Legislator Case Law & Legislation
1100/2017 AI generated

1100/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1100/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Legislator headnote

AI generated

1100/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.

Keywords

AI generated
compensation for overtime salary recalculation surplus-sharing minimum maintenance calculation overpaid insurance benefits unemployment benefits overpayment pay policy
AI generated
1174/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1256/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1255/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1112/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
987/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1100 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1100/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... Α.Ε.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Του προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνοντος: "Συλλόγου Συνταξιούχων και πρώην Υπαλλήλων ...", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1548/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7780/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10/5/2015 αίτησή της.

Ο προσθέτως παρεμβαίνων σύλλογος με την από 6/3/2017 πρόσθετη παρέμβαση του ζητεί όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, το άρθρο 665 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι ‘ ‘ Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή’ ‘ , καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ’ ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645.

Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο ‘ ‘ μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , στη δε παράγραφο 4 ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ .

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, ‘ ‘ Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο’ ‘ , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση.

Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12’ ‘ . Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του 274 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, η διαδικασία προχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, o προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνων ‘ ‘ Σύλλογος Συνταξιούχων και πρώην Υπαλλήλων ...‘ ‘ εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρι Καζάκο, στον οποίο ο Γ. Β., με την ιδιότητα του Προέδρου του ως άνω Σωματείου και με την από 27/5/2016 εξουσιοδότηση, χορήγησε πληρεξουσιότητα σ’ αυτόν για να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά τη συζήτηση της από 23-5-2016 πρόσθετης παρέμβασης αυτού υπέρ του αναιρεσιβλήτου Μ.

Κ.. Όμως, η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που δόθηκε μετά την 1-1-2016 από το προσθέτως παρεμβαίνον Σωματείο, πέραν του ότι δόθηκε για άλλη πρόσθετη παρέμβαση με ημερομηνία 23-5-2016 και όχι την επίδικη, που φέρει ημερομηνία 6-3-2017, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια το παρεμβαίνον Σωματείο να θεωρείται δικονομικά απόν και η πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε αυτό να θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί.

Έξοδα δεν θα επιδικασθούν υπέρ της αναιρεσείουσας και σε βάρος του παρεμβαίνοντος ελλείψει σχετικού αιτήματος της πρώτης.

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Περαιτέρω, τα άρθρα 321, 322 παρ. 1, 324 και 331 ΚΠολΔ ορίζουν ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο (άρθρο 321 ΚΠολΔ).

Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται, επίσης, και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά (άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ). Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία (άρθρο 324 ΚΠολΔ).

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη, στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη διένεξη των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ από τον Άρειο Πάγο επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και με βάση αυτή ελέγχεται η παραδοχή του δικαστηρίου για συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, δηλαδή αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς (ΑΠ 1.255/2015, 1.256/2015).Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (άρθρο 331 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων, με την από 8-7-2009 αγωγή του , το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας το έτος 1968 και αποχώρησε από αυτή στις 7-11-2006, με την πλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής του.

Ότι η εναγομένη του κατέβαλε από το έτος 1990 το προβλεπόμενο από τις Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ... ΑΕ’ ‘ , που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του Σωματείου ‘ ‘ Σύλλογος Υπαλλήλων ...‘ ‘ , του οποίου είναι μέλος, πριμ παραγωγικότητας, που υπολογιζόταν επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου της καταβολής έτους.

Ότι, παρόλο που το πριμ παραγωγικότητας περιλαμβάνονταν στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, η εναγομένη δεν το συνυπολόγιζε σε αυτές για την εξεύρεση του ωρομισθίου, προκειμένου να προσδιορισθεί η αμοιβή και η προσαύξηση της πραγματοποιηθείσας υπερωριακής απασχόλησης, αλλά και η προσαύξηση για εργασία Κυριακών και αργιών.

Ότι για το λόγο αυτό άσκησε μαζί με άλλους συναδέλφους του αγωγές κατά της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, με τις οποίες ζητούσαν να τους επιδικασθεί η διαφορά της αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση και εργασία τις Κυριακές και αργίες αναδρομικά από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2006. Ότι οι αγωγές αυτές έγιναν δεκτές από το παραπάνω δικαστήριο με αποφάσεις του, οι οποίες είναι ήδη αμετάκλητες.

Ότι σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών η εναγομένη στις 27-6-2006 κατέβαλε τα επιδικασθέντα σε κάθε ενάγοντα ποσά και έκτοτε συνυπολογίζει το πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους. Όμως, η επελθούσα, κατά τα ανωτέρω, προσαύξηση των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του από την 1-1-1998 και εντεύθεν έχει ως άμεση συνέπεια την προσαύξηση και του ίδιου του πριμ παραγωγικότητας κατά μήνα και κατ’ έτος, με τον συνυπολογισμό σ’ αυτό, επιπλέον της ήδη προσαυξημένης με το ίδιο το πριμ παραγωγικότητας αμοιβής του, της εκ νέου προσαύξησης του ωρομισθίου με την αναλογία της καταβληθείσας διαφοράς αμοιβής υπερωριών λόγω του πριμ παραγωγικότητας.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ο ενάγων να του καταβληθεί η προσαύξηση του πριμ παραγωγικότητας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2005, συνολικού ποσού 24.995,85 ευρώ, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως, επικουρικά, με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1.548/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη από τις δύο κύριες βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη εταιρεία, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ:

Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη διεξαγωγή, μεταξύ άλλων, των διαγωνισμών ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΤΟ. Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης στις 10-3-1968, για να παρέχει εργασία υπαλλήλου.

Ότι το ωράριο απασχόλησης του ενάγοντος, τα αναλογούντα σε αυτόν επιδόματα και οι εν γένει αποδοχές του ρυθμίζονταν από τις εκάστοτε Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (εφεξής ΕΣΣΕ), που καταρτίζονταν μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της με την επωνυμία ‘ ‘ Σύλλογος Υπαλλήλων ...

ΑΕ’ ‘ , του οποίου ο ενάγων υπήρξε μέλος μέχρι τις 7-11-2006, οπότε και λύθηκε αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του, με την πλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής του. Ότι η εναγομένη από το έτος 1990 και εντεύθεν καταβάλλει στο προσωπικό της παροχή με τίτλο ‘ ‘ πριμ παραγωγικότητας’ ‘ . Συγκεκριμένα, με το άρθρο 29 της από 5-7-1994 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι ‘ ‘ Για τους διαγωνισμούς ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ και ΠΡΟΤΟ καταβάλλεται στο προσωπικό του ...

τον πρώτο μήνα του επόμενου χρόνου εφάπαξ πριμ παραγωγικότητας ίσο με τα 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31/12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής, επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστό 5% για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανομένων (των εβδομάδων) κατά 58%’ ‘ .

Η ίδια ρύθμιση επαναλήφθηκε και στις μεταγενέστερες ΕΣΣΕ, τα δε ποσοστά προσαύξησης αυξήθηκαν σταδιακά και ανήλθαν το έτος 2003 σε 8% επί των 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του προσωπικού της εναγομένης για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων των εβδομάδων κατά 82,69% (95 εβδομάδες) και τα έτη 2004 και 2006 σε 8% επί των 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του προσωπικού της εναγομένης για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων των εβδομάδων κατά 92,30%, δηλαδή 100 εβδομάδες (άρθρο 29 των από 1-1-2003, 3-12-2004 και 17-7-2006 ΕΣΣΕ).

Ότι στις ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι οι ώρες εργασίες των υπαλλήλων κάθε εβδομάδα ορίζονται σε 37,5 και είναι συνεχείς, ορίζονται από ώρα 07.00 έως 14.30 για όλο το χρόνο και ότι ο υπολογισμός και η εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης θα γίνεται με προσαύξηση προς 75%. Ότι η εναγομένη εταιρεία δεν συνυπολόγιζε το πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων της για την εξεύρεση της δικαιούμενης από αυτούς αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, θεωρώντας ότι, επειδή το πριμ παραγωγικότητας υπολογίζεται σε ετήσια βάση και καταβάλλεται άπαξ του έτους και συγκεκριμένα κάθε Ιανουάριο, δεν αποτελεί μέρος των καταβαλλόμενων αποδοχών των υπαλλήλων και, επομένως, δεν συνυπολογίζεται κατά τον υπολογισμό του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, με το οποίο αμείβονται σύμφωνα με το νόμο οι ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι ο ενάγων, από κοινού με άλλους συναδέλφους του, άσκησαν αγωγές ενώπιον των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου, οι οποίες στρέφονταν κατά της εναγομένης εταιρείας, με τις οποίες επεδίωκαν να συμπεριληφθεί για την εξεύρεση του ωρομισθίου και τον υπολογισμό της αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία (εργασίμων ημερών και Κυριακών) και των επιδομάτων εορτών και άδειας για τα έτη 1998 και 1999 το πριμ παραγωγικότητας, το οποίο αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών τους, επιμεριζόμενο κατά μήνα και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τις προκύπτουσες διαφορές αποδοχών για τον καθένα απ’ αυτούς.

Ότι επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι 250/2005, 251/2005 και 252/2005 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, καθώς και οι 732/2005 και 755/2005 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αγωγές ως βάσιμες κατ’ ουσία και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά. Ότι, ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές έγινε δεκτό ότι το πριμ παραγωγικότητας καταβαλλόταν τακτικά και αδιάλειπτα, κατά τρόπο ομοιόμορφο και σταθερό, στο σύνολο των τακτικών υπαλλήλων της εναγομένης, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας, στο τέλος κάθε χρόνου από το έτος 1990 και εντεύθεν, εφόσον το προέβλεπαν οι εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ, χωρίς να συνδέεται με καμία έκτακτη εργασία ή ιδιαίτερη επίδοση των υπαλλήλων της ή με οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης, στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους και χωρίς η εργοδότρια εταιρεία να έχει εκφράσει επιφύλαξη μείωσης ή διακοπής του.

Δηλαδή, συνεχίζει το Εφετείο, πρόκειται για παροχή που χορηγήθηκε στους εργαζόμενους με κανονιστικές ρυθμίσεις, δεν έχει το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και από το σαφές κείμενο της ρύθμισης δεν προκύπτει επιφύλαξη διακοπής της παροχής από την εναγομένη, αλλά πρόθεση οριστικής διατύπωσης του τρόπου καταβολής αυτής, η χορήγηση της οποίας συνεχίσθηκε και εφεξής με τις μεταγενέστερες ΕΣΣΕ και μάλιστα αυξανόμενη κατ’ έτος.

Ότι, ακολούθως, με τις παραπάνω αποφάσεις έγινε δεκτό ότι το χορηγούμενο από την εναγομένη εταιρεία πριμ παραγωγικότητας αποτελούσε τακτικές αποδοχές με την πιο πάνω έννοια και επιμεριζόμενο κατά μήνα προσαυξάνει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, και για το λόγο αυτό πρέπει να συνυπολογίζεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους για την εξεύρεση του ωρομισθίου, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία (εργασίμων- Κυριακών) του καθενός από αυτούς, καθώς και για τα επιδόματα εορτών.

Ότι, με τις παραπάνω αποφάσεις 732/2005 και 755/2005 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 250/2005, 251/2005 και 252/2005 του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, που κατέστησαν τελεσίδικες, παράγεται δεδικασμένο περί του ότι το πριμ παραγωγικότητας που καταβάλλεται από την εναγομένη, μεταξύ άλλων και στον ενάγοντα, αποτελεί τακτικές αποδοχές και για το λόγο αυτό πρέπει να συνυπολογίζεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του για την εξεύρεση του ωρομισθίου κατά τον υπολογισμό της αμοιβής και αποζημίωσης της υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησής του.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από τις ανωτέρω αποφάσεις. Όμως, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι από τις παραπάνω αποφάσεις των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου παράγεται δεδικασμένο για την ένδικη αγωγή, έσφαλε, διότι η ένδικη αγωγή δεν έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τις προηγούμενες αγωγές και η διεξαγόμενη δίκη δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στις δίκες εκείνες, δηλαδή δεν κρίνεται η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στις προαναφερόμενες αποφάσεις των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου.

Ειδικότερα: 1) το αντικείμενο της παρούσας δίκης συνίσταται στο αν πρέπει να συνυπολογισθεί η εφάπαξ καταβληθείσα διαφορά αμοιβής υπερωριών λόγω του ότι καταβλήθηκε πριμ παραγωγικότητας, στο ίδιο το πριμ παραγωγικότητας, ώστε αυτό το τελευταίο να πρέπει να επανυπολογισθεί και να καταβληθεί η σχετική διαφορά του πριμ και 2) το αντικείμενο και τα αιτήματα των αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις, δεν είχαν την αυτή ιστορική και νομική αιτία με τα αιτήματα της κρινόμενης αγωγής, διότι αφορούσαν οι αγωγές αυτές στο εάν το ετησίως καταβαλλόμενο πριμ παραγωγικότητας συνυπολογίζεται στην αμοιβή των υπερωριών που οι ενάγοντες πραγματοποίησαν στη διάρκεια του έτους και αν για το λόγο αυτό έπρεπε να καταβληθεί συμπληρωματική αμοιβή ως διαφορά αμοιβής υπερωριών.

Οι αποφάσεις αυτές, ανεξαρτήτως της δυνάμενης να αμφισβητηθεί ορθότητάς τους, διότι θέτουν ως βάση του υπολογισμού της αμοιβής και της προσαύξησης των υπερωριών τις τακτικές αποδοχές και όχι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο (Ολ ΑΠ 3,4 και 5/1999, 1.139/1974, ΑΠ 1.255/2015, 699/2015), αποτελούν δεδικασμένο μόνο ως προς το κριθέν από αυτές ζήτημα του συνυπολογισμού του καταβαλλόμενου πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές αποδοχές για την εξεύρεση του ωρομισθίου για την αμοιβή των υπερωριών και όχι για τα ζητήματα που τίθενται με την υπό κρίση αγωγή.

Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του για την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 10/2012, 8/2001).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των εργαζομένων προς καταβολή των αποδοχών τους (Ολ ΑΠ 10/2012).Ειδικότερα, καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας, συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους (ΑΠ 610/2017, 2137/2009, 119/2009, 1520/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπέβαλε παραδεκτά ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, επικουρικά, την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία επανέφερε στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, επικαλούμενη για τη θεμελίωσή της τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Ότι ο προαναφερόμενος συμβιβασμός, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή εκ μέρους της του ποσού των 2.137.328 ευρώ για τα έτη 1998 και 1999 και του ποσού των 5.449.792,42 ευρώ για τα έτη 2000 έως 2005, καθώς και την μη άσκηση εκ μέρους της ενδίκων μέσων κατά των 250, 251 και 252/2005 αποφάσεων του Ειρηνοδικείων Αθηνών και των 732 και 755/2005 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, δημιούργησε σ’ αυτή καλόπιστα την πεποίθηση ότι με την καταβολή των ως άνω εξαιρετικά μεγάλων ποσών, καθώς και με τη συνακόλουθη ρύθμιση της από 5-9-2007 ΕΣΣΕ (με αυτή συμφωνήθηκε η προκύπτουσα προσαύξηση της αποζημίωσης λόγω υπερωριακής απασχόλησης να καταβάλλεται άπαξ του έτους και ξεχωριστά) ρυθμίστηκε οριστικά το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του πριμ παραγωγικότητας και ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως εκκρεμότητα ως προς αυτό.

Ότι ο ενάγων, αφού προηγουμένως εισέπραξε το σχετικό ποσό του εξώδικου συμβιβασμού, χωρίς να διατυπώσει την παραμικρή επιφύλαξη για την ορθότητα του υπολογισμού της αποζημίωσης που εδικαιούτο, περίμενε να παρέλθουν τρία (3) και πλέον έτη για να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή του, ανατρέποντας πλήρως τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά και τα οικονομικά δεδομένα στα οποία στηρίχθηκε αυτή προκειμένου να κάνει δεκτό το προηγούμενο αίτημα αυτού και των υπολοίπων συναδέλφων του.

Ότι η ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντος καθιστά, χωρίς άλλο, καταχρηστική την άσκηση της αξίωσής του, δεδομένου ότι φέρει όλα τα χαρακτηριστικά ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως προσχεδιασμένη ενέργεια για τη λήψη από μέρους του όσο το δυνατόν περισσότερων ωφελημάτων επί ζημία της αναιρεσείουσας, η δε καταχρηστικότητα της αξίωσής του, που προβάλλει με την ένδικη αγωγή, γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι ήδη εκκρεμούν αγωγές άλλων υπαλλήλων της με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο και το άθροισμα των σχετικών αξιώσεων μόνο για τα έτη 1998- 2007 υπερβαίνει το ποσό των 3.800.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται η επιπλέον επιβάρυνσή της από τόκους και η επιβάρυνσή της από το έτος 2008 και εντεύθεν.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αρκούν για την στοιχειοθέτηση της προβαλλόμενης ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ακολούθως απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε την παραδοχή της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον εκτίθενται για την στοιχειοθέτηση της ένστασης αυτής τα πληρούντα το πραγματικό της μη εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης περιστατικά, ήτοι :

α) πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και στον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, προηγηθείσα της ασκήσεως της επίδικης αξιώσεώς του και τα οποία δημιούργησαν στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση περί της μη άσκησης του επίδικου δικαιώματος, β) οι ιδιαίτερα επαχθείς οικονομικές συνέπειες που συνεπάγεται για την αναιρεσείουσα η μεταγενέστερη άσκηση της εν λόγω αξίωσης, συνδεόμενη με την ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης, εξαιτίας της προηγηθείσας συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, γ) η άμεση υλοποίηση της συμφωνίας του εξώδικου συμβιβασμού από μέρους της αναιρεσείουσας, η οποία εξόφλησε όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησής της, θεωρώντας ότι με αυτόν (συμβιβασμό) θα λήξουν οριστικά οι απαιτήσεις των υπαλλήλων της από τον υπολογισμό του πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές αποδοχές τους και δ) η αναιρεσείουσα, αν γνώριζε ότι οι εργαζόμενοι αυτής, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, μετά από τρία έτη θα ζητούσαν η καταβληθείσα διαφορά αμοιβής υπερωριών να αποτελέσει και εκ νέου βάση για τον υπολογισμό του ίδιου του πριμ παραγωγικότητας, το οποίο αποτέλεσε βάση για τον υπολογισμό της διαφοράς αυτής, δεν θα κατέληγε στον προαναφερόμενο συμβιβασμό, αλλά θα ασκούσε τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα για το ζήτημα που έλυσε το Ειρηνοδικείο, το οποίο ήταν τότε εριζόμενο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι βάσιμος.

4. Συνακόλουθα, εφόσον λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω λόγων που έγιναν δεκτοί, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τον εξώδικο συμβιβασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 26-7-2006, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 6-3-2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου του Συλλόγου Συνταξιούχων και πρώην Υπαλλήλων ....

Αναιρεί την 7.780/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ