείως ανεπαρκής και είχε εύρος μικρότερο των 50 mm, αντί των 110 mm κατά την άδεια, β’ ) το υπόγειο κατά τα δύο τρίτα (2/3) περίπου του μήκους του, δεν ήταν υπόγειο αλλά ισόγειο και δεν είχε περιμετρικά τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα (αλλά από οπτοπλινθοδομές), γ’ ) το ύψος του υπογείου δεν ήταν τρία (3) μέτρα (κατά την άδεια), αλλά περίπου τέσσαρα και ήμισυ (4,50) μέτρα, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με την προηγούμενη παρατήρηση, να είναι αναγκαίος ο επανυπολογισμός του όλου κτιρίου και δ’ ) το οικόπεδο είχε περιφραχθεί κατά μεγάλο τμήμα του, με υψηλό συμπαγή τοίχο και έχει επιχωθεί, σε μεγάλο βάθος, κατά παράβαση του νόμου και χωρίς πρόβλεψη στην άδεια (το ύψος του τοίχου και το πάχος της επίχωσης ήταν αρκετά μέτρα).
Σε σχέση δε με την αιτία της κατάρρευσης, ότι υπάρχουν από δομική άποψη, δύο σοβαρά προβλήματα: α’ ) μεγάλο τμήμα του υπογείου (προς ΝΑ και ΝΔ), δεν ήταν στην πραγματικότητα υπόγειο αλλά ισόγειο, χωρίς περιμετρικά τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα (κατά τη μελέτη και την άδεια) και το ύψος του ήταν μεγάλο? το κτίριο στις πλευρές αυτές (ΝΑ και ΝΔ), ήταν ουσιαστικά διώροφο, με αποτέλεσμα ισχυρότερη καταπόνηση, πράγμα που πιστοποιείται και από την κατάσταση του αρμού μεταξύ των δύο τμημάτων του κτιρίου, ο οποίος ούτε και επαρκής ήταν ούτε και σύμφωνος με την άδεια? ούτε είναι τυχαίο, ότι παρά τη γενική βλάβη των τοιχοδομών, εκείνες που κατέρρευσαν, βρίσκονται στα τμήματα αυτά του κτιρίου και β’ ) όλες σχεδόν οι τοιχοδομές του κτιρίου ήταν ιδιαίτερα προβληματικές και επικίνδυνες, λόγω κακού σχεδιασμού και κακής κατασκευής, είχε δε γίνει τμηματική και κατά φάσεις κατασκευή, χωρίς σύνδεση των επί μέρους τμημάτων, χωρίς σφήνωση στο σκελετό του κτιρίου και χωρίς επαρκή αντοχή.
Εκ του συνδυασμού δε των δύο αυτών προβλημάτων του κτιρίου, του κακού δηλαδή σχεδιασμού και της κακής κατασκευής, επήλθαν οι εκτεταμένες, σχεδόν καθολικές, βλάβες μέχρι και καταρρεύσεις, όλων σχεδόν των τοιχοδομών, εκ της καταρρεύσεως δε τμήματος τούτων προκλήθηκε και ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζόμενου Χ.
Σ. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δέχθηκε τέλος το Συμβούλιο, από την παράδοσή του έργου προς χρήση (το έτος 1994), μέχρι και το σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, μολονότι όπως αναφέρθηκε είχε από το νόμο, τη σύμβαση και την προηγούμενη συμπεριφορά του, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να ενεργήσει προς αποτροπή ενός τέτοιου αποτελέσματος, πράγμα που μπορούσε να κάνει αφού συνέχιζε να διαμένει στην περιοχή του Δήμου Αχαρνών και να ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού υπομηχανικού, παρέλειψε με πρόθεση και βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προς αποτροπή του κινδύνου αυτού και ουδέν έπραξε.
Προέβλεπε δηλαδή αυτός ότι με τις αναφερόμενες ενέργειες και παραλείψεις του, σε σχέση με την επίβλεψη του έργου, ήταν ενδεχόμενο να καταπονηθεί η κατασκευή σε περίπτωση σεισμού, ακόμη και με σεισμικό συντελεστή 0,06 του Κανονισμού του έτους 1984, με βάση τον οποίο είχε συνταχθεί η σχετική μελέτη και να καταρρεύσει ολόκληρο το έργο ή τμήματά του, να σκοτωθούν δε άνθρωποι που θα εργάζονταν ή θα βρίσκονταν εκεί, αφού το έργο είχε γίνει για βιομηχανική χρήση και αποδέχθηκε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, στα πλαίσια της από μέρους του γρήγορης, εύκολης και άκοπης διεκπεραίωσης του έργου την επίβλεψη του οποίου είχε αναλάβει και της σμίκρυνσης του κόστους του και της μεγιστοποίησης αντιστοίχως του κέρδους του.
Έχοντας δε πλήρη γνώση και συνείδηση της επικινδυνότητας της κατασκευής σε περίπτωση σεισμού, για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα ανθρώπων που θα βρίσκονταν ή θα εργάζονταν εντός ή πέριξ του χώρου και προβλέποντας το ενδεχόμενο της θανατώσεώς τους, στάθμισε το ενδεχόμενο αυτό, σε σχέση με τον αναφερόμενο σκοπό που επιδίωκε (μεγιστοποίηση του κέρδους του) και αποφάσισε να προχωρήσει στις αναφερόμενες ενέργειες και παραλείψεις του, έστω και αν το αποτέλεσμα αυτό του ήταν αποδοκιμαστέο και καθ’ εαυτό μη αποδεκτό, ελπίζον-τας (ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση), ότι αυτό τελικά δεν θα επερχόταν.
Η ελπίδα του όμως ότι θα αποφευγόταν το εγκληματικό αποτέλεσμα που επήλθε, ουδεμία ασκεί σχετικά επιρροή, γιατί ενεργώντας αυτός έτσι όπως ενήργησε είχε ήδη αποδεχθεί το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ και από τα περιστατικά που αναφέρθηκαν, δεν προκύπτει ότι αυτός πράγματι πίστευε, ότι το αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν, ούτε σε κάθε περίπτωση ότι αποκλείεται η πιθανότητα επελεύσεώς του.
Με βάση δε τα προκύψαντα αυτά περιστατικά το Συμβούλιο κατέληξε σε παραπεμπτική για τον αναιρεσείονα - κατηγορούμενο κρίση, και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο).
III. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με την παραπεμπτική του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου κρίση του. Αυτό δε γιατί εφόσον ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με ενδεχόμενο δόλο και επομένως ήταν αναγκαία, όπως αναφέρθηκε αρχικά, ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της απόδειξης του στοιχείου της αποδοχής από μέρους του (του κατηγορούμενου), του εγκληματικού αποτελέσματος, οι αναφορές της αιτιολογίας σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι αντιφατικές.
Ειδικότερα, ενώ αρχικά αναφέρεται στην αιτιολογία, ότι αυτός είχε αποδεχθεί το εγκληματικό αποτέλεσμα, στη συνέχεια αναφέρεται αντιφατικά, ότι ο κατηγορούμενος στάθμισε το ενδεχόμενο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (το οποίο είχε προβλέψει), σε σχέση με το σκοπό που επιδίωκε (αυξημένο κέρδος) και αποφάσισε να προχωρήσει στις αναφερόμενες ενέργειες και παραλείψεις του, έστω και αν το αποτέλεσμα αυτό, του ήταν αποδοκιμαστέο και καθ’ εαυτό μη αποδεκτό, ελπίζοντας ή ευχόμενος (στην καλύτερη περίπτωση), ότι αυτό τελικά δεν θα επερχόταν.
Και ότι η ελπίδα του όμως μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, ουδεμία ασκεί σχετικά επιρροή, γιατί ενεργώντας αυτός έτσι όπως ενήργησε, είχε ήδη αποδεχθεί το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ και από τα περιστατικά που αναφέρθηκαν, δεν προκύπτει ότι πράγματι αυτός πίστευε, ότι το αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν, ούτε σε κάθε περίπτωση, ότι αποκλείεται η πιθανότητα επελεύσεώς του.
Εκ των αντιφατικών αυτών αναφορών της αιτιολογίας δεν καθίσταται σαφές, αν το Δικαστικό Συμβούλιο δέχθηκε, αποδοχή από μέρους του κατηγορούμενου του εγκληματικού αποτελέσματος, ή πεποίθηση (ή ελπίδα ή ευχή) αποφυγής του, πράγμα που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 27 παρ. 1 εδ.
β’ του Π.Κ., για τον ενδεχόμενο δόλο, η οποία προϋποθέτει, όπως αναφέρθηκε αρχικά, σαφή αποδοχή από τον κατηγορούμενο του εγκληματικού αποτελέσματος και όχι πεποίθηση ή ελπίδα αποφυγής του, η οποία όταν συντρέχει, σηματοδοτεί ενδεχομένως, ενσυνείδητη αμέλεια. Ούτε εκ του μεγάλου βαθμού πιθανότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος ή την ιδιοτέλεια του υπαίτιου, μπορεί να συναχθεί, όπως επίσης αναφέρθηκε αρχικά, τεκμήριο για την αποδοχή του.
Η πλημμέλεια αυτή του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος, εκ της οποίας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή της αναφερόμενης διατάξεως για τον ενδεχό-μενο δόλο και στερεί το βούλευμα νομίμου βάσεως, δεν προβάλλεται μεν με τους συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
β’ και δ’ (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ., πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι πάντως είναι παραδεκτοί (προβάλλονται άλλες αιτιάσεις αναφορικά με την αιτιολογία), πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 2 (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ., κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, αφού η αναίρεση είναι παραδεκτή και να οδηγήσει στην αναίρεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, κατά την παρα-πεμπτική του διάταξη.
IV. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά την παραπεμπτική του αναιρεσείοντος διάταξή του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ’ αριθμό 949/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά την παραπεμπτική, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Α. Τ., διάταξη αυτού. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2006.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ