Legislator Case Law & Legislation
1100/2013 AI generated

Supreme Court dismisses OGA's appeal, upholding equal pay ruling against public servant discrimination.

Case Number 1100/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Organization of Agricultural Insurance's (OGA) appeal against the First Instance Court's decision awarding €1,755 to a female public servant. The court found that the First Instance correctly applied constitutional principles of equality and equal pay, ruling that the OGA's partial payment scheme discriminated against the plaintiff compared to her male colleagues. Consequently, the appeal was dismissed, and the OGA was ordered to pay the legal costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 22 of the Constitution; The principle of equality and equal pay for equal work prohibits discriminatory treatment of public servants based on gender when the same statutory conditions apply to all employees.

Keywords

AI generated
constitutional equality equal pay discrimination public servant benefits gender-based disparity OGA agricultural insurance administrative appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of the Constitution
Ακόμη δε και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων με το άρθρο 28 § 4 του Ν.
Article 22 of the Constitution
Article 14 of Law 3016/2002
Article 560 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 16 No. 5 of Law 4169/1961

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1100 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1100/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΟΓΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Κανελλοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζύγου Γ. Χ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Γερασίμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 790/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4452/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/12/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης, από 29/12/2011 αιτήσεως του Ο.Γ.Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4452/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 §1 του Συντ. η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, .τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 §4 και 120 §2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δε δεν αντίκειται στο αρθρ. 80 §1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 13 §1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του αρθρ. 13 του Ν.2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν.2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του αρθρ. 14 §2 του Ν.3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του αρθρ. 13 του Ν.2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν.2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Oλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 και 1 του Ν.3029/2002 ,καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7- 2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κυήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Εξάλλου, με το αρθρ. 24 §2 του Ν.3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε: μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του αρθρ. 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.

και αρθρ. 28 §4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ` εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν.3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εφεσίβλητη, προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο - εκκαλούν με την με αριθμό 352/21-11/1969 απόφαση του Διοικητή αυτού, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως τακτική υπάλληλος, και εν συνεχεία συνταξιοδοτήθηκε από το εφεσίβλητο - εκκαλούν από 1-4-2006 με την υπ' αριθμ. 10621 1/15-2-2006 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου.

Υπαγόταν για το χρονικό διάστημα που συνδέετα με το εναγόμενο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1997 και εντεύθεν με τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με τον Ν. 3205/2003. Με την υπ' αριθμ. 2/3 9093/0022/5-9-2002 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 3016/2002, το εναγόμενο χορήγησε στους υπαλλήλους του, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα , την ένδικη μισθολογική παροχή κλιμακωτά, ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους και δη με 0 έτη υπηρεσίας 176 ευρώ, με 2 έτη, 176 ευρώ, με 5 έτη 161 ευρώ, με 8 έτη 147 ευρώ, με 11 έτη 135 ευρώ, με 14 έτη 123 ευρώ, με 17 έτη 112 ευρώ, με 20 έτη 100 ευρώ, με 23 έτη 88 ευρώ, με 26 έτη 73 ευρώ, με 29 έτη 59 ευρώ και με 33 έτη 59 ευρώ.

Έτσι, στην ενάγουσα, χορηγήθηκε ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας της μέρος μόνον της επιδίκου παροχής, ύψους 59 ευρώ. Η μη χορήγηση όμως εξ ολοκλήρου της ένδικης μισθολογικής παροχής του άρθρο 14 του Ν.3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, το είδος της εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων, συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος).

Ακόμη δε και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων με το άρθρο 28 § 4 του Ν. 3205/2003, η ένδικη μισθολογική παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις κατά τα προβλεπόμενα από την ίδια διάταξη".

Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσόν των 1755 ευρώ". Έτσι, όπως έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 3016|2002, 4 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά εφήρμοσε, βάσει της περί ισότητας συνταγματικής αρχής, σύμφωνα με την οποία ήταν ανεπίτρεπτη η διαφορετική αντιμετώπιση της αναιρεσίβλητης έναντι των λοιπών συναδέλφων της, ως προς την καταβολή του επιδίκου επιδόματος και ειδικότερα, ως προς το ύψος αυτού. Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό, για τον υπολογισμό της οποίας θα ληφθεί υπόψη η διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 3693|1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 5 του Ν. 4169|1961, "Περί Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2011 αίτηση του Ο.Γ.Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ, 4452|2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ