1100/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1100/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου, επί της οποίας εκδόθηκε η 95/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/7/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Full text
Απόφαση 1100 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1100/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Ναυπακτίας" για το νομικό πρόσωπο ατομικά και ως καθολικός διάδοχος του "Δήμου Πλατάνου", που εδρεύει στη Ναύπακτο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ρήγα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου, επί της οποίας εκδόθηκε η 95/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/7/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ. ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 8585 Γ/22.12.2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Ε. Α. Σ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 27.02.2018 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος μολονότι νομότυπα κλητεύθηκε, δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.
Επειδή η διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως μέχρις ότου περατωθεί τελεσιδίκως ή αμετακλήτως άλλη εκκρεμής δίκη, από το αντικείμενο της οποίας εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει η διάγνωση της διαφοράς, έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, προεχόντως, όταν ενώπιον Τμήματος του Αρείου Πάγου πρόκειται νομικό ζήτημα, το οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οπότε το Τμήμα δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως της αναιρέσεως μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση της Ολομελείας η επιλύουσα το εν λόγω νομικό ζήτημα (ΑΠ 235/2018).
Περαιτέρω, κατά μεν τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, εάν η αίτηση αναιρέσεως δεν έχει ασκηθεί εντός της οριζομένης προθεσμίας, δεν είναι παραδεκτή και απορρίπτεται, κατά δε την διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς της με την διάταξη του τρίτου άρθρου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, εάν δεν επιδοθεί η περατούσα την δίκη απόφαση, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριών ετών από την δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως, ενώ με την προαναφερομένη τροποποίηση η προθεσμία αυτή έχει μειωθεί σε δύο έτη.
Εξάλλου, με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του ενάτου άρθρου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 ορίζεται ότι οι αφορώσες τα ένδικα μέσα διατάξεις εφαρμόζονται επί των κατατιθεμένων από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής ενδίκων μέσων και ότι κατά τα λοιπά, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αρχίζει από της 1ης Ιανουαρίου 2016.
Εν όψει των ανωτέρω διατάξεων ανακύπτει το ζήτημα εάν η προθεσμία της αναιρέσεως κατά αποφάσεων, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 2016 και δεν έχουν επιδοθεί, είναι διετής δυνάμει της ως άνω τροποποιήσεως ή τριετής, ως ίσχυε προηγουμένως. Ο Άρειος Πάγος έχει δεχθεί με τις υπ` αριθμούς 519/2017 και 520/2017 αποφάσεις ότι η εν λόγω προθεσμία είναι τριετής, ενώ με τις υπ` αριθμούς 1035/2017, 1176/2007 και 1640/2017 αποφάσεις ότι είναι διετής.
Το εν λόγω διαχρονικού δικαίου ζήτημα, εάν εξακολουθεί ισχύουσα και μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 η τριετής προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεων, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί προ της ημερομηνίας αυτής και δεν έχουν επιδοθεί, έχει ήδη παραπεμφθεί ως αντικείμενο λόγου αναιρέσεως με την υπ` αριθμόν 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος ως γενικοτέρου ενδιαφέροντος και χάριν της ενότητας της νομολογίας στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη υπόθεση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η και έφεση εκδοθείσα υπ` αριθμόν 95/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, η οποία έχει δημοσιευθεί την 14η Ιουλίου 2011. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εν λόγω αποφάσεως, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της απόφασης, η αίτηση δε αναιρέσεως κατατέθηκε ( μετά την παρέλευση της τριετούς προθεσμίας της εφέσεως που έληγε κατά την 14 Ιουλίου 2014) στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου την 13η Ιουλίου 2017.
Ανακύπτει εντεύθεν το ζήτημα εάν η υπό κρίση αίτηση, ασκηθείσα μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως. Το εν λόγω αμφισβητούμενο κατά τα προαναφερθέντα νομικό ζήτημα, εάν η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά των δημοσιευθεισών προ της 1ης Ιανουαρίου 2016 και μη επιδοθεισών αποφάσεων είναι τριετής εξακολουθούσα και μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, πρόκειται να επιλυθεί από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ενώπιον της οποίας κατά τα ανωτέρω έχει παραπεμφθεί και εκκρεμεί.
Συνεπώς, αναγκαία καθίσταται και πρέπει να διαταχθεί η αναβολή της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως της Ολομελείας επί του εν λόγω ζητήματος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι εκδόσεως της αποφάσεως της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο έχει παραπεμφθεί ενώπιον αυτής με την υπ` αριθμόν 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ