Supreme Court allows appeal against final judgment due to procedural irregularities in contract characterization.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a final judgment from the Athens Court of First Instance regarding a lease contract dispute. The appellant argued the contract was a fixed-term performance contract, while the lower court had ruled otherwise based on specific facts. The Court accepted the appeal on the first ground but dismissed the second, remanding the case for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court may allow an appeal if the lower court failed to properly characterize a contract as a fixed-term performance contract, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1100 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1100/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΔΗΤΤΟΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ - ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ - ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δέγλερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του Γ. (Α.) Ρ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 6-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 451/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 562/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθμ. …/2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Κ.
Κ., που προσκομίζει, με επίκληση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 23-4-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. …../2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο (13-1-2023), επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο.
Κατά συνέπεια, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 545/2017).
Η υπό κρίση, από 23-4-2021 (αριθμ. έκθ. κατάθ. …../2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 562/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 6-12-2018 (αριθμ.
έκθ. κατάθ. ……/2018) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, δραστηριοποιούμενη στον τομέα της διεκπεραίωσης θεατρικών παραγωγών, στις 9-10-2018, με σύμβαση μίσθωσης, εκμίσθωσε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, αίθουσα θεάτρου, με τον εξοπλισμό της, στην Αθήνα, επί της οδού Πειραιώς …, για τη διενέργεια θεατρικής παράστασης στις 29 και 30 Οκτωβρίου 2018 και στις 5 Νοεμβρίου 2018 και ώρα 21.00, έναντι μισθώματος 5.500 ευρώ, για κάθε παράσταση, πλέον Φ.Π.Α., το οποίο (μίσθωμα) έπρεπε να καταβληθεί ως εξής: 11.000 ευρώ κατά την υπογραφή της σύμβασης και το υπόλοιπο ποσό των 5.500 ευρώ μέχρι 2-11-2018, πλην όμως ο εναγόμενος στις 28-10-2018 και περί ώρα 24.00 υπαναχώρησε από τη σύμβαση.
Ζήτησε δε, για την αιτία αυτή, να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος οφείλει να της καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος μισθώματος 5.500 ευρώ με ΦΠΑ 24%, 24.304 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ομοίως ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ασχολείται με τη διοργάνωση θεατρικών και άλλων εκδηλώσεων, συνεργαζόμενος με ηθοποιούς, καλλιτέχνες και λοιπούς συντελεστές του θεατρικού χώρου, με την από 1-11-2018 (αριθμ.
εκθ. κατάθ. …../2018) αγωγή (από κοινού με τον Γ. Ρ., μη διάδικο στη παρούσα δίκη), προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι η προαναφερόμενη σύμβαση ήταν ακριβόχρονης εκτέλεσης, η οποία δεν εκτελέστηκε από αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης-αναιρεσείουσας, διότι την ώρα 24.00 της 28-10-2018 δεν του παραδόθηκε, κατά τη σύμβαση, η χρήση του μισθίου ελεύθερη για τη διαμόρφωση του χώρου με δικό του εξοπλισμό ώστε στη συνέχεια να εκτελέσει πρόβα της θεατρικής παράστασης η οποία θα λάμβανε χώρα στις 29 και 30 Οκτωβρίου 2018 και στις 5 Νοεμβρίου 2018, αλλά ήταν κατειλημμένη από συντελεστές άλλων παραστάσεων, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να ματαιώσει τις προγραμματισμένες παραστάσεις λόγω της μη έγκαιρης προετοιμασίας του, ζήτησε, για την αιτία αυτή, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει τα ποσά των 13.640 ευρώ που έδωσε ως προκαταβολή μισθώματος για δύο παραστάσεις, 14.675,97 ευρώ ως αποζημίωση (μίσθωση εξοπλισμού, διαφημίσεις, ασφαλιστικές εισφορές προσωπικού στο ΙΚΑ κλπ) και 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμ. 451/2019 οριστική απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές, απέρριψε κατ' ουσία την από 6-12-2018 αγωγή της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας και δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την από 1-11-2018 αγωγή του αναιρεσίβλητου για το ποσό των 13.640 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα-ενάγουσα στην από 6-12-2018 αγωγή και εναγόμενη στην από 1-11-2018 αγωγή, άσκησε την από 13-5-2019 (αριθμ.
έκθ. κατάθ. …../2019) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 562/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί, με την υπό κρίση, από 23-4-2021, αίτηση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία. Κατά το άρθρο 401 του ΑΚ ''αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει για μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του οφειλέτη.
Αν ο δανειστής προτιμά την απαίτηση της παροχής, οφείλει να το ανακοινώσει αμέσως στον οφειλέτη, αλλιώς δεν έχει την απαίτηση αυτή". Σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 401 του ΑΚ είναι η αμφοτεροβαρής σύμβαση, κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, πλην, όμως, η καθυστερημένη εκπλήρωση της παροχής είναι δυνατή (και, ενδεχομένως, χρήσιμη για το δανειστή) και σε μεταγενέστερο χρόνο, παρότι έχει συμφωνηθεί ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει εκπλήρωση.
Αντιδιαστέλλεται αυτή η σύμβαση, που πρόκειται για γνήσια - σχετική σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης, στην οποία μόνο εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 401 του ΑΚ κατά την οποία ο δανειστής δικαιούται, σε περίπτωση αμφιβολίας, να υπαναχωρήσει για μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του οφειλέτη, αν δεν προτιμά την απαίτηση της παροχής, οπότε οφείλει να ανακοινώσει τούτο αμέσως στον οφειλέτη, από τη μη γνήσια - απόλυτη σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης, που υπάρχει όταν ο χρόνος παροχής είναι έτσι καθορισμένος, ώστε η εκπλήρωση της παροχής από τη φύση της μόνο μέσα στο χρόνο αυτόν να είναι, κατά τον συμβατικό σκοπό, δυνατή, οπότε η καθυστερημένη εκπλήρωση, μετά την πάροδο του χρόνου παροχής, την καθιστά αδύνατη ή άχρηστη για το δανειστή και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 401 του ΑΚ αλλά οι διατάξεις για την αδυναμία παροχής των άρθρων 335 επ.
του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, ο καθορισμός ορισμένου χρόνου εκπλήρωσης της παροχής είναι μεν αναγκαίος, δεν αρκεί όμως για να προσδώσει στη σύμβαση την έννοια της ακριβόχρονης εκτέλεσης, κατ` άρθρο 401 του ΑΚ. Απαιτείται, επιπλέον του καθορισμού δήλου χρόνου και συμφωνία (υποκειμενικό στοιχείο) ότι η παροχή θα εκτελεστεί αποκλειστικά ή ακριβώς ή το αργότερο ή μόνο τον ορισμένο χρόνο ή μέσα στην ορισμένη προθεσμία.
Ο αποκλειστικός χρονικός προσδιορισμός εκπλήρωσης της παροχής πρέπει να αποτελεί, κατά το σκοπό των συμβαλλομένων, τέτοιο ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, ώστε, κατά τη θέλησή τους, αν αυτή είναι καθυστερημένη, να μη συνιστά εκπλήρωση και να επέρχεται η πτώση όλης της σύμβασης, την οποία τα μέρη δεν θα είχαν συνάψει χωρίς την πίστη για την τήρηση του χρόνου εκπλήρωσης.
Οι διατυπούμενες στη σύμβαση ρήτρες, όπως "η παροχή πρέπει να εκτελεστεί ακριβώς" ή "αποκλειστικά" ή "μόνο" ή "το αργότερο μέχρι ορισμένης προθεσμίας", δηλώνουν, κατ`αρχήν, ακριβόχρονη εκτέλεση, η ύπαρξη όμως τέτοιων όρων δεν αποδίδει, αυτόματα, πάντοτε στη σύμβαση το εννοιολογικό στοιχείο της ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, θα προτιμάται η λιγότερο έντονη για τα μέρη δέσμευση. Κρίσιμο κριτήριο για το χαρακτηρισμό της σύμβασης ως γνήσιας - σχετικής σύμβασης ακριβόχρονης εκτέλεσης πρέπει να αποτελεί η ειδική συμφωνία των μερών που αποτυπώνει τη σύνδεση του συμφέροντος του δανειστή στη χρήση της παροχής με ορισμένο χρονικό σημείο, χωρίς βέβαια η παρέλευση αυτού να καθιστά την παροχή άχρηστη για το δανειστή, αφού τότε θα επρόκειτο για απόλυτα ακριβόχρονη εκτέλεση.
Σε μία τέτοια περίπτωση που, εξαιτίας της καθυστέρησης εκπλήρωσης της παροχής, ματαιώνεται το συμφέρον χρήσης (ο σκοπός της χρήσης) της παροχής για το δανειστή, επέρχεται, κατ` επιλογή του, η έννομη συνέπεια με ευθεία εφαρμογή της ΑΚ 401. Σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμβατική σύνδεση του συμφέροντος χρήσης του δανειστή με ορισμένο χρονικό σημείο εκπλήρωσης, πρόκειται για απλή ενοχή, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 340 επ.
και 383 επ. του ΑΚ. Επομένως, αν η παροχή μπορεί να εκπληρωθεί και αργότερα χωρίς να καταστεί άχρηστη για το δανειστή, προκύπτει όμως συμβατικά ενδιαφέρον του τελευταίου για εκπλήρωση μόνο στον συγκεκριμένο χρόνο, η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σχετικά ακριβόχρονης εκτέλεσης, ενώ, σε κάθε άλλη περίπτωση και όταν υπάρχει αμφιβολία, η σύμβαση δεν είναι ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Για την, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 401 του ΑΚ άσκηση του προς υπαναχώρηση δικαιώματος του δανειστή, κατά τους όρους των άρθρων 383 επ. του ΑΚ, δεν απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη, αλλά το δικαίωμα του δανειστή γεννιέται από μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του οφειλέτη.
Ο δανειστής βαρύνεται με την απόδειξη της φύσης της σύμβασης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης, από την οποία και αντλεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης (ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 1410/2013, ΑΠ 1369/2007). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 2/2022).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 130/2020).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1096/2021).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: '' ... η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανήκει στον κοινωφελή μη κερδοσκοπικό οργανισμό με την επωνυμία Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού και δραστηριοποιείται στο χώρο των θεατρικών παραγωγών, έχοντας διεκπεραιώσει πολλές παραστάσεις που εκτελέστηκαν στις θεατρικές αίθουσες του πολιτιστικού κέντρου Ελληνικός Κόσμος, ιδιοκτησίας του εν λόγω ιδρύματος.
Ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) ασχολείται με τη διοργάνωση θεατρικών και άλλων εκδηλώσεων, συνεργάζεται με ηθοποιούς, καλλιτέχνες και άλλους συντελεστές του χώρου του θεάτρου και διοργάνωσε την παρουσίαση της θεατρικής παράστασης "ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ" του Αριστοφάνη, στο προαναφερόμενο κέντρο Ελληνικός Κόσμος στις 29 και 30 Οκτωβρίου και 5 Νοεμβρίου 2018 περί ώρα 21.00'.
Για το σκοπό αυτό οι διάδικοι συνήψαν το από 9-10-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου η εκκαλούσα παραχώρησε στον εφεσίβλητο την αίθουσα "Αντιγόνη" με τον πάγιο εξοπλισμό της για την πραγματοποίηση της θεατρικής παράστασης και το φουαγιέ του ισογείου για την πρόσβαση του κοινού στην αίθουσα στο προαναφερόμενο πολιτιστικό κέντρο επί της οδού Πειραιώς, αρ.
…., στην Αθήνα, αλλά και το προσωπικό της για τις ανάγκες επίβλεψης του εξοπλισμού και της λειτουργίας του θεάτρου, ήτοι υπεύθυνο θεάτρου, τεχνικούς, υποδοχής, καθαριότητας χώρου κλπ. Πρόκειται για μικτή σύμβαση μίσθωσης πράγματος και υπηρεσιών, στην οποία η μίσθωση του ακινήτου έχει τον προέχοντα οικονομικό ρόλο, που αποτελεί κατά την βούληση των συμβαλλομένων την κυρίαρχη παροχή.
Το μίσθωμα ορίστηκε συνολικά σε 16.500 €, πλέον ΦΠΑ, ήτοι σε 5.500 € για κάθε παράσταση, από το οποίο κατά την υπογραφή του συμφωνητικού έπρεπε να καταβληθεί ποσό που αναλογούσε στις δύο πρώτες παραστάσεις, ήτοι 11.000 € συν ΦΠΑ και το υπόλοιπο ποσό το αργότερο μέχρι τις 2-11-2018. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο εφεσίβλητος προκατέβαλε ποσό 13.640 € (11.000 + ΦΠΑ 24%).
Για την έγκαιρη προετοιμασία του μισθίου και του θιάσου συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων τα εξής: α) Προετοιμασία και στήσιμο (σκηνικού) τη νυκτερινή ώρα μετά τις 24.00' μεταξύ 28ης και 29ης Οκτωβρίου, στήσιμο φωτιστικού και ηχητικού πλάνου - γράψιμο φώτων από το πρωί της Δευτέρας (29ης) έως το μεσημέρι, γενική πρόβα της παράστασης τη Δευτέρα από το μεσημέρι και μετά, την Τρίτη (30η) από τις 15.30' και μετά θα πραγματοποιηθεί πέραμα και η αποξήλωση του σκηνικού θα γίνει μετά το πέρας της παράστασης και β) προετοιμασία και στήσιμο (σκηνικού) μεταξύ 4ης και 5ης Νοεμβρίου μετά το πέρας της προγραμματισμένης παράστασης δηλαδή μεταξύ 23.00 - 24.00', στήσιμο φωτιστικού και ηχητικού πλάνου - γράψιμο φώτων από το πρωί της Δευτέρας (5ης) έως το μεσημέρι, γενική πρόβα της παράστασης τη Δευτέρα από το μεσημέρι και μετά και η αποξήλωση και μεταφορά του σκηνικού θα γίνει υποχρεωτικά μετά το πέρας της παράστασης την Δευτέρα 5η Νοεμβρίου.
Στην ίδια αίθουσα παρουσιάζονταν και άλλες θεατρικές παραστάσεις και έπρεπε ο χώρος του θεάτρου (σκηνικά, φωτισμός, ήχος) μόλις τελείωνε η μία παράσταση να αδειάζει έγκαιρα και να αρχίζουν πάραυτα, ακόμη και νυκτερινές ώρες, οι προετοιμασίες για την επόμενη παράσταση. Από τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι απέβλεψαν στην ακριβή τήρηση των συμφωνηθέντων σε χρόνο και χώρο (προετοιμασία, πρόβες, αποξήλωση), όπου η εκκαλούσα μισθώτρια έπρεπε να έχει άμεσα σε ορισμένο χρονικό σημείο στη διάθεση του εναγόμενου ελεύθερο το χώρο του θεάτρου για την έγκαιρη και πλήρη προετοιμασία της θεατρικής παράστασης, ήτοι πρόκειται για σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Έμμεση απόδειξη για τον χαρακτηρισμό αυτό της σύμβασης αποτελεί η γνωστοποίηση της εκκαλούσας στον ενάγοντα 3 ημέρες πριν την έναρξη των εργασιών προετοιμασίας ότι η διάθεση του θεάτρου αντί στις 24.00' θα γίνει στις 02.00' πρωινή της 29ης Οκτωβρίου λόγω χρήσης της αίθουσας από τεχνικούς άλλης θεατρικής παράστασης και τη ρητή άρνηση του τελευταίου ότι οπωσδήποτε η προετοιμασία του, ήτοι στήσιμο σκηνικού, φωτιστικού και ηχητικού εξοπλισμού, πρέπει να γίνει το αργότερο στις 24.00' για να προλάβει να γίνει πρόβα της παράστασης περί ώρα 03.30', οι συζητήσεις δε αυτές έγιναν με ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mail).
Μετά τη διαβεβαίωση της εκκαλούσας ότι όλα θα γίνουν όπως είχαν συμφωνήσει, στις 28 Οκτωβρίου και περί ώρα 18.30' μετέβη στο χώρο του θεάτρου ο εφεσίβλητος και μετέφερε με φορτηγό όχημα τμήμα των σκηνικών της παράστασης που εναπόθεσε στον προαύλιο χώρο, ενώ περί ώρα 22.30' μετέφερε τον υπόλοιπο εξοπλισμό της παράστασης και ανέμενε να ελευθερωθεί ο θεατρικός χώρος για να εγκαταστήσει τον δικό του εξοπλισμό.
Περί ώρα 24.00' όμως ο θεατρικός χώρος όχι μόνο δεν ήταν ελεύθερος, αλλά εργάζονταν σ' αυτό τεχνικοί του θεάτρου και άλλου θιάσου εγκαθιστώντας δικό τους φωτιστικό σύστημα για την παράσταση "Ερωτευμένος Σαίξπηρ" στις 2 Νοεμβρίου 2018 και είχαν κλειστή τη θύρα εισόδου, την οποία δεν άνοιξαν παρά τις προσπάθειες του εφεσιβλήτου.
Ακολούθως, επειδή η επικοινωνία του εφεσίβλητου με την εκκαλούσα κατέστη αδύνατη και το συνεργείο του πρώτου δεν μπόρεσε να εισέλθει στο χώρο του θεάτρου για να στήσει τον εξοπλισμό του, ο εφεσίβλητος με νέο ηλεκτρονικό μήνυμά του διαμαρτυρήθηκε στην εκκαλούσα για την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της και της δήλωσε ότι θεωρεί καταγγελθείσα τη σύμβαση από υπαιτιότητά της, συγχρόνως δε περί ώρα 12.45' και αφού ουδείς υπεύθυνος του θεατρικού χώρου από την πλευρά της εκκαλούσας εμφανίστηκε μήπως και ανοίξει το χώρο, έστω την τελευταία στιγμή, για να προβεί σε εγκατάσταση του εξοπλισμού του, αναχώρησε με το συνεργείο του από τον χώρο αυτό μαζί με τον εξοπλισμό του.
Με τη συμπεριφορά του ο εφεσίβλητος, όπως κρίνεται από το Δικαστήριο, υπαναχώρησε από τη σύμβαση της μίσθωσης, διότι δεν είχε πλέον συμφέρον, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εκμισθώτριας, η οποία περιέστη σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη, να εμείνει σ' αυτή, ούτε ήταν αναγκαίο να της τάξει προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής της λόγω του ακριβοχρόνου χαρακτήρα της σύμβασης (άρθρο 383 ΑΚ).
Λόγω της υπαναχώρησης αυτής του εφεσιβλήτου, απαλλάσσονται αμφότεροι οι διάδικοι να εκπληρώσουν την παροχή τους, ήτοι η εκκαλούσα να παραχωρήσει το μίσθιο και ο εφεσίβλητος να καταβάλει το υπόλοιπο του μισθώματος, με αποτέλεσμα η πρώτη να είναι υποχρεωμένη να αποδώσει στον δεύτερο το μίσθωμα που ήδη είχε λάβει πριν την έναρξη της μίσθωσης ποσού 13.640 €.
Περαιτέρω, υπό τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, η υπαναχώρηση του εφεσιβλήτου από τη σύμβαση δεν κρίνεται καταχρηστική. Όμοια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα κρίνονται ουσία αβάσιμα και απορριπτέα ... ''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία-εναγομένη, η οποία κατέστη υπερήμερη, οφείλει να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα το ποσό των 13.640 ευρώ, το οποίο είχε ήδη καταβάλει σε αυτήν ως μίσθωμα προκαταβολικά, όπως ομοίως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας.
Κρίνοντας έτσι όμως, το Εφετείο, έσφαλε με το να δεχθεί, ότι πρόκειται για σύμβαση σχετικά ακριβόχρονης εκτέλεσης του άρθρου 401 του ΑΚ, κατά την οποία η παροχή (παράδοση του ένδικου μίσθιου-θεάτρου) έπρεπε να γίνει, αποκλειστικά, μέχρι (το αργότερο) ώρα 24.00 μεταξύ 28ης και 29ης Οκτωβρίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το εν λόγω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν ορθά ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 401 του ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο, κατ` αρχάς, δεν διευκρινίζει για ποίο λόγο η συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών αποτύπωνε ειδικά τη σύνδεση του συμφέροντος του μισθωτή-αναιρεσιβλήτου, στη χρήση της επίδικης παροχής με το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, δηλαδή αυτό της προετοιμασίας της θεατρικής παράστασης "Εκκλησιάζουσες" με στήσιμο σκηνικού, φωτιστικών και ηχητικού εξοπλισμού, κατά τον ως άνω χρόνο, αποτελώντας, έτσι, κατά τη θέληση των συμβαλλομένων, ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης και ότι, εξαιτίας ακριβώς αυτής της καθυστέρησης εκπλήρωσης, ματαιώθηκε το συμφέρον χρήσης (ο σκοπός της χρήσης) του μισθωτή και, ακολούθως, δεν επεξηγεί πώς προκύπτει το συμφέρον του τελευταίου για εκπλήρωση της παροχής - παράδοση του μισθίου από την εκμισθώτρια εταιρία σ` αυτόν, μόνο στον ορισμένο χρόνο και γιατί η εκπλήρωση της παροχής σε μεταγενέστερο χρόνο δεν ήταν επωφελής γι` αυτόν, αν ληφθεί υπόψη ότι η παροχή μπορούσε να εκπληρωθεί και αργότερα χωρίς να καθίσταται άχρηστη για τη μισθώτρια, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Όπως έχει προεκτεθεί, ο καθορισμός ορισμένου χρόνου εκπλήρωσης της παροχής δεν προσδίδει, από μόνος του, στη σύμβαση την έννοια της ακριβόχρονης εκτέλεσης, αλλά πρέπει αυτός, κατά το σκοπό των συμβαλλομένων, να αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, υπό την προαναφερόμενη έννοια. Συνακόλουθα, για το χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης μίσθωσης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης του άρθρου 401 του ΑΚ, δεν αρκεί η σχετική αόριστη αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την οποία '' ...
οι διάδικοι απέβλεψαν στην ακριβή τήρηση των συμφωνηθέντων σε χρόνο και χώρο (προετοιμασία, πρόβες, αποξήλωση), όπου η εκκαλούσα μισθώτρια έπρεπε να έχει άμεσα σε ορισμένο χρονικό σημείο στη διάθεση του εναγόμενου ελεύθερο το χώρο του θεάτρου για την έγκαιρη και πλήρη προετοιμασία της θεατρικής παράστασης ... '' αφού δεν γίνεται μνεία γιατί, με βάση τα στοιχεία αυτά (που δεν παρατίθενται αναλυτικά), η μισθώτρια εταιρεία δεν είχε πλέον συμφέρον να παραλάβει το μίσθιο μετά τις 24.00' μεταξύ 28ης και 29ης Οκτωβρίου, όταν κατά το από 9-10-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου η αναιρεσείουσα παραχώρησε στον αναιρεσίβλητο την αίθουσα "Αντιγόνη" με τον πάγιο εξοπλισμό της για την πραγματοποίηση της ως άνω θεατρικής παράστασης, συμφωνήθηκε '' ...
α) προετοιμασία και στήσιμο (σκηνικού) τη νυκτερινή ώρα μετά τις 24.00' μεταξύ 28ης και 29ης Οκτωβρίου, στήσιμο φωτιστικού και ηχητικού πλάνου - γράψιμο φώτων από το πρωί της Δευτέρας (29ης) έως το μεσημέρι, γενική πρόβα της παράστασης τη Δευτέρα από το μεσημέρι και μετά ...''. Εξάλλου, η, μετά την κατάρτιση της επίδικης, από 9-10-2018 σύμβασης μίσθωσης, ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mail) μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα '' ...
η γνωστοποίηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας στον αναιρεσείβλητο τρεις ημέρες πριν την έναρξη των εργασιών προετοιμασίας ότι η διάθεση του θεάτρου αντί στις 24.00' θα γίνει στις 02.00' πρωινή της 29ης Οκτωβρίου λόγω χρήσης της αίθουσας από τεχνικούς άλλης θεατρικής παράστασης και η ρητή άρνηση του τελευταίου ότι οπωσδήποτε η προετοιμασία του, πρέπει να γίνει το αργότερο στις 24.00'...'', αποτέλεσε έμμεση απόδειξη για τον χαρακτηρισμό αυτό της σύμβασης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης, δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της ήδη καταρτισμένης σύμβασης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις πλημμέλειες αυτές, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του, αφού η παραδοχή του οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 562/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών).
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ