1100/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1100/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Full text
Απόφαση 1100 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1100/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Ε. Τ. του Π., κατοίκου ... και 2)Κ. (K.) Κ. (K.) του Φ. (F.), κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κολοβού, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2357/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Σ. του Κ., κάτοικο ... που δεν παρέστη και 2)Γ. Σ. του Π., ο οποίος απεβίωσε στις 17 Ιανουαρίου 2015, σύμφωνα με την ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Μίκρας Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2015 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 803/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή από ιδία πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψη του. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ’ αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος, απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους.
Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 367 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για την πράξη της δυσφημήσεως ή της εξύβρισης, εφόσον, βεβαίως, προηγηθεί μεταβολή της κατηγορίας από την συκοφαντική δυσφήμηση σε απλή δυσφήμηση ή εξύβριση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 2357/2015 απόφασή του, κήρυξε τον πρώτο των αναιρεσειόντων ένοχο για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και τον δεύτερο για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη του πρώτου, και τους κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών (12) για κάθε πράξη και συνολική ποινή δεκαοκτώ (18) μηνών τον καθένα τις οποίες ποινές και ανέστειλε επί τριετία.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ’ είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθησαν τα εξής περιστατικά: "Στη Θεσσαλονίκη στις 11-7-2008 ο πρώτος κατηγορούμενος Ε.
Τ., ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες Γ. Σ. και την Α. Σ. ψευδή γεγονότα ενώπιον τρίτων, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, εν γνώσει της αναληθείας τους. Ειδικότερα αυτός ως πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελλάδα χωρίς διαφθορά" ανάρτησε στην πρόσοψη του επί της οδού ...
καταστήματος, που αποτελεί την έδρα της εν λόγω εταιρίας, μία αφίσα, στην οποία απεικονίζονταν τα πρόσωπα των εγκαλούντων με καλυμμένα τα μάτια, με μία επιμήκη γραμμή λεπτή, ούτε ώστε να είναι αναγνωρίσημα, μπροστά από κάγκελα φυλακής, αναγραφόταν δε επί πλέον, πάνω στην αφίσα "Ο διεφθαρμένος πρέπει να βρίσκεται φυλακή" και "...".
Της αφίσας αυτής έλαβαν γνώση πλήθος κόσμου που διέρχεται έμπροσθεν του καταστήματος καθότι αυτό βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της πόλης Θεσσαλονίκης και πλησίον της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με συνέπεια τόσο οι υπάλληλοι της περιφέρειας, όσο και οι συναλλασόμενοι μ’ αυτή πολίτες, να βλέπουν την αφίσα και ν’ αναγνωρίζουν σ’ αυτή τα πρόσωπα του Διευθυντή της Αστικής κατάστασης αλλοδαπών και μετανάστευσης Γ.
Σ. και της Προϊσταμένης του Τμήματος Αστικής Κατάστασης αλλοδαπών και μετανάστευσης του νομού Κιλκίς, Α. Σ.. Ο ως άνω κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω ενέργειά του, μολονότι γνώριζε ότι οι εγκαλούντες δεν εμπλέκονται σε καμία υπόθεση διαφθοράς και ότι η ως άνω απεικόνισή τους, με άκρως υποτιμητικό τρόπο μπροστά σε κάγκελα φυλακής, με τις επισημειώσεις επί της αφίσας αρκετά μεγάλου μεγέθους και ευανάγνωστες, θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους, καθώς ήταν πρόσωπα γνωστά ιδίως στην περιφέρεια κεντρικής Μακεδονίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη στις 11-7-2008 με πρόθεση προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος των εγκαλούντων Γ. Σ. και Α. Σ., το οποίο αυτός διέπραξε κατά τον τρόπο που περιγράφεται παραπάνω. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος είναι Ρώσος υπήκοος, δικηγόρος, διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο και με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε να διαπράξει την ως άνω πράξη, καθώς ήθελε να εκθέσει τους εγκαλούντες επειδή έφεραν αντίρρηση για την απόδοση της Ελληνικής υπηκοότητας σε κάποιον ομογενή του.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα, στοιχειοθετείται το αδίκημα που αποδίδεται στους κατηγορουμένους με το κατηγορητήριο κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση και ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, απορριπτόμενου ως αβασίμου του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού (κατά συρροή)".
Κατ’ ακολουθία τούτων κήρυξε τους κατηγορούμενους ενόχους του ότι: "Α] Στη Θεσσαλονίκη στις 11-7-2008 ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Τ. ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον και συγκεκριμένα για τους εγκαλούντες Γ. Σ. και Α. Σ., ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας τους.
Ειδικότερα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο ως άνω κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελλάδα χωρίς διαφθορά" ανήρτησε στην πρόσοψη του επί της οδού ... καταστήματος, που αποτελεί την έδρα της εν λόγω αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, μία αφίσα, στην οποία απεικονίζονταν τα πρόσωπα των εγκαλούντων με καλυμμένα τα μάτια, μπροστά από κάγκελα φυλακής, αναγράφονταν δε επί πλέον πάνω στην αφίσα "Ο διεφθαρμένος πρέπει να βρίσκεται στη φυλακή" και "...".
Της αφίσας αυτής έλαβε γνώση πλήθος κόσμου που διέρχεται έμπροσθεν του καταστήματος, καθόσον αυτό βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της πόλης της Θεσσαλονίκης, ήταν δε πολύ εύκολη η αναγνώριση των προσώπων που απεικονίζονταν στην αφίσα, καθόσον η μαύρη λωρίδα που κάλυπτε τα μάτια των εγκαλούντων ήταν πολύ στενή και κάλυπτε ελάχιστο μέρος του προσώπου των εικονιζόμενων, με αποτέλεσμα αυτοί να είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι.
Έπραξε δε τα παραπάνω ο κατηγορούμενος μολονότι γνώριζε, ότι οι εγκαλούντες σε ουδεμία υπόθεση διαφθοράς δεν εμπλέκονταν και ότι η απεικόνιση των προσώπων τους μπροστά από κάγκελα φυλακής με τις επισημειώσεις "Ο διεφθαρμένος πρέπει να βρίσκεται στη φυλακή" και "..." θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους.
Β] Ο δεύτερος κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη στις 11-7-2008 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, το οποίο και διέπραξε και συγκεκριμένα με πρόθεση προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Ε. Τ. την απόφαση να διαπράξει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης των εγκαλούντων Γ.
Σ. και Α. Σ., το οποίο αυτός διέπραξε. Ειδικότερα προκάλεσε στον Ε. Τ. την απόφαση, όπως ως Πρόεδρος και Διευθύνουν Σύμβουλος της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελλάδα χωρίς διαφθορά" αναρτήσει στην πρόσοψη του επί της οδού ... καταστήματος, που αποτελεί την έδρα της εν λόγω αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, μία αφίσα, στην οποία απεικονίζονταν τα πρόσωπα των εγκαλούντων με καλυμμένα τα μάτια, μπροστά από κάγκελα φυλακής, αναγράφονταν δε επί πλέον πάνω στην αφίσα "Ο διεφθαρμένος πρέπει να βρίσκεται στη φυλακή" και "...".
Της αφίσας αυτής έλαβε γνώση πλήθος κόσμου που διέρχεται έμπροσθεν του καταστήματος, καθόσον αυτό βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της πόλης της Θεσσαλονίκης, ήταν δε πολύ εύκολη η αναγνώριση των προσώπων που απεικονίζονταν στην αφίσα, καθόσον η μαύρη λωρίδα που κάλυπτε τα μάτια των εγκαλούντων ήταν πολύ στενή και κάλυπτε ελάχιστο μέρος του προσώπου των εικονιζόμενων, με αποτέλεσμα αυτοί να είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι.
Έπραξε δε τα παραπάνω ο κατηγορούμενος μολονότι γνώριζε, ότι οι εγκαλούντες σε ουδεμία υπόθεση διαφθοράς δεν εμπλέκονταν και ότι η απεικόνιση των προσώπων τους μπροστά από κάγκελα φυλακής με τις επισημειώσεις "Ο διεφθαρμένος πρέπει να βρίσκεται στη φυλακή" και "..." θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο πρώτος αναιρεσείων και της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη κατά συρροή ο δεύτερος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, παρατίθενται στην από τα άνω δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες γεγονότα, με τα οποία προσέβαλε την τιμή και την υπόληψή τους, τα οποία ήταν ψευδή, καθώς και ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των εν λόγω γεγονότων. Απέρριψε δε και τον αρνητικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι η πράξη τους έφερε κατά ορθότερο χαρακτηρισμό της, τον χαρακτήρα της εξύβρισης, συνακόλουθα δε και τον, από την σχετική μεταβολή κατηγορίας εξαρτώμενο αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ.
Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α)Η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πλήρης καθ’ οσον στο αιτιολογικό της παρατίθενται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, β)Η γνώση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ως προς το ότι το ως άνω γεγονός ήταν ψευδές αιτιολογείται επαρκώς με την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν προσωπικά (δηλ.
από ιδία αντίληψη) ότι οι εγκαλούντες δεν είχαν διαπράξει ουδεμία αξιόποινη πράξη διαφθοράς κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, έτσι ώστε η απεικόνισή τους στην επίμαχη αφίσα ως εγκάθειρκτων σε συνδυασμό με τη λεζάντα που τη συνόδευε, τους προσέβαλε βάναυσα, αφού τους εμφάνιζε ως τελέσαντες εγκλήματα διαφθοράς, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών, γ)αναφέρονται στην απόφαση ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων K.
K. προκάλεσε στον Ε. Τ. την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι αυτός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη αυτή πράξη, δ)τέλος, αφού το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι στοιχειοθετείτο η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, δεν απαιτείτο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού τους ότι η πράξη τους έφερε τον χαρακτήρα της εξύβρισης και ότι δεν ήταν άδικη ως γενόμενη για την προάσπιση νομίμου συμφέροντος τους.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 363 σε συνδυασμό με το αρθ.362 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Τέλος με τον τελευταίο λόγο (4ο) της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της υπέρβασης εξουσίας (αρ.510 παρ.1 στοιζ.Η ΚΠΔ), η οποία συνίσταται, κατά τους αναιρεσείοντες, στο ότι το επιληφθέν των εφέσεών των δικαστήριο καθ’ υπέρβαση εξουσίας ασχολήθηκε με το κεφάλαιο περί αναστολής των επιβληθεισών σ’ αυτούς ποινών, καθόσον ως προς κεφάλαιο αυτό η υπόθεση δεν είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επειδή με τις εφέσεις τους δεν είχαν προσβάλλει το περί αναστολής των ποινών κεφάλαιο της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επί της κατά το άρθρο 99 ΠΚ διαταχθείσας αναστολής εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, υπό τους όρους του ως άνω άρθρου ο χρόνος δοκιμασίας αρχίζει την επομένη του αμετακλήτου της αποφάσεως στο σύνολό της, σε περίπτωση δε εφέσεως με την οποία προσβάλλεται το περί ενοχής κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, η υπόθεση μεταβιβάζεται κατ’ ανάγκη καθολικά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως προς το κεφάλαιο περί αναστολής των ποινών, γιατί δεν νοείται αναστολή ποινής χωρίς προηγούμενη ενοχή, αφού τα δύο αυτά κεφάλαια τελούν σε σχέση αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και πιο συγκεκριμένα σε σχέση προηγούμενου προς ακόλουθο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εφετηρίων (αριθ.1188/12-7-2008 και 1189/12-7-2008 αντίστοιχα) των αναιρεσειόντων ο εξουσιοδοτημένος συνήγορος ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης (11269/12-7-2008) με ρητή επισήμανση ότι εκκαλείται η ανωτέρω απόφαση, εκτός του κεφαλαίου που αφορά την τριετή αναστολή. Όμως με την προσβολή του κεφαλαίου της ενοχής των αναιρεσειόντων μεταβιβάστηκε κατ’ ανάγκη καθολικά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κεφάλαιο περί αναστολής, το δε δικαστήριο που επέβαλε τις ίδιες ποινές τις οποίες και ανέστειλε επί τριετίαν, ως πρωτοδίκως, δεν υπερέβη την εξουσία του ούτε κατέστησε χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου αφού σε κάθε περίπτωση ο χρόνος δοκιμασίας άρχεται από την επομένη του αμετακλήτου της απόφασης στο σύνολό της. Πρέπει επομένως και ο λόγος αυτός των αναιρεσειόντων να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης διαδικασίας (αρ.583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 22/2015 αίτηση των αναιρεσειόντων: α)Τ. Ε. του Π. και β)K. K. του Φ., για αναίρεση της με αριθμό 2357/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ