Legislator Case Law & Legislation
1100/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of contract negotiation liability claim.

Case Number 1100/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Larissa's final judgment rejecting the plaintiff's claim for liability arising from negotiations. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding and legal application regarding the parties' failure to reach a final agreement by January 2011. The court found these arguments baseless, stating the appellate court's evaluation of the evidence and the parties' conduct was clear, complete, and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on erroneous interpretation or application of substantive law is inadmissible when the lower court's reasoning on fact-finding and legal assessment is clear, complete, and sufficiently motivated.

Keywords

AI generated
contract negotiation liability appeal admissibility substantive law violation appellate court reasoning negotiation failure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 493 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2005
OLAP 7/2006
OLAP 2/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1100 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1100/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία …, που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χατζηιωάννου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία … όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μανούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 348/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/8/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 348/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίον, δεχόμενο την από 21-3-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη 199/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε δεχτεί την από 18-10-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας εναντίον της τελευταίας κατά την επικουρική βάση της περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ'ουσίαν, απέρριψε την ένδικη αγωγή και ως προς την προαναφερόμενη επικουρική βάση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε) όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004 ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006), Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκα ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις οε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.ΓΙολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτό κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, στο άρθρο 197 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη", ενώ στην πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 198 ΑΚ προβλέπεται ότι "όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 298 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι α)ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, το οποίο αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης, β)συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά το ανωτέρω στάδιο, γ)επέλευση ζημίας, δ)υπαιτιότητα, για την οποία αρκεί και η κατ'άρθρο 330 εδ.β'ΑΚ αμέλεια, ε)αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας.

Ειδικότερα, υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, συμπεριφορά των μερών σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είναι η επιβαλλόμενη στα μέρη συναλλακτική ευθύτητα κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσομένου, η τήρηση δηλαδή από τα μέρη των τρόπων ενέργειας που γενικώς ακολουθούνται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές, ενώ διαπραγματεύσεις είναι οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη συμβάσεως, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση συμβάσεως μέχρι και την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.

Η αδικαιολόγητη διακοπή των διαπραγματεύσεων τότε μόνο αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όταν οι διαπραγματεύσεις είχαν ουσιαστικώς περατωθεί με συμφωνία των ενδιαφερομένων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και υπολειπόταν η απαιτούμενη από το νόμο ή τη συμφωνία των μερών τυπική κατάρτισή της ή όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση (ΑΠ 1232/2000, ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 554/2011).

Έτσι, η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαιώσεως καταρτίσεως της συμβάσεως σε χρόνο, κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς με συμφωνία τούτων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαιώσεως είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία (ΑΠ 12/2006, ΑΠ 197/2007).

Στην περίπτωση αυτή, ο υπαίτιος της ματαιώσεως της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας συνάψεως της σύμβασης, με συνέπεια να πιστέψει ως επικείμενη την κατάρτισή της (ΑΠ 1231/2008). Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ.

η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος, επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει, αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της. Αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους.

Η ζημία δε αυτή πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (ΑΠ 1565/2000, ΑΠ 12/2006, ΑΠ 197/2007, ΑΠ 1231/2008).

Στην συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'αρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η από 21-3-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει την καταστατική έδρα της στην …, δραστηριοποιείται επιχειρηματικά, μεταξύ άλλων στην παραγωγή και εμπορία διαφόρων προϊόντων χάλυβα και διατηρεί τρία βιομηχανικά συγκροτήματα στον … στο … και το ….

Η εναγόμενη εταιρία, η οποία έχει την έδρα της στο … της … και ανήκει στον όμιλο εταιριών της πολυεθνικής γερμανικής μεταλλουργίας …, δραστηριοποιείται, κυρίως, στην εμπορία διαφόρων προϊόντων χάλυβα και μηχανολογικού εξοπλισμού. Η τιμή του προϊόντος αυτού παρουσιάζει καθημερινές διακυμάνσεις, ως αν ήταν χρηματιστηριακό προϊόν.

Οι συμβάσεις πώλησης του προϊόντος αυτού καταρτίζονται κατά κανόνα-συνήθως σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η εκκαλούσα είχε αγοράσει από την εφεσίβλητη επτά μήνες πριν τις επίδικες διαπραγματεύσεις 5000 μπιγέτες χάλυβα. Η σύμβαση πώλησης τότε βασίστηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό που η εφεσίβλητη απέστειλε στην εκκαλούσα και καταρτίστηκε εντός δύο ημερών.

Οι επίδικες διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν τηλεφωνικώς και με ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) για λογαριασμό της εναγομένης-εκκαλούσας από τον υπάλληλο 'της … και από την πλευρά της εφεσίβλητης- ενάγουσας από τον υπάλληλο της Β. Γ.. Στις 10.1.2011 ο J.G.-T. απέστειλε στον Β. Γ. το από 11.1.2011 ηλεκτρονικό μήνυμα με το εξής περιεχόμενο: "Αγαπητέ κύριε Γ., με την παρούσα κλείνουμε 5.000 ΜΤ (μετρικούς τόνους) μπιγιετών 125 Χ 125 χιλ.

Χ 12000 χιλ. σε τιμή ευρώ 508 ανά τόνο, ΓΟΒ φορτωμένα και στοιβαγμένα στο λιμάνι του Β.. Ετοιμότητα για φόρτωση 2ο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου. Χημική σύνθεση, όπως συζητήθηκε. Παρακαλούμε να μας στείλετε συμφωνητικό". Ο υπάλληλος της εφεσίβλητης-ενάγουσας, Β. Γ., απάντησε αυθημερόν (11.1.2011) με το εξής e-mail: "Αγαπητέ κύριε, με την παρούσα επιβεβαιώνουμε την αποδοχή της παραγγελίας σας για 5.000 ΜΤ μπιγιετών χάλυβα 125 χιλ.

Χ 1 25 χιλ. Χ 12000 χιλ., με χημική σύνθεση/σύσταση όπως στο e-mail σας της 11.1.2011 έναντι της αξίας ανά τόνο ευρώ 508/ΜΤ φορτωμένα και στοιβαγμένα στο λιμάνι του Β., πληρωμή με ανέκκλητη πιστωτική επιστολή/εντολή, πληρωτέα εν όψει, προς φόρτωση μέσα στο 2°δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου. Σας αποστέλλουμε το σχετικό συμφωνητικό πώλησης"....

Με το μήνυμα αυτό η εφεσίβλητη-ενάγουσα εταιρία (δια του ως άνω υπαλλήλου της) επιβεβαίωσε την αποδοχή της παραγγελίας της εναγομένης, πλην όμως προσέθεσε και έναν όρο πληρωμής, ο οποίος προηγουμένως δεν είχε καταστεί αντικείμενο των συζητήσεων των δύο πλευρών ("πληρωμή με ανέκκλητη πιστωτική επιστολή σε όψη"), και συγχρόνως απέστειλε το σχετικό συμφωνητικό πώλησης, στο οποίο περιγράφονταν λεπτομερώς όλοι οι όροι της (υπό κατάρτιση) σύμβασης.

Με το από 12.1.2011 ηλεκτρονικό μήνυμα ο υπάλληλος της εναγομένης, J. G.- T., ενημέρωσε την ενάγουσα, ότι το σχέδιο της σύμβασης διαβιβάστηκε στο νομικό τμήμα της (εναγομένης) για έλεγχο. Την επόμενη ημέρα (13.1.2011) η εναγομένη απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στην ενάγουσα, με το οποίο την ενημέρωνε ότι ανέμενε τα σχόλια του νομικού της τμήματος έως την επόμενη ημέρα, και διευκρίνισε ότι δεν είχε συζητηθεί και συμφωνηθεί ο τρόπος πληρωμής, ότι δηλαδή η πληρωμή θα γινόταν με ανέκκλητη τραπεζική πίστωση.

Η ενάγουσα απάντησε με μήνυμα της ίδιας ημέρας (13.1.2011) ότι χρησιμοποιεί πάντα τους ίδιους εμπορικούς όρους, δηλαδή ενέγγυα πίστωση πληρωτέα εν όψει, όπως και τις προηγούμενες φορές. Την επομένη (14.1.2011) με το υπογεγραμμένο από τους υπαλλήλους της S. C. και J. G. –T. - μήνυμα η εναγομένη κατέστησε σαφές, ότι δεν θα υπήρχε δεσμευτική σύμβαση, παρά μόνο μετά την υπογραφή του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.

Επίσης, με το μήνυμα αυτό κατέστησε σαφές, ότι οι όροι πληρωμής καθορίζονται πάντα χωριστά για την κάθε περίπτωση και ότι η πληρωμή με ενέγγυα πίστωση δεν είχε συζητηθεί και συμφωνηθεί, προσέτι δε ανέφερε ότι δεν είχαν συζητηθεί και άλλα ζητήματα, όπως η διευθέτηση των αξιώσεων σε περίπτωση πραγματικών ελαττωμάτων, η δωσιδικία κλπ.

Και το μήνυμα αυτό καταλήγει "Δεν θα υπάρξει δεσμευτικό συμφωνητικό πριν να συζητηθούν αυτά τα ζητήματα και υπογραφεί το συμφωνητικό από αμφότερα τα μέρη". Στις 18-1-2011 η εναγομένη - εκκαλούσα απέστειλε στην εφεσίβλητη-ενάγουσα τις παρατηρήσεις του νομικού της τμήματος με e-mail το οποίο έχει ως εξής: "Αγαπητέ κύριε Μ., Παρακαλώ βρείτε παρακάτω τα σχόλια του Νομικού μας τμήματος σχετικά με το ιδιωτικά συμφωνητικό σας.

Δεν θα υπάρξει καμία δεσμευτική σύμβαση πριν υπογραφεί και από τις δύο πλευρές. Σχόλια για το σχέδιο συμφωνητικού της 11 Ιανουαρίου 2011 Ποσότητα Η απόκλιση +/- 10% είναι πολύ υψηλή, παρακαλούμε να τροποποιηθεί σε +/- 3%. Καθορισμός/Προσδιορισμός της ποιότητας. Δεν είναι ουδόλως αποδεκτό το πιστοποιητικό ποιότητας που εκδίδεται από τον πωλητή να είναι οριστικό όσον αφορά ζητήματα ποιότητας.

Η ρήτρα θα πρέπει είτε να διαγραφεί είτε αντί για "θα είναι οριστικό" να αντικατασταθεί με "θα είναι ενδεικτική"". Η ρήτρα δεν θα έπρεπε να διαβάζεται: "Προσδιορισμός Ποιότητας" αλλά "Ενδειξη Ποιότητας". Πληρωμή με άνοιγμα τραπεζικής πίστωσης δεν είναι αποδεκτή. Παρατηρήσεις σχετικά με την φορτωτική ή απόδειξη παραλαβής φορτίου.

Παρακαλούμε να διαγραφεί το "μερική χρώση οξείδωσης" και "επιφανειακή/γωνιακή οξείδωση". Εφαρμοστέο Δίκαιο Παρακαλούμε να γίνει η κάτωθι αντικατάσταση: "Η παρούσα σύμβαση θα διέπεται και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο. Τα μέρη υποβάλλονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του …, σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση, διένεξη ή διαφορά που μπορεί να ανακύψει από αυτό το συμφωνητικό. "Ανωτέρα Βία:

Στην τέταρτη γραμμή παρακαλούμε να διαγραφεί η λέξη "απεργίες". Στην Πέμπτη σειρά να διαγραφεί: "καθυστερήσεις του μεταφορέα λόγω βλάβης ή αντίξοων καιρικών συνθηκών. Εγγυήσεις/Ευθύνη. Παρακαλούμε να προστεθεί νέα ρήτρα στο συμφωνητικό με τίτλο: "Εγγυήσεις / Ευθύνη" με την εξής διατύπωση: "Οι εγγυήσεις και η ευθύνη των μερών θα είναι σύμφωνα με το συμφωνημένο δίκαιο" ...

Όροι φόρτωσης και θαλάσσιας μεταφοράς. Σύμφωνα με τον όρο 3 (τέλος) η Πωλήτρια μας ζητάει να αποδεχθούμε να μοιράσουμε τη διαφορά από την τυχόν ολοκλήρωση της φόρτωσης σε συντομότερο του υπολογισθέντος χρόνου (Half Dispatch). Πέρα από το γεγονός ότι τέτοιο μοίρασμα δεν είναι συνηθισμένο σε αυτόν τον κύκλο συναλλαγών, οι πλοιοκτήτες θα συμπεριλάβουν σίγουρα σχετικά έξοδα παράδοσης μέσα στο ναύλο, δηλαδή ο ναύλος θα καταστεί ακριβότερος για την Αγοράστρια.

Γι' αυτό το λόγο παρακαλούμε να διαγράψετε τη φράση "μοίρασμα της διαφοράς από τις σταλίες" (Half Dispatch) στην τελευταία γραμμή του όρου 3.Το ίδιο ισχύει και για τον όρο 4: "το φορτίο να είναι στοιβαγμένο, όχι όμως συνδεδεμένο, δηλαδή το στοίβαγμα/δέσιμο να κανονισθεί/πληρωθεί από την Αγοράστρια. Η Αγοράστρια θα δώσει εντολή στον μεταφορέα/πλοιοκτήτη να διενεργήσει το στοίβαγμα, δηλαδή ο ναύλος καθίσταται επίσης ακριβότερος.

Σύμφωνα με τον όρο 6, η Αγοράστρια αναλαμβάνει να αναθέσει στους πλοιοκτήτες να διορίσουν τον πράκτορα της Πωλήτριας στο λιμάνι φόρτωσης. Σε περίπτωση που ο πράκτορας της Πωλήτριας είναι πολύ ακριβός, τότε, η πλοιοκτήτρια θα πρέπει να αυξήσει επίσης το ναύλο σε βάρος της ναυλώτριας-Αγοράστριας. Ο όρος 6 θα πρέπει να αντικατασταθεί ως ακολούθως: "Η πλοιοκτήτρια θα επιλέξει τον πράκτορά της στο λιμένα φόρτωσης".

Σύμφωνα με τον όρο. 2, η Πωλήτρια επιθυμεί όπως η Αγοράστρια επιλέξει "κιβωτιόσχημη" φόρτωση. Αυτό είναι ασύνηθες/ μη αναγκαίο για το εμπόρευμα. Η κιβωτιόσχημη φόρτωση είναι ακριβότερη σε σύγκριση με τα κανονικά πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου. Δεδομένου ότι τα πλοία "κιβωτιόσχημης φόρτωσης" είναι λιγότερα σε αριθμό από τα κανονικά πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου, η κιβωτιόσχημη φόρτωση είναι, κατά συνέπεια, ακριβότερη απ' τη φόρτωση σε κανονικά πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου.

Για το λόγο αυτό, παρακαλούμε διαγράψτε τη λέξη "κιβωτιόσχημο" στην πρώτη γραμμή του όρου 2. Η εφεσίβλητη απάντησε αυθημερόν (18-1-2011) με e-mail που έχει το εξής περιεχόμενο: Σχόλια για το σχέδιο συμφωνητικού της 11 Ιανουαρίου 2011. Ποσότητα: Η απόκλιση +/- 10% είναι πολύ υψηλή, παρακαλούμε να τροποποιηθεί σε +1-2%. Αποδέχεστε απόκλιση +/- 5%.

Καθορισμός/Προσδιορισμός της ποιότητας: Δεν είναι ουδόλως αποδεκτό το πιστοποιητικό ποιότητας που εκδίδεται από τον πωλητή να είναι οριστικό όσον αφορά ζητήματα ποιότητας. Η ρήτρα θα πρέπει είτε να διαγραφεί είτε αντί για "θα είναι οριστικό" να αντικατασταθεί με "θα είναι ενδεικτική"". .Αποδέχεστε έκδοση πιστοποιητικού από ανεξάρτητο επιθεωρητή με δαπάνη της Πωλήτριας.

Η ρήτρα δεν θα έπρεπε να διαβάζεται: "Προσδιορισμός Ποιότητας" αλλά "Ενδειξη Ποιότητας". Πληρωμή: Πληρωμή με άνοιγμα τραπεζικής πίστωσης δεν είναι αποδεκτή. Δεκτό, αλλά η πληρωμή να γίνει με Υποσχετική Επιστολή η οποία θα εκδοθεί από την …που θα αναγράφει ότι η πληρωμή θα πραγματοποιηθεί μετά την παραλαβή των φορτωτικών εγγράφων μέσω e-mail και ειδικής αποστολής.

Παρατηρήσεις σχετικά με την φορτωτική ή απόδειξη παραλαβής φορτίου: Παρακαλούμε να διαγραφεί το "μερική χρώση οξείδωσης" και "επιφανειακή/γωνιακή οξείδωση". Δεκτό. Εφαρμοστέο Δίκαιο: Παρακαλούμε να γίνει η κάτωθι αντικατάσταση: "Η παρούσα σύμβαση θα διέπεται και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο.

Τα μέρη υποβάλλονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του …, σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση, διένεξη ή διαφορά που μπορεί να ανακύψει από αυτό το συμφωνητικό. "Προτείνουμε μια διεθνώς αποδεκτή θέση - Ελβετία. -Ανωτέρα Βία: Στην τέταρτη γραμμή παρακαλούμε να διαγραφεί η λέξη "απεργίες". Στην Πέμπτη σειρά να διαγραφεί: " καθυστερήσεις του μεταφορέα λόγω βλάβης ή αντίξοων καιρικών συνθηκών".

Αυτός είναι ένας τυποποιημένος όρος, παγκοσμίως αποδεκτός σε όλες τις χώρες και παρακαλούμε να αναθεωρήσετε τη θέση σας,, Εγγυήσεις/Ευθύνη: Παρακαλούμε να προστεθεί νέα ρήτρα στο συμφωνητικό με τίτλο: "Εγγυήσεις/Ευθύνη" με την εξής διατύπωση: "Οι εγγυήσεις και η ευθύνη των μερών θα είναι σύμφωνα με το συμφωνημένο δίκαιο".

ΕΛΒΕΤΙΑ. Παρακαλούμε βρείτε παρακάτω τα σχόλια του δικού μας τμήματος - logistics σχετικά με τους όρους φόρτωσης και θαλάσσιας μεταφοράς. Όροι φόρτωσης και θαλάσσιας μεταφοράς: Σύμφωνα με τον όρο 3 (τέλος) η Πωλήτρια μας ζητάει να αποδεχθούμε να μοιράσουμε τη διαφορά από την τυχόν ολοκλήρωση της φόρτωσης σε συντομότερο του υπολογισθέντος χρόνου (Half daisptatch).

Πέρα από το γεγονός ότι τέτοιο μοίρασμα δεν είναι συνηθισμένο σε αυτόν τον κύκλο συναλλαγών, οι πλοιοκτήτες θα συμπεριλάβουν σίγουρα σχετικά έξοδα παράδοσης μέσα στο ναύλο, δηλαδή ο ναύλος θα καταστεί ακριβότερος για την Αγοράστρια. Γι' αυτό το λόγο παρακαλούμε να διαγράψετε τη φράση "μοίρασμα της διαφοράς από τις σταλίες" (Half daisptatch), στην τελευταία γραμμή του όρου 3.

Δεκτό. Το ίδιο ισχύει και για τον όρο 4: "το φορτίο να είναι στοιβαγμένο, όχι όμως συνδεδεμένο, δηλαδή το στοίβαγμα/δέσιμο να κανονισθεί/πληρωθεί από την Αγοράστρια. Η Αγοράστρια θα δώσει εντολή στον μεταφορέα/πλοιοκτήτη να διενεργήσει το στοίβαγμα, δηλαδή ο ναύλος καθίσταται επίσης ακριβότερος. Συνήθως δεν απαιτείται στοίβαξη και δεν είναι και τεχνικά δυνατή στο λιμάνι του ….

Το φορτίο να φυλαχθεί και να τοποθετηθεί με ενδιάμεσα ξύλα αλλά όχι στοιβαγμένο. Σύμφωνα με τον όρο 6, η Αγοράστρια αναλαμβάνει να αναθέσει στους πλοιοκτήτες να διορίσουν τον πράκτορα της Πωλήτριας στο λιμάνι φόρτωσης. Σε περίπτωση που ο πράκτορας της Πωλήτριας είναι πολύ ακριβός, τότε, η πλοιοκτήτρια θα πρέπει να αυξήσει επίσης το ναύλο σε βάρος της ναυλώτριας-Αγοράστριας.

Ο όρος 6 θα πρέπει να αντικατασταθεί ως ακολούθως: "Η πλοιοκτήτρια θα επιλέξει τον πράκτορα της στο λιμένα φόρτωσης". Δεκτό, αλλά παρακαλούμε να προτείνετε στην Πλοιοκτήτρια ως πράκτορες τους … με μια ανταγωνιστική τιμή, γιατί λόγω της εμπειρίας τους τα πράγματα θα είναι πολύ πιο απλά. Σύμφωνα με τον όρο 2, η Πωλήτρια επιθυμεί όπως η Αγοράστρια επιλέξει "κιβωτιόσχημη" φόρτωση.

Αυτό είναι ασύνηθες/μη αναγκαίο για το εμπόρευμα. Η κιβωτιόσχημη φόρτωση είναι ακριβότερη σε σύγκριση με τα κανονικά πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου Δεδομένου ότι τα πλοία "κιβωτιόσχημης φόρτωσης" είναι λιγότερα σε αριθμό από τα κανονικά πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου, η κιβωτιόσχημη φόρτωση είναι, κατά συνέπεια, ακριβότερη απ' ό,τι η φόρτωση σε κανονικά πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου.

Για το λόγο αυτό, παρακαλούμε διαγράψτε τη λέξη "κιβωτιόσχημο" στην πρώτη γραμμή του όρου 2. Δεκτό αλλά να εισάγετε "ΧΩΡΙΣ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΑΜΠΑΡΙ". Παρακαλούμε για την άμεση απάντησή σας. Εν όψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα ενόψει ότι, στο μήνυμα αποδοχής της πρότασης της εναγομένης, περιελήφθη ο όρος του τρόπου πληρωμής, η σύμβαση πώλησης δεν καταρτίστηκε και τα μέρη εξακολούθησαν να διαπραγματεύονται τους όρους τις πώλησης, με βάση την ισχύουσα ως νέα πλέον πρόταση δήλωση της εφεσίβλητης που περιελήφθη στο απαντητικό e-mail της 11-1-2011.

Η δήλωση της εκκαλούσας στην οποία περιλαμβάνεται η φράση "κλείνουμε 5.000 ΜΤ", εκτός από το ότι, λόγω της τροποποιημένης αποδοχής-νέας πρότασης της εφεσίβλητης, έπαυσε να ισχύει, δεν μπορεί, ερμηνευομένη καλόπιστα και όχι με προσήλωση στη λέξη "book", να σημαίνει ότι η εφεσίβλητη ανέλαβε υποχρέωση δέσμευσης της ποσότητας των 5.000 €.

Σε μια τέτοια περίπτωση οι επακολουθήσασες διαπραγματεύσεις και η αναμενόμενη κατάρτιση της σύμβασης θα ήταν χωρίς αντικείμενο. Η εφεσίβλητη ενάγουσα δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι η εκκαλούσα εναγομένη άρχισε να χρονοτριβεί τις αμέσως επόμενες ημέρες, όταν η τιμή του προϊόντος άρχισε να παρουσιάζει πτωτική τάση Τούτο διότι, στις 13-1-2011, δύο ημέρες μετά την παραλαβή του κειμένου του ιδιωτικού συμφωνικού που της είχε αποστείλει η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η τιμή του χάλυβα, από 510 €/μετρικό τόνο που ήταν στις 10-1-2011, είχε αυξηθεί στο ποσό των 511,85€/μετρικό τόνο (βλ.

προτάσεις της εφεσίβλητης - ενάγουσας στο Δικαστήριο αυτό σελ. 61), η πτωτική δε τάση την οποία αναφέρει, δεν αποδεικνύεται σε καθημερινή βάση αλλά σε εβδομαδιαία και επομένως δεν μπορεί να συσχετιστεί άμεσα με την, κατά την εφεσίβλητη, προσχηματική απόφαση της εκκαλούσας να επεξεργαστεί τους όρους του συμφωνητικού προκειμένου να καθυστερήσει την υπογραφή του.

ιδιωτικού συμφωνητικού. Την πτωτική τάση των τιμών, που επικαλείται η εφεσίβλητη, την γνώριζε και η ίδια, αφού κατά κοινή πείρα η αγορά του προϊόντος αυτού είναι ολιγοπωλιακή και δεν μπορεί, αυτό, το πέρα από τη σφαίρα επιρροής της εκκαλούσας, αντικειμενικό γεγονός της συγκεκριμένης αγοράς, να θεωρηθεί ότι αποτελεί στοιχείο της συναλλακτικής της συμπεριφοράς.

Σε μια τέτοια περίπτωση θα καθιερωνόταν ο κανόνας ότι η διακοπή των διαπραγματεύσεων σε περίοδο διακύμανσης των τιμών θα ήταν τελικά απαγορευμένη, που προφανώς καταλύει την ελευθερία των διαπραγματευομένων. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν η αποχώρηση της εκκαλούσας από τις διαπραγματεύσεις, στις 28-1-2011, ήταν αντίθετη στην καλή πίστη, επειδή στην ενάγουσα, από τη συμπεριφορά της εναγομένης και ιδίως τις επικαλούμενες διαβεβαιώσεις της τελευταίας, δημιουργήθηκε·αντικειμενικά η πεποίθηση ότι επέκειτο η κατάρτιση της υπό διαπραγμάτευση συμβάσεως πωλήσεως και αν η διάψευση της εμπιστοσύνης αυτής προκάλεσε στην εφεσίβλητη-ενάγουσα ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με την διακοπή των διαπραγματεύσεων.

Από τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα επέστησε την προσοχή της εφεσίβλητης ότι η σύμβαση δεν θα καταρτιζόταν αν δεν συμφωνούσαν σε όλα τα ζητήματα που είχαν τεθεί. Η συμφωνία επί όλων των ζητημάτων, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, είναι απαραίτητη αφού αυτά τέθηκαν έστω από το ένα μέρος και δεν σημαίνει ότι η σύμβαση θα καταρτιστεί επειδή υπάρχει συμφωνία σε σημεία που είναι ουσιώδη ή το ένα μόνο μέρος θεωρεί ουσιώδη.

Αποδεικνύεται επίσης ότι η εφεσίβλητη πρότεινε στην εκκαλούσα, όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής, την πληρωμή, αντί της ανέκκλητης πιστωτικής επιστολής εντολής σε όψη με υποσχετική επιστολή και ότι στην πρόταση αυτή της εφεσίβλητης η εκκαλούσα δεν απάντησε. Μέχρι τις 28-1-2011 οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί αφού τα μέρη δεν είχαν συμφωνήσει σε όλα τα προς διαπραγμάτευση σημεία της σύμβασης, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα ηλεκτρονικά μηνύματα, ώστε να απομένει η υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού Στα περισσότερα σχόλια-απαιτήσεις-προτάσεις της εκκαλούσας η εφεσίβλητη απαντούσε όχι με αποδοχή αλλά με δικές της προτάσεις.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης-ενάγουσας ότι η εκκαλούσα-εναγομένη είχε δώσει στην ενάγουσα εφεσίβλητη διαβεβαιώσεις ότι η σύμβαση πώλησης θα καταρτιστεί και δεν μπορεί αντικειμενικά να λεχθεί ότι η εφεσίβλητη, εν όψει των προαναφερθέντων, είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι η σύμβαση θα καταρτιστεί.

Επομένως ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα-εναγομένη παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι, αφού αυτή (η εκκαλούσα) είχε δώσει διαβεβαιώσεις στην εφεσίβλητη ότι θα καταρτιστεί σύμβαση πώλησης και ότι αφού οι διαπραγματεύσεις είχαν ολοκληρωθεί, η εφεσίβλητη είχε σχηματίσει την εύλογη ή εδραία πεποίθηση ότι η σύμβαση θα καταρτιστεί, πρέπει να γίνει δεκτός, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, το Δικαστήριο αυτό να κρατήσει την αγωγή, να δικάσει αυτήν κατ' ουσίαν και να την απορρίψει".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197-198 του ΑΚ, των οποίων, με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ παράλληλα δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ'αυτή, αλλά εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχτηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα το Εφετείο, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 197-198 ΑΚ και με πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, δέχτηκε, όπως προεκτέθηκε, μετ'εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ άλλων, και τα εξής: 1)ότι η επίμαχη σύμβαση πώλησης δεν καταρτίστηκε και τα μέρη εξακολούθησαν να διαπραγματεύονται τους όρους της πώλησης, με βάση την ισχύουσα ως νέα πλέον πρόταση δήλωση της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας), που περιελήφθη στο απαντητικό e-mail της 11-1-2011, 2)ότι η εφεσίβλητη ενάγουσα δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι η εκκαλούσα δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι η εκκαλούσα εναγομένη άρχισε να χρονοτριβεί τις αμέσως επόμενες ημέρες, όταν η τιμή του προϊόντος άρχισε να παρουσιάζει πτωτική τάση, 3)ότι η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) επέστησε την προσοχή της εφεσίβλητης, αμέσως μετά την ως άνω νέα πρόταση δήλωσή της, ότι η σύμβαση δεν θα καταρτιζόταν αν δεν συμφωνούσαν σε όλα τα ζητήματα που είχαν τεθεί, 4)ότι η εφεσίβλητη πρότεινε στην εκκαλούσα, όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής, την πληρωμή, αντί της ανέκκλητης πιστωτικής επιστολής εντολής σε όψη με υποσχετική επιστολή και ότι στην πρόταση αυτή της εφεσίβλητης η εκκαλούσα δεν απάντησε, 5)ότι μέχρι τις 28-1-2011 οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί, αφού τα μέρη δεν είχαν συμφωνήσει σε όλα τα προς διαπραγμάτευση σημεία της σύμβασης, ώστε να απομένει η υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι στα περισσότερα σχόλια - απαιτήσεις - προτάσεις της εκκαλούσας η εφεσίβλητη απαντούσε όχι με αποδοχή αλλά με δικές της προτάσεις, 6)ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης - ενάγουσας ότι η εκκαλούσα - εναγομένη είχε δώσει στην ενάγουσα εφεσίβλητη διαβεβαιώσεις, ότι η σύμβαση πώλησης θα καταρτιστεί και δεν μπορεί αντικειμενικά να λεχθεί ότι η εφεσίβλητη, ενόψει των προαναφερθέντων, είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι η σύμβαση θα καταρτισθεί.

Τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνουν ευθύνη της αναιρεσίβλητης από τις διαπραγματεύσεις, προς κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πώλησης, αλλά αντίθετα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηρίζουν επαρκώς, μαζί με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου που προαναφέρθηκαν, το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσδιορίζει.

Επομένως οι περιεχόμενοι στην κρινόμενη αίτηση αντίθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θεμελιώνουν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 Κ.ΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.41/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.8.2016 αίτηση της…, για αναίρεση της 348/2015 απόφασης του Tριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ