1100/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1100/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1100 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1100/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Δ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Νικολόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2000 και 11-4-2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 14-2-2001 και 19-4-2002 ανακοίνωση δίκης και αγωγή αντίστοιχα, του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1472/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5505/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν η ήδη αναιρεσείουσα και το ήδη αναιρεσίβλητο με τις από 30-6-2006 και 17-10-2006 αντίστοιχα αιτήσεις τους. Εκδόθηκαν οι 719/2009 και 720/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που κήρυξαν απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης και ακολούθως η 1368/2010 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τέλος εκδόθηκε η 2488/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 10-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 6-11-2013 και με αριθμό καταθέσεως 845/2013 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 2488/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 278, 914 και 937 παρ. 1 του ΑΚ, 19 παρ. 2 και 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 8 του Ν. 3557/2007, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετικής ή αποθετικής, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, εάν αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Στις περιοριστικά προβλεπόμενες από το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 489/1976 περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα τρίτο από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου υπόκειται σε διετή παραγραφή, η οποία, για το σύνολο της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, παρούσας ή μέλλουσας και εφόσον αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και δικαστικά επιδιώξιμη, αρχίζει από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος.
Δεν απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής ο παθών να είναι σε θέση να προσδιορίσει το ύψος και την έκταση της ζημίας κατά ποσό, ούτε ακόμη και τη μέλλουσα ζημία από το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον η μέλλουσα ζημία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός και ο παθών γνωρίζει το σύνδεσμο αυτό. Η μελλοντική ζημία αποκαθίσταται μόνον αν η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί να προσδιοριστεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική.
Αντίθετα, για εκείνες τις ζημίες που δεν είναι δυνατή η πρόβλεψή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η νέα διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολομ.ΑΠ 27 και 28/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές, ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολομ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Ότι στις 18-8-1999, από το επίδικο τροχαίο ατύχημα και από υπαιτιότητα του Κ.
Μ. που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο που ήταν ανασφάλιστο για την προς τρίτους αστική ευθύνη του, τραυματίστηκε βαρύτατα η Β. Τ. (ενάγουσα εκκαλούσα - καθής η αντέφεση και ήδη αναιρεσείουσα). Ότι αυτή υπέστη βαρεία τραυματική κάκωση της λεκάνης με ανοικτό κάταγμα και εξάρθρωμα της ηβικής συμφύσεως και ρήξεις του κοιλιακού τοιχώματος και προσθίου τοιχώματος του κόλπου, κάταγμα του αριστερού μηριαίου οστού, βαθύ θλαστικό τραύμα του αριστερού γόνατος και κάκωση του 05 νευρικού πλέγματος αριστερά, ως και κάταγμα δεξιάς κοτύλης.
Ότι στο νοσοκομείο "..." Πατρών, κατά την ημέρα της εισαγωγής της (18-8-1999), δηλαδή την ημέρα του ατυχήματος, υποβλήθηκε στις εξής επεμβάσεις: 1) Σε εσωτερική οστεοσύνθεση της ηβικής συμφύσεως, 2) σε εξωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος του αριστερού μηριαίου και 3) σε συρραφή του θλαστικού τραύματος του αιδοίου και του αριστερού γόνατος.
Ότι στις 26-8-1999 έγινε νέα χειρουργική επέμβαση και οστεοσύνθεση του εξαρθρώματος της αριστερής ιερολαγονίου με βίδες. Ότι μετά τη νοσηλεία της στο παραπάνω νοσοκομείο Πατρών, την 31-8-1999 διακομίστηκε στην Ευρωκλινική Αθηνών, όπου παρέμεινε έως 30-9-1999, υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση και μπήκε άλλες δύο φορές σ’ αυτήν την κλινική στις 27-10-1999 και στις 19-1-2000, προκειμένου να αφαιρεθούν τα εξωτερικά υλικά της οστεοσύνθεσης.
Ότι στις 19-4-2000 συνοδευομένη από την μητέρα της και για την αποκατάσταση του 05 νευρικού πλέγματος αριστερά (οσφυοιερού πλέγματος) πήγε στο Λονδίνο και στο Νοσοκομείο WELLINGTON και εκεί, αφού ξεκίνησε εξειδικευμένο πρόγραμμα φυσιοθεραπείας, χειρουργήθηκε στις 12-5-2000 και της έγινε ενδοραχιαία ερευνητική εξέταση του οσφυιερού πλέγματος και αποκατάσταση με μεταμόσχευση νεύρου.
Ότι στις 26-6-2000 χειρουργήθηκε και πάλιν στο νοσοκομείο WELLINGTON, προκειμένου να αποκατασταθούν οι ουλές, που είχαν δημιουργηθεί από τις επεμβάσεις στον μηρό. Ότι στις 9-7-2000 επέστρεψε στην Ελλάδα, και συνέχισε την φυσιοθεραπεία, που είχε ξεκινήσει στο Λονδίνο. Ότι στις 28-11-2000, συνοδευομένη από την αδελφή της μετέβη στο Λονδίνο, μπήκε στο νοσοκομείο Wellington και παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι 14-12-2000, όπου εκεί υποβλήθηκε σε νέο ακτινολογικό έλεγχο, σε παθολογοανατομικό έλεγχο, σε φυσιοθεραπεία και σε επεμβατική πράξη εκτός χειρουργείου.
Ότι για τον ίδιο λόγο μετέβη στο Λονδίνο, συνοδευομένη από την μητέρα της, στις 8/5/2001, μπήκε στο ίδιο νοσοκομείο και παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι 19-5-2001, όπου υποβλήθηκε σε διορθωτική πλαστική εγχείριση αποκαταστάσεως των τραυμάτων των προηγουμένων εγχειρήσεων της, σε παθολογοανατομικό έλεγχο, σε φυσικοθεραπεία και σε νευροφυσιολογικό έλεγχο.
Ότι τις αξιώσεις της για τις δαπάνες της τις σχετικές με τα ταξίδια της, την νοσηλεία της στο νοσοκομείο του εξωτερικού, με τα ταξίδια και την παραμονή των οικείων της στο εξωτερικό (Λονδίνο), η ενάγουσα τις άσκησε με δεύτερη αγωγή, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 10-4-2002 και συνεπώς επιδόθηκε αργότερα στο εναγόμενο "Επικουρικό Κεφάλαιο", οπότε η αγωγή για τις αξιώσεις της αυτές ασκήθηκε μετά την πάροδο διετίας από το ατύχημα.
Ότι η ζημία της ενάγουσας, δηλαδή η βλάβη του νευρικού οσφυοιερού πλέγματος αριστερά, ήταν απολύτως γνωστή και προβλεπτή αμέσως μετά το ατύχημα γι’ αυτό και αποφασίσθηκε το ταξίδι της ενάγουσας στο εξωτερικό. Ότι η πορεία της υγείας της και η εξέλιξή της ουδεμία επιδείνωση παρουσίασε από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι και το τέταρτο και τελευταίο ταξίδι στο Λονδίνο.
Ότι η θεραπεία της βαρύτατης βλάβης της απαιτούσε επιμονή και υπομονή, πλην όμως εξελισσόταν έτσι και όσο προβλεπόταν από την εισαγωγή της σε Ελληνικό Νοσοκομείο μέχρι και το τέταρτο ταξίδι στο εξωτερικό. Ότι η παθούσα ενάγουσα υπέστη σωματική κάκωση εξαιτίας της οποίας υποβαλλόταν εξακολουθητικώς σε δαπάνες για την πλήρη ίασή της και η κάθε μεταγενέστερη δαπάνη της, η οποία ήταν από την προηγούμενη αναμενόμενη, δεν επέφερε και αναγέννηση της αξίωσής της για αποζημίωση.
Ότι οι ζημίες της ενάγουσας, μετά την πρώτη χειρουργική επέμβαση που πραγματοποίησε αμέσως μετά το ατύχημα, ήταν μέλλουσες, πλην όμως προβλεπτές, αφού έγιναν όλες όπως η ιατρική επιστήμη επέβαλε για την θεραπεία της βαρύτατης σωματικής βλάβης, που άπαξ επήλθε με το ατύχημα, οι δύο τελευταίες δε στο εξωτερικό για παρακολούθηση της εγχειρήσεως και αισθητική αποκατάσταση των ουλών των εγχειρήσεων.
Ότι σε κανένα αποδεικτικό έγγραφο δεν αναφέρεται ότι υπήρξε επιδείνωση της υγείας της μετά τον τραυματισμό της, παρά μόνον αναφέρεται σοβαρότατος τραυματισμός και συνεχής ιατρική προσπάθεια αποκαταστάσεώς του, με διαρκώς βελτιούμενη πορεία της υγείας της παθούσας. Ότι δεν έγιναν απρόβλεπτα χειρουργεία ή νοσηλείες στα δύο ταξίδια της παθούσας στο Λονδίνο και κατά την νοσηλεία της στο Νοσοκομείο Wellington.
Και ότι οι αξιώσεις της παθούσας που ασκήθηκαν με την από 11-4-2002 αγωγή της, οι σχετικές με τις δαπάνες της για τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο του Λονδίνου τα διαστήματα από 28-11-2000 μέχρι 14-12-2000 και από 8-5-2001 μέχρι 19-5-2001, κατά το μέρος που στρέφονται κατά του ν.π.ι.δ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, αφού αφορούν όπως αποδείχθηκε σε ζημία μέλλουσα αλλά απολύτως προβλεπτή της παθούσας.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση του εναγομένου "Επικουρικού Κεφαλαίου" ότι οι ως άνω επίδικες αξιώσεις που ασκήθηκαν με την από 11-4-2002 αγωγή της ενάγουσας και που αφορούσαν μέλλουσα ζημία που ήταν προβλεπτή είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή της.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 247, 251, 278, 914 και 937 παρ. 1 του ΑΚ, 19 παρ. 2 και 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 8 του Ν. 3557/2007, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 και 251 του Α.Κ.
για παραβίαση των οποίων παραπονείται η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, αφού δέχεται ότι η ζημία της παθούσας ήταν κατά τα ιατρικά δεδομένα προβλεπτή εξαρχής, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα και όσα αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμα.
Ενόψει τούτων, οι περί του αντιθέτου πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όμως, οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως, κατά τις αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης των άνω πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ιδίως αυτή για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας ζημίας της παθούσας που προκύπτει από τις αποδείξεις και από την εκτίμησή τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της αποφάσεως δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ. επειδή περιέχει στο αιτιολογικό της αντιφατικές αιτιολογίες, κατ’ ακρίβεια αντιφατικά επιχειρήματα στην εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το προβλεπτό της μέλλουσας ζημίας της ενάγουσας αναιρεσείουσας. Ο δεύτερος αυτός λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η πιο πάνω πλημμέλεια που αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως τα αποδεικτικά μέσα, οι αποδείξεις, τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, με επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που υπέβαλε για να αποδείξει το απρόβλεπτο της μέλλουσας ζημίας της και συγκεκριμένα ιατρικές γνωματεύσεις και ιατρικές βεβαιώσεις.
Ο πέμπτος αυτός λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η πιο πάνω πλημμέλεια που αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η μη λήψη υπόψη εγγράφων ιατρικών βεβαιώσεων και ιατρικών γνωματεύσεων που υπέβαλε, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως και τούτο διότι οι αποδείξεις και τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεώς του (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι η μέλλουσα ζημία της ενάγουσας από τον τραυματισμό της ήταν προβλεπτή από την αρχή. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ αντίθετος έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Δεν απαιτείται η ατομική εξειδίκευση και αναφορά στην απόφαση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί η γενική μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν παραμένει σοβαρή αμφιβολία ως προς τη λήψη υπόψη κάποιου αποδεικτικού μέσου.
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα ιατρικά αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, τα οποία προανέφερε στο δικόγραφο της αναιρέσεως και στα οποία μόνον τυπικά αναφέρθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά ουσιαστικά τα αγνόησε.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα "τις καταθέσεις των νομίμως ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, τις με αριθμό .../16-10-2001 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες συνετάγησαν νομίμως ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καλλιθέας, με φροντίδα της ενάγουσας - εκκαλούσας - καθής η αντέφεση Β.
Τ., ύστερα από κλήτευση του εναγομένου - εφεσιβλήτου - αντεκκαλούντος, όπως αυτό προκύπτει από την με αριθμό .../5-10-2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ζ. και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια" και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, στην οποία αναφέρεται και εκτιμά τα ιατρικά αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, δεν παραμένει καμμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του ότι ήταν από την αρχή προβλεπτή η μέλλουσα ζημία της ενάγουσας αναιρεσείουσας από τον τραυματισμό της και τα ιατρικά αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ενάγουσα.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του Δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν συμμορφώθηκε προς την 1368/2010 αναιρετική απόφαση, η οποία αναίρεσε την 5055/2005 προηγούμενη απόφασή του για ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 επειδή δεν συνδύασε κατά την εφαρμογή της το προβλεπτό ή όχι των αντίστοιχων αξιώσεων κατά τα ιατρικά δεδομένα.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε προς την ως άνω αναιρετική απόφαση, αφού έκρινε ότι ήταν προβλεπτή από την αρχή η μέλλουσα ζημία της ενάγουσας για να δεχθεί ότι η διετής παραγραφή της αντίστοιχης αξιώσεώς της κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου" άρχισε από του χρόνου του ατυχήματος και υπέπεσε σε παραγραφή λόγω συμπληρώσεως διετίας από του ατυχήματος πριν από την άσκηση της σχετικής αγωγής της.
Επομένως, ο περί του εναντίου όγδοος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται σε μη συμμόρφωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως σε νομικό θέμα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με προηγούμενη απόφασή του επί προγενέστερης αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, οι δεύτερος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως, κατά τις αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες, υπό το πρόσχημα της επίκλησης αναιρετικών λόγων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ιδίως αυτή για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας ζημίας της παθούσας που προκύπτει από τις αποδείξεις και από την εκτίμησή τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2013 και με αριθμό καταθέσεως 845/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 2488/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ