1100/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1100/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτηση της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1100 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1100/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Θ. του Β., κατοίκου ..., 2)Σ. χήρας Δ. - Ν. Α., το γένος Β. Θ., 3)Μ. Μ. του Β., 4)Ι. Α. του Δ. - Ν., κατοίκων ... και 5)Β. Θ. του Θ., κατοίκου ... Οι 1η, 3η και 5ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αθανασιάδη και ο 4ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από α)τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, β)τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Περιουσίας της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας & Εθνικών Κληροδοτημάτων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών & Τελωνειακών Θεμάτων, που κατοικοεδρεύει στην … και γ)από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων Νομού Χαλκιδικής, που κατοικοεδρεύει στον …, το οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιούμενη προς το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπουμένου από α)τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής, β)το Διευθυντή της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών & Δασικού Περιβάλλοντος της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης & Προστασίας Δασών & Φυσικού Περιβάλλοντος της Ειδικής Γραμματείας Δασών, που κατοικοεδρεύουν στην …, και γ)το Δασάρχη του Δασαρχείου Κασσάνδρας, που κατοικοεδρεύει στην …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/10/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτηση της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, πρόκειται δε για περίπτωση απλής ομοδικίας και κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκείμενη περίπτωση οι εκ των αναιρεσειόντων πρώτη (Κ. Θ. του Β.), τρίτος (Μ. Μ. του Β.) και πέμπτος (Β. Θ. του Θ.) ήταν απόντες κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 8.1.2014). Η υπόθεση, που αφορά σε διεκδικητική αγωγή ακινήτου, είχε προηγουμένως αναβληθεί από το πινάκιο, κατά το άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ, από τη δικάσιμο της 20.2.2013, κατά την οποία, όπως προκύπτει από το πινάκιο, οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν παρασταθεί δια του δικηγόρου Ιωάννη Αθανασιάδη και η υπόθεση ενεγράφη εκ νέου στο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο (της 8.1.2014), η οποία ισχύει ως κλήτευση.
Όμως, ο ως άνω δικηγόρος, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, στερούνταν δικαστικής πληρεξουσιότητας ως προς την πρώτη και πέμπτο των αναιρεσειόντων, της οποίας δεν γίνεται επίκληση και προσκομιδή ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες κατά τη δικάσιμο έως 2.2.2013, που παρέστη και αναβλήθηκε η υπόθεση, σε αντίθεση με τον απόντα, επίσης τρίτο αναιρεσείοντα που παρέστη δυνάμει του …/15.2.2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Μαρμαρίδου.
Κλήτευση της πρώτης και πέμπτου των αναιρεσειόντων από μέρους οποιουδήποτε των παρόντων διαδίκων για την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία λογίζονται αυτοί ερήμην, δεν προκύπτει. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι πρόκειται για περίπτωση απλής ομοδικίας, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την πρώτη και πέμπτο των αναιρεσειόντων και να χωρήσει νομίμως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
ΙΙ. Από τα άρθρα 70 ΚΠολΔ και 973, 999, 1000, 1094 και 1095 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης και ειδικότερα κάποιου δικαιώματος, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή, την και αποκαλούμενη αναγνωριστική αγωγή. Συνήθως, πραγματικό γεγονός που στοιχειοθετεί το προαναφερόμενο έννομο συμφέρον αποτελεί το ότι ο εναγόμενος πριν από την άσκηση της αγωγής αμφισβήτησε το ότι ο ενάγων απέκτησε το δικαίωμα.
Έτσι, μπορεί κάποιος να ασκήσει κατ'άλλου αναγνωριστική του δικαιώματος της κυριότητας ακινήτου αγωγή, με βάση το ότι πριν από την άσκηση της αγωγής εκείνος μεν απέκτησε την κυριότητα, αυτός δε στη συνέχεια αμφισβήτησε την εν λόγω κυριότητα. Μπορεί ωστόσο να ασκήσει και διεκδικητική αγωγή, με βάση το ότι πριν από την άσκηση της αγωγής εκείνος μεν απέκτησε την κυριότητα επί του πράγματος, αυτός δε στη συνέχεια κατέλαβε και έκτοτε νέμεται ή κατέχει το πράγμα, και αιτήματα να αναγνωριστεί η κυριότητα εκείνου επί του πράγματος και να υποχρεωθεί αυτός να αποδώσει σ'εκείνον το πράγμα.
Τα ίδια ισχύουν και επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου που έχει ασκηθεί από ιδιώτη κατά του Ελληνικού Δημοσίου που αμφισβητεί την κυριότητα εκείνου, επικαλούμενο ότι το επίδικο ακίνητο είναι δάσος ή δασική έκταση, δηλαδή απαιτείται (και) η επίκληση με την αγωγή ότι το Ελληνικό Δημόσιο το κατέλαβε και έκτοτε το νέμεται ή το κατέχει, και δεν αναιρούνται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του α.ν.1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, και δημιουργεί πλάσμα νομής του Δημοσίου επί των δημοσίων κτημάτων, αφού, κατά την αγωγή, το επίδικο ακίνητο δεν είναι δημόσιο κτήμα, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 του ν.2732/1991, εφόσον με αυτήν καθιερώνεται προδικασία η οποία τηρείται από οποιονδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου "ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο".
Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι οι αναιρεσείοντες με την ένδικη - από 15.11.2002 - διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή τους "δεν ισχυρί(σθηκαν) ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πριν από την άσκηση της αγωγής κατέλαβε και κατέχει το επίδικο ακίνητο, αλλά αντίθετα ισχυρί(σθηκαν), κατ'εκτίμηση των εκτιθεμένων στο δικόγραφο, ότι αυτοί μέχρι και την άσκηση της αγωγής συνεχίζουν να νέμονται και να κατέχουν το επίδικο ακίνητο" και ότι "από το γεγονός ότι οι ενάγοντες επικαλούνται στην αγωγή τους πως τήρησαν την προδικασία του άρθρου 8 α.ν.1539/1938, δεν μπορεί να συναχθεί ότι διαλαμβάνεται στην αγωγή το κρίσιμο αυτό περιστατικό, ότι δηλαδή το επίδικο κατέχεται από το ελληνικό δημόσιο...."- τα οποία άλλωστε και προκύπτουν από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του περιεχομένου της - και να απορρίψει ακολούθως την εν λόγω αγωγή κατά το περί της απόδοσης του επίδικου ακινήτου αίτημά της ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για τη διεκδικητική αγωγή, ούτε τη διάταξη του προμνημονευθέντος άρθρου 2 παρ.1 του α.ν.1539/1938 και συνεπώς οι συναφείς λόγοι αναίρεσης όγδοος και ένατος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Η περιλαμβανόμενη στον ένατο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, γιατί, υπό τα παραπάνω που δέχτηκε, παραβίασε επιπροσθέτως και το άρθρο 8 α.ν.1539/1938, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη, εφόσον πρόκειται για δικονομική διάταξη περί της προδικασίας της αγωγής, της οποίας η επικαλούμενη παραβίαση δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος που έχει ισχύ νόμου.
Στις νέες χώρες με τις διατάξεις του ν. 2201/1920 όπως τροποποιήθηκαν με το Ν.Δ. της 13.11.1921 και το Ν. 2541/1926 ρυθμίστηκε η διαδικασία αναγνώρισης τέτοιων δικαιωμάτων. Έτσι, με τις διατάξεις αυτές ρυθμίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος και προκειμένου περί δασών στις νέες χώρες κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας σε αυτές (1-2-1914).
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
Α.Χ. Ν'/1988 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 § § 1 και 2 του ν. 998/1979. Εξάλλου, δάσος κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νοείται κάθε έκταση της επιφάνειας του εδάφους η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς από άγρια ξυλώδη φυτά οποιανδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεων και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα φυτά ή να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον.
Ενώ δασική έκταση είναι κάθε έκταση της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη από αραιή ή πενιχρή, υψηλή ή θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση, οποιασδήποτε διαπλάσεως καL δυναμένη να εξυπηρετήσει μία ή περισσότερες από τις προηγούμενες λειτουργίες. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς η αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 3.920 τ.μ., βρίσκεται στο νότιο άκρο της Χερσονήσου Κασσάνδρας στη θέση "..." της περιοχής του δημοτικού διαμερίσματος Παλιουριού Δήμου Παλλήνης Ν.
Χαλκιδικής. Το ακίνητο αυτό συνορεύει βόρεια με δάσος και πέραν αυτού με αιγιαλίτιδα ζώνη, νότια με δάσος και ιδιοκτησία, ανατολικά με ιδιοκτησία και πέραν αυτής με δάσος και με θάλασσα του κόλπου Κασσάνδρας. Η κλίση του εδάφους είναι 80%, η έκθεση αυτού βορειοανατολική με μέτριο βάθος. Το ακίνητο αυτό κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και κατά την 1-2-1914, καλύπτονταν στο σύνολο του, με ποσοστό κάλυψης 90% από πεύκη Χαλεπίου με υπόροφο αειφύλλων πλατυφύλλων, που λόγω της μεταξύ τους αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως αποτελούσαν οργανική ενότητα που μπορούσε με εκμετάλλευση να παράγει ξυλεία ή άλλα δασικά προϊόντα και να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας όπως και να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον.
Το επίδικο αποτελεί τμήμα μίας έκτασης 8 στρεμμάτων, περίπου, που είχε και έχει την ίδια μορφή μ' αυτό, καλυπτόμενη από πυκνό σύνολο αγρίων ξυλωδών φυτών ιδίως πεύκης Χαλεπίου που μαζί με τη συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα και ιδιαίτερα φυσικό περιβάλλον.
Γύρω από το δάσος των 8 στρεμμάτων υπάρχουν αγροί. Το επίδικο ακίνητο συνέχισε να έχει την ίδια ακριβώς μορφή που προ περιγράφηκε, ήτοι συνέχισε να καλύπτεται στο σύνολο του από πυκνή πεύκη Χαλεπίου με υπόροφο αειφύλλων πλατύφυλλων έως το έτος 1980. Σε μη εξακριβωθέντα χρόνο στο χρονικό διάστημα 1981-1996, που τα ακίνητα της περιοχής άρχισαν να αποκτούν μεγάλη αξία, το ανατολικό τμήμα του επίδικου, εμβαδόν 2.108 τ.μ.
που συνορεύει με τον αγρό των εναγόντων αποξηλώθηκε, εκχερσώθηκε και καθαρίσθηκε από κάθε είδους δασική βλάστηση και ήδη είναι γυμνό με χαραγμένο δρόμο. Αντίθετα, το υπόλοιπο τμήμα του επίδικου εμβαδού 1.812 τ.μ. συνεχίζει να έχει και σήμερα την ίδια μορφή, ήτοι αυτή του δάσους, καλυπτόμενο στο σύνολο του από πεύκη Χαλεπίου με υπόροφο αειφύλλων και πλατυφύλλων.
Το επίδικο ακίνητο (3.920 τ.μ.) τον ίδιο χαρακτήρα του δάσους ως καλυπτόμενο σε ποσοστό 90% από πεύκη Χαλεπίου με υπόροφο αειφύλλων πλατύφυλλων, εμφανίζεται σε ζεύγος αεροφωτογραφιών των ετών λήψης α) 1945 β) 1960 γ) 1971 και δ) 1980, όπως καταθέτει η εξετασθείσα μάρτυρας δασολόγος, υπάλληλος του Δασαρχείου Κασσάνδρας Μ.
Μ.. Μόνο σε ορθοφωτογραφία έτους λήψης 1996, φαίνεται αποξηλωμένο και γυμνό χωρίς ίχνος όμως καλλιέργειας, το ανατολικό τμήμα των 2108 τ.μ. γεγονός που μαρτυρεί την κατά τα έτη 1981-1996, ανθρώπινη επέμβαση σε αυτό. Το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο και κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις νέες χώρες στις οποίες ανήκει και ο Ν.
Χαλκιδικής, ήταν δάσος, αποδεικνύεται πέραν των άλλων και από τη φωτοερμηνεία του ζεύγους αεροφωτογραφιών του έτους 1945, όπου εμφανίζεται ως δάσος πεύκης Χαλεπίου με υπόροφο αειφύλλων πλατύφυλλων. Η πεύκη Χαλεπίου αποτελεί είδος υψηλής πεύκης που αναπτύσσεται αργά και όχι ταχέως. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το χαρακτήρα του εδάφους ως μετρίου, όχι δηλαδή γονίμου, συνέβαλε στην ακόμη πιο αργή ανάπτυξη της πεύκης, γεγονότα που αποκλείουν την ανάπτυξη αυτού του είδους πεύκης συνέπεια μη καλλιέργειας του εδάφους για λίγα έτη.
Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το επίδικο τμήμα των 3.920 τ.μ. ήταν ανέκαθεν αγρός που καλλιεργεί το "μέχρι λίγο πριν το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο δενδροκομικά με τη συλλογή ελαιοκάρπου και γεωργικά με τη σπορά σιτηρών" (κατά λέξη αγωγής) και ότι η εγκατάλειψη της καλλιέργειας λόγω αδυναμίας άρωσης με γεωργικό ελκυστήρα συνέβαλε στο να εμφανισθούν σποραδική και αραιή δασική βλάστηση.
Άλλωστε, η προαναφερόμενη σχεδόν εγκάρσια κλίση του εδάφους (80%), χωρίς κατασκευή "παταριών", απέκλειε την οποιαδήποτε καλλιέργεια που ισχυρίζονται αβάσιμα οι εκκαλούντες. Απλά, οι ιδιοκτήτες των γύρω ακινήτων με την αρχόμενη αύξηση των ακινήτων της περιοχής, άρχισαν να επεκτείνουν τις ιδιοκτησίες τους σε βάρος του δάσους των 8 στρεμμάτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στις διαθήκες ιδιόγραφη και δημόσια που επικαλούνται με την αγωγή τους οι ενάγοντες γίνεται μνεία για ακίνητο 18 στρεμμάτων περίπου, τμήμα του οποίου αποτελεί κατά τους ισχυρισμούς τους το επίδικο, στα συμβόλαια με αριθμό ... και .../28-11-2001 αποδοχής κληρονομιάς και δωρεάς, αντίστοιχα, της συμ/φου Θες/νίκης Αγγελικής Σιμήνα Ιωαννίδη το ίδιο ακίνητο προσδιορίζεται "μετά από επακριβή εμβαδομέτρηση" (κατά λέξη) σε 18.029,02 τ.μ., όπως το ίδιο επαναλαμβάνεται και στην αριθμ. .../15-1-2003 αποδοχή κληρονομιάς της συμ/φου Θεσ/νικης Άννας Ζαχαριάδου Ταβλαρίδου, ενώ στο δικόγραφο της κρινόμενης από 22-11-2002 αγωγής, το μείζον αυτό ακίνητο προσδιορίζεται σε είκοσι στρέμματα περίπου και "ακριβέστερα 19.841 τ.μ.
μετά την πρόσφατη καταμέτρησή του" (κατά λέξη αγωγής). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους δεν αναιρείται από το αριθμ, Πρωτ. 485/11-2-2008 "έγγραφη απάντηση σε αίτηση" του Δασαρχείου Κασσάνδρας με το οποίο βεβαιώνεται ότι τμήμα του επίδικου εμβαδού 441,83 τ.μ. που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ.
Σ. με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-1 "δεν προστατεύεται από τις δασικές διατάξεις διότι εμφανίζεται ως τμήμα του ΚΑ 9697 (μη δασικό) του φ.χ. 018827 του προσωρινού κτηματικού χάρτη Παλιουριού και είναι χαρακτηρισμένη ως μη δασική" (κατά λέξη εγγράφου). Τούτο, διότι, κρίσιμο στοιχείο στην ένδικη υπόθεση αποτελεί ο χαρακτήρας του επιδίκου κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις νέες χώρες (1-2-1914) και όχι ο χαρακτήρας αυτού βάσει του προσωρινού κτηματικού χάρτη η των βεβαιώσεων της δημόσιας δασικής αρχής, και το γεγονός αυτό της ιδιότητας του δάσους δεν αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο από τέτοιου είδους πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις δημόσιας δασικής αρχής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του ήδη αναιρεσίβλητου εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο ακίνητο από την εποχή της Τουρκοκρατίας και στη συνέχεια κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις νέες χώρες (αλλά και μετέπειτα) ήταν δάσος με την έννοια που προεκτέθηκε και εντέλει απέρριψε την έφεση και την ένδικη περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων, επικυρώνοντας, έτσι, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με εκείνα που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο όσον αφορά την παραδοχή του άνω ισχυρισμού του ήδη αναιρεσίβλητου εναγόμενου ελληνικού Δημοσίου, όσο και όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής και, συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, εφόσον δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες Χώρες ήταν δάσος με βάση την αεροφωτογραφία του έτους 1945 και την άνω 485/2008 βεβαίωση του Δασαρχείου Κασσάνδρας, με την οποία - σε συνέχεια της πράξης χαρακτηρισμού 2714/2001 που είχε χαρακτηρίσει ως αγροτική έκταση 15.921 τ.μ., ύστερα από ορθότερη ερμηνεία των άνω αεροφωτογραφιών - βεβαιώνεται ότι τμήμα του επίδικου ακινήτου εμβαδού 441,83 τ.μ., ήταν αγρός, ενόψει και της υπ'αριθμ.3390/26.10.2010 Βεβαίωσης του Δασαρχείου Κασσάνδρας, ότι "η έκταση...εμβαδού Ε3 15.921,758 τ.μ.
έχει χαρακτηρισθεί με την υπ'αριθμ.2714/26.10.2001 πράξη...(ενώ) η έκταση....εμβαδού Ε4=441,83 τ.μ., έχει χαρακτηρισθεί ως αγρός με την άνω 485/11.2.2008 βεβαίωση...", όφειλε να κρίνει και ότι η έκταση των 441,83 τ.μ. κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ήταν αγρός, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού αφορά αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων - δηλαδή του περιεχομένου των προμνημονευθέντων εγγράφων -, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα των αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο προσέδωσε "διαφορετική βαρύτητα σε δύο όμοιας τυπικής και ουσιαστικής ισχύος έγγραφα, ήτοι την υπ'αριθμ.2714/2001 πράξη και την υπ'αριθμ.485/2008 απόκτηση (βεβαίωση)", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι'αυτό, καθορίζει ο νόμος, όχι δε - όπως εδώ - όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.
Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όχι χωρίς απόδειξη αλλά από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και από όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα. Γι'αυτό ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη, "στηριζόμενο σε διαπιστώσεις που δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία", δέχτηκε "...ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δάσος, που είναι και ο βασικός και θεμελιώδης ισχυρισμός του (ήδη αναιρεσίβλητου εναγόμενου) Ελληνικού Δημοσίου", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 5 παρ.1 εδαφ.β'ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδαφ.β'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και συγκεκριμένα: 1)το "αν η επίμαχη έκταση των 2108 τ.μ.
εκχερσώθηκε ή όχι σε μη εξακριβωθέντα χρόνο στο χρονικό διάστημα 1981-1996, που τα ακίνητα της περιοχής άρχισαν να αποκτούν μεγάλη αξία" δεν αποτελεί γεγονός κρίσιμο για την υπαγωγή της επίδικης έκτασης "στην έννοια του δάσους, ούτε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατά την εποχή της τουρκοκρατίας", 2)η ύπαρξη δρόμου εντός του τμήματος των 2108 τ.μ. - ο οποίος κατά τους αναιρεσείοντες υπήρχε ήδη επί τουρκοκρατίας - μαρτυρά ότι το επίδικο ακίνητο των 3920 τ.μ.
καλλιεργείτο πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, 3)η αργή ανάπτυξη της πεύκης σημαίνει ότι η περιοχή των επτά (7) ή οκτώ (8) στρεμμάτων δεν μπορεί να αποκτήσει οργανική συγκόμωση και ενότητα τέτοια ώστε να αποτελεί σήμερα ή να αποτέλεσε οποτεδήποτε στο παρελθόν μια ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και 4)εκτάσεις με έδαφος μέτριο καθώς και χωρίς κατασκευή "παταριών" δεν σημαίνει και ότι εμπίπτουν στην έννοια του δάσους.
Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
V. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, καθώς και όταν τον αντιμετώπισε στην ουσία και τον απέρριψε εκ του πράγματος με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, όπως ορθά εκτιμάται, και τρίτο λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους θεμελιωτικούς της αγωγής πραγματικούς ισχυρισμούς, ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν αγρός (τόσο κατά την εποχή της τουρκοκρατίας όσο και σήμερα), οι δε δικαιοπάροχοί τους είχαν αποκτήσει επ'αυτής δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), και επικουρικά ότι η επίδικη έκταση ακόμη και αν απέκτησε δασική μορφή μετά το 1940, περιήλθε στους προκατόχους τους τόσο με κτητική παραγραφή κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο όσο και με έκτακτη χρησικτησία κατά τον Αστικό Κώδικα.
Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αντιμετώπισε στην ουσία και απέρριψε εκ του πράγματος τους προεκτιθέμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν. Συγκεκριμένα, κατά τα προεκτεθέντα το Εφετείο επί του προκειμένου δέχτηκε, ότι "το επίδικο (το οποίο) έχει εμβαδό 3.920 τ.μ. (και) βρίσκεται στο νότιο άκρο της Χερσονήσου Κασσάνδρας...κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και κατά την 1.2.1914, καλύπτονταν στο σύνολό του, με ποσοστό κάλυψης 90% από πεύκη Χαλεπίου με υπόροφο αειφύλλων πλατυφύλλων, που λόγω της μεταξύ τους αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως αποτελούσαν οργανική ενότητα που μπορούσε με εκμετάλλευση να παράγει ξυλεία ή άλλα δασικά προϊόντα και να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας όπως και να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον.
Το επίδικο αποτελεί τμήμα μιας έκτασης 8 στρεμμάτων, περίπου, που είχε και έχει την ίδια μορφή μ'αυτό, καλυπτόμενη από πυκνό σύνολο άγριων ξυλωδών φυτών ιδίως πεύκης Χαλεπίου, που μαζί με τη συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον.
Γύρω από το δάσος των 8 στρεμμάτων υπάρχουν αγροί. Το επίδικο ακίνητο συνέχισε να έχει την ίδια ακριβώς μορφή που προπεριγράφηκε, ήτοι συνέχισε να καλύπτεται στο σύνολό του από πυκνή πεύκη χαλεπίου με υπόφορο αειφύλλων πλατυφύλλων έως το 1980. Σε μη εξακριβωθέντα χρόνο στο χρονικό διάστημα 1981-1996, που τα ακίνητα της περιοχής άρχισαν να αποκτούν μεγάλη αξία, το ανατολικό τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 2.108 τ.μ.
που συνορεύει με τον αγρό των εναγόντων αποξηλώθηκε, εκχερσώθηκε και καθαρίστηκε από κάθε είδους δασική βλάστηση και ήδη είναι γυμνό με χαραγμένο δρόμο....Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το επίδικο τμήμα των 3.920 τ.μ.ήταν ανέκαθεν αγρός που καλλιεργείτο "μέχρι λίγο πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δενδροκομικά με τη συλλογή ελαιοκάρπου και γεωργικά με τη σπορά σιτηρών" (κατά λέξη αγωγής" Και το Εφετείο κατέληξε: "Μετά τις σκέψεις αυτές αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο....από την εποχή της Τουρκοκρατίας και....κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις νέες χώρες (αλλά και μετέπειτα) ήταν δάσος....(και) συνεπώς...τούτο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, και έκτοτε κατέστη ανεπίδεκτο νομής και χρησικτησίας παρά τρίτου, ενώ επ'αυτού νομέας θεωρείτο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ'αυτού." Κατά συνέπεια, οι ερευνώμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Η περιλαμβανόμενη στον τρίτο αναιρετικό λόγο αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, με την οποία οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι παρά το νόμο "δεν έλαβε διόλου υπόψη του...την κατάθεση του μάρτυρά τους (Β. Μ.) που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου...", προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προεκτέθηκε αλλά αποδεικτικό μέσο.
Η ίδια αιτίαση και αν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων...", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, κατ'εκτίμησή της, από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις "τόσο του μάρτυρα απόδειξης...όσο και της μάρτυρος ανταπόδειξης" τις οποίες "δεν αξιολόγησε", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού από την προεκτεθείσα βεβαίωση του Εφετείου και το σύνολο των σκέψεων του προκύπτει, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις μαρτυρικές αυτές καταθέσεις χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.
VI. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο κάτω εγγράφων, ήτοι 1)την 485/11.2.2008 βεβαίωση του Δασάρχη Κασσάνδρας, την οποία "χρησιμοποιεί μόνο αποφατικά για να τεκμηριώσει την κρίση του περί της ιδιότητας ολόκληρου του επιδίκου των 3.920 τ.μ.
ως δάσους, αναφέροντας επί λέξει "η κρίση του Δικαστηρίου περί της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους δεν αναιρείται από το υπ'αριθμ.πρωτ.485/11.2.2008 έγγραφη απάντηση σε αίτηση" με το οποίο βεβαιώνεται ότι τμήμα του επιδίκου εμβαδού 441,83 τ.μ..... "δεν προστατεύεται από τις δασικές διατάξεις διότι εμφανίζεται ως τμήμα του ΚΑ 9697 (μη δασικό) του φ.χ. 018827 του προσωρινού κτηματικού χάρτη Παλιουρίου και είναι χαρακτηρισμένη ως μη δασική" (κατά λέξη εγγράφου), ενώ το έγγραφο αυτό, αναφερόμενο στο τμήμα των 441,83 τ.μ., αποδεικνύει θετικά, ότι δηλαδή το τμήμα των 441,83 τ.μ.
ήταν ανέκαθεν αγρός και δεν είχε καμία άλλη μορφή ούτε κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου ούτε επί τουρκοκρατίας" και 2)την 2714/200 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Κασσάνδρας που είχε χαρακτηρίσει ως αγροτική έκταση 15924 τ.μ., την οποία "αποσιωπά τελείως από την ενάριθμη αναφορά του και διόλου δεν επιχειρεί να (την) αξιολογήσει....παρά το γεγονός ότι η υπ'αρ.485/2008 βεβαίωση αποτελεί συνέχεια της υπ'αριθ.2714/2001 πράξης" και, έτσι, το Εφετείο να κρίνει, ότι "το σύνολο του ακινήτου (των αναιρεσειόντων) ανέρχεται σε 15.921 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα αυτή είναι 15.921+441,83 = 16362 τ.μ.".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή όχι μόνο από την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
VII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ.3, 340 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, εφόσον έχει επιτραπεί η εμμάρτυρη απόδειξη, το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αποδειγμένα πραγματικά περιστατικά, μπορεί να συναγάγει συμπεράσματα για άλλα γεγονότα. Τέτοια έμμεση απόδειξη μπορεί να συναγάγει από κάθε επιτρεπόμενο κατά το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί, με βάση τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) ως αποδειγμένα τα περιστατικά, ότι "τα πεύκη χαλεπίου απότελούν είδος πεύκης που αναπτύσσεται αργά και όχι ταχέως...(και) η κλίση (εκεί) του εδάφους είναι 80%" και να συναγάγει από τα περιστατικά αυτά, ότι δεν υπάρχουν εντός του επίδικου ακινήτου νεαρά πεύκα, αλλά μεγάλα και παλαιά και το επίδικο ακίνητο δεν καλλιεργείτο και ακολούθως να κρίνει, ότι "το επίδικο ακίνητο και κατά την εποχή της τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, στις οποίες ανήκει και ο Νομός Χαλκιδικής, ήταν δάσος", δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.α'ΚΠολΔ, ήτοι δεν έλαβε παρά το νόμο αποδείξεις που το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε νόμιμα με επίκληση και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι περιλαμβανόμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις, επίσης, από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα συμπέρανε, κατ'εφαρμογή του άρθρου 336 παρ.3 ΚΠολΔ, για το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δασικής, με βάση την παραδοχή του ότι οι αναιρεσείοντες είχαν "δήθεν" επεκτείνει την ιδιοκτησία τους σε βάρος του δάσους των 2.108 τ.μ., ενώ "αντίθετα, από το γεγονός ότι το τμήμα των 2.108 τ.μ.
περιλαμβάνεται στην ιδιόγραφη διαθήκη του Β. Θ., η οποία προσκομίστηκε με επίκληση....συνάγεται ακριβώς το αντίθετο, ως δικαστικό τεκμήριο του άρθρου 336 παρ.3 ΚΠολΔ..." και, επίσης, γιατί "ο χαραγμένος δρόμος εντός του τμήματος των 2.108 τ.μ., ο οποίος ήταν προϋφιστάμενος και υπήρχε ήδη τουλάχιστον κατά το έτος 1945 αλλά και επί τουρκοκρατίας (όπως αποδεικνύεται από το ζεύγος αεροφωτογραφιών έτους 1945 με στοιχεία 076-077/9102 που επικαλέστηκε το αντίδικο), δεν διανοίχθηκε δε κατά τα έτη 1981-1996 (όπως διατείνεται η προσβαλλόμενη απόφαση) ώστε να μαρτυρά την οποιαδήποτε ανθρώπινη επέμβαση επί του δάσους, οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο δικανικό συμπέρασμα (κατ'άρθρο 336 παρ.3) από αυτό που συνήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση", είναι απορριπτέες, προεχόντως, ως απαράδεκτες, γιατί πλήττουν αποκλειστικά την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να είχε εισέλθει στην έρευνα της ουσίας του σχετικού ισχυρισμού και όχι να τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, ο δέκατος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το τεκμήριο που συνοδεύει το αποδειγμένο πραγματικό γεγονός της τήρησης της προδικασίας του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938 και της καταβολής "του αντίστοιχου με το αντικείμενο τέλους δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις", ότι στην ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων διαλαμβάνεται το κρίσιμο για τη νομική θεμελίωσή της περιστατικό, ότι το επίδικο κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο, και, έτσι, έκρινε αυτήν - αγωγή - μη νόμιμη κατά το περί της απόδοσης του επίδικου ακινήτου αίτημά της, ως μη ιδρυώμενος, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
VIII. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτή έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι η επίδικη έκταση των 3920 τ.μ., ήταν αγρός και επί τουρκοκρατίας και ο αρχικός δικαιοπάροχός τους Ν.
Θ. "τον εξουσίαζε και τον καλλιεργούσε συστηματικά για περισσότερο από δέκα έτη...και ακολούθως ο γιός του Β. Θ.....", δηλαδή 1)την υπ'αριθ.πρωτ.485/11.2.2008 απάντηση - σε αίτηση - του Δασάρχη Κασσάνδρας Γ. Κ., 2)το από 24.1.2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Σ., που ελέγχθηκε από το δασολόγο Κ. Δ. στις 11.2.2008 και συνοδεύει το ανωτέρω απαντητικό έγγραφο, 3)το από 9.6.2006 προηγούμενο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ.
Σ., 4)απόσπασμα του δασικού χάρτη, υπογεγραμμένο από τη δασολόγο Μ. Μ., με βάση το οποίο συντάχθηκε το από 9.6.2006 ανωτέρω τοπογραφικό, 5)απόσπασμα του δασικού χάρτη, κατόπιν της υπ'αριθ.πρωτ.1988/11.7.2006 αίτησής τους προς το Δασαρχείο, και 6)απόσπασμα του δασικού χάρτη, με βάση το οποίο συντάχθηκε το από 24.1.2008 επίσημο τοπογραφικό διάγραμμα.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι φωτογραφίες που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες, αλλά και τα τοπογραφικά διαγράμματα, καθώς και από την εκτίμηση του αριθμού πρωτ.485/11.2.2006 εγγράφου του Δασαρχείου Κασσάνδρας, του από 9.6.2006 τοπογραφικού διαγράμματος του Μ.
Σ. και όλων των λοιπών εγγράφων που προσκομίζονται με επίκληση από τους ενάγοντες για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και δεν είχαν προσκομιστεί στην πρωτόδικη δίκη όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (529 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να κατάληξε, στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, εκ των οποίων μάλιστα, των πιο πάνω με τους αριθμούς 1 και 3, κατά τα προεκτεθέντα, κάνει ειδική μνεία, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία των λοιπών ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη το δικαστικό τεκμήριο (κατ'άρθρο 336 παρ.3 ΚΠολΔ) που συνοδεύει και συνάγεται από το ως άνω υπ'αριθ.485/2008 έγγραφο του Δασαρχείου Κασσάνδρας, δηλαδή, ότι, από τη στιγμή που η έκταση των 441,83 τ.μ.
είναι αγροτική σήμερα (ακριβέστερα κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου στις 11.2.2008) και ήταν αγροτική και το 1945....αποκλείεται να ήταν δασική τόσο πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όσο και κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας ή της εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στη Χαλκιδική (1.2.1914)", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη, γιατί πλήττει αποκλειστικά την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25.10.2011 αίτηση για αναίρεση της 139/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους αναιρεσείοντες, α)Κ. Θ. του Β. και της Γ. και )Β. Θ. του Θ. και της Π.
Απορρίπτει την ίδια αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες α)Σ. Α. Χ. Δ. - Ν., το γένος Β. και Γ. Θ., )Μ. Μ. του Β. και της Η. και )Ι. Α. του Δ. - Ν. και της Σ.
Καταδικάζει τους αμέσως πιο πάνω τρείς αναιρεσείοντες να καταβάλουν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ