Legislator Case Law & Legislation
1100/2011 AI generated

1100/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1100/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Νοεμβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 965/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6661/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1100/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠλΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση .

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1100 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1100/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ροΐδη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Φ. του Ζ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Νοεμβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 965/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6661/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 26 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης όπως ο πρώτος προβάλλεται και συμπληρώνεται και με την παρούσα και ν' απορριφθούν οι λοιποί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής κατά την απόκτηση της επιταγής ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη. Από τη διάταξη αυτή που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ' εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων, από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής, αφενός τελούσε σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν απ' αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠλΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση .

Στην προκειμένη περίπτωση στο δικόγραφο της ανακοπής εξέθεσε η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη σε σχέση με τον γενόμενο δεκτό λόγο από τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τα εξής: Ότι και οι τρεις επιταγές που εξέδωσε αυτή σε διαταγή της και τις οπισθογράφησε στον Χ. Μ. με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης αντίστοιχα 20-5-2005, 18-6-2005 και 18-7-2005 ήταν επιταγές ευκολίας προς αυτόν (Χ.

Μ.) και μεταχρονολογημένες. Ότι οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν στην καθής σύμφωνα με την τεθείσα επί του σώματος της επιταγής σφραγίδα αντίστοιχα στις 7-1-2005, 21-1-2005 και 21-1-2005. Ότι η καθής γνώριζε ότι επρόκειτο για μεταχρονολογημένες επιταγές, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι απεδέχθη τον κίνδυνο που συνεπάγεται η κυκλοφορία της μεταχρονολογημένης επιταγής και ότι με τις από 18-5-2005, 17-6-2005 και 11-7-2005 έγγραφες δηλώσεις της προς την καθής η ανακοπή είχε προβεί σε ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών λόγω του επισυμβάντος στις 2/3-4-2005 αδόκητου θανάτου του προαναφερθέντος Χ.

Μ. και ότι παρά το γεγονός αυτό η καθής προέβη στην εμφάνιση των επιταγών στη πληρώτρια Τράπεζα και στην έκδοση στη συνέχεια λόγω της μη πληρωμής της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι οι τρεις μεταχρονολογημένες ως άνω επιταγές ήταν ευκολίας προς τον Χ.

Μ. και ότι η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα δια του αρμοδίου υπαλλήλου της διευθυντή του υποκαταστήματος Περιστερίου, στον οποίο εμφανίστηκαν προς πληρωμή οι επιταγές και σφραγίστηκαν γνώριζε κατά την οπισθογράφησή τους προς αυτή ως αξία ενεχύρου ότι οι επιταγές αυτές ήταν επιταγές ευκολίας και ότι ενήργησε με προφανή πρόθεση να βλάψει την ανακόπτουσα - εκδότρια αφού σε διαφορετική περίπτωση, οι επιταγές αυτές δεν θα ήταν δυνατόν να εισπραχθούν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε απορρίψει ως αόριστη την ανακοπή κατά το σχετικό λόγο, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η καθής η ανακοπή κατά το χρόνο που απέκτησε τις ως άνω τραπεζικές επιταγές γνώριζε ότι αυτές, ήταν επιταγές ευκολίας και ενήργησε έτσι για να βλάψει την ανακόπτουσα εκδότρια, έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχουν προταθεί με το δικόγραφο της ανακοπής.

Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο οποίος και παραδεκτά προτείνεται αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια τη προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ) είναι βάσιμος.

Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο αυτό λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6661/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ