1100/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1100/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 515 εδ. α', 516, 518, 535, 543, 550 ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν τον ν.3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 337,362, 382 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος (ακινήτου) χωρίς νομικά ελαττώματα και έχοντος τις συμφωνημένες ιδιότητες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1100 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1100/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σακελλαρίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ..., 7. Ψ7, κατοίκου ..., 8. Ψ8, κατοίκου ..., 9. Ψ9, κατοίκου ... και 10. Ψ10, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2007 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-4-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 5-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., και .../2009 εκθέσεις των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών Αθηνών ... (οι δύο πρώτες), Κορίνθου ... (η πέμπτη) και Θεσπρωτίας ... (οι λοιπές), τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (18.1.2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, με εντολή του νομίμως παρισταμένου πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων. Επομένως, αφού, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο έστω με δήλωση, κατά του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 515 εδ. α', 516, 518, 535, 543, 550 ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν τον ν.3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 337,362, 382 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος (ακινήτου) χωρίς νομικά ελαττώματα και έχοντος τις συμφωνημένες ιδιότητες.
Ως νομικό ελάττωμα του πράγματος νοείται κάθε επ' αυτού δικαίωμα τρίτου, ως έλλειψη δε συμφωνημένης ιδιότητας νοείται και η κατ' εμβαδόν έλλειψη του πωληθέντος, ανεξαρτήτως τυχόν δικαιώματος τρίτου. Αν το πράγμα έχει νομικό ελάττωμα κατά την προαναφερόμενη έννοια ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής δικαιούται, εκτός των άλλων, κατ' επιλογή, να ζητήσει αποζημίωση από τον πωλητή για ολική ή μερική μη εκπλήρωση της συμβάσεως, και πριν ακόμη χωρήσει εκνίκηση.
Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, κάθε ζημία (θετική ή αποθετική) που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας της αθετήσεως της προαναφερόμενης υποχρεώσεως του πωλητή, συνίσταται δε η θετική ζημία του αγοραστή στη διαφορά της περιουσιακής κατάστασής του, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν ο πωλητής είχε εκπληρώσει την υποχρέωση του να μεταβιβάσει σ' αυτόν το πράγμα χωρίς το νομικό ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας και εκείνης που υπάρχει εξ αιτίας της μη εκπλήρωσης, εν όλω ή εν μέρει της, της υποχρεώσεως του πωλητή, κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, και επομένως περιλαμβάνει την αξία της μη εκπληρωθείσας παροχής (οφειλή αξίας), που μπορεί να είναι ανώτερη του καταβληθέντος τιμήματος, καθώς και τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής.
Στην περίπτωση αυτή, για την αποτίμηση της ζημίας του αγοραστή και τον καθορισμό του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης, δεν έχει σημασία η τυχόν υποτίμηση του νομίσματος από του χρόνου υπερημερίας του πωλητή μέχρι εκείνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής, ώστε να επιβάλλεται η αναπροσαρμογή της παροχής του οφειλέτη πωλητή κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, διότι κατά τον χρόνο αποτίμησης της παροχής αυτής ο δανειστής (αγοραστής) δεν βλάπτεται από την τυχόν υποτίμηση του νομίσματος, αφού η οφειλόμενη παροχή (πράγμα χωρίς νομικό ελάττωμα ή με τη συμφωνημένη ιδιότητα) δεν είναι χρηματική, αλλά απλώς αποτιμάται σε χρήμα για τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης.
Η ευθύνη του πωλητή για το νομικό ελάττωμα είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τη γνώση ή την -έστω ανυπαίτια-άγνοια αυτού περί της υπάρξεως του. Μόνο η θετική γνώση του αγοραστή για το νομικό ελάττωμα κατά τον χρόνο της συνάψεως της πωλήσεως επιφέρει, κατά το άρθρο 515 εδ. α' ΑΚ, απαλλαγή του πωλητή από την εν λόγω ευθύνη του, ενώ δεν αρκεί ούτε η -έστω και- υπαίτια άγνοια του αγοραστή.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος συναφώς λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), με την αγωγή τους κατά του αρχικώς εναγομένου, εκθέτουν ότι το έτος 1979, δυνάμει του αναφερόμενου σ' αυτή συμβολαίου πωλήσεως ακινήτου, νομίμως μεταγραφέντος, αγόρασαν από τον εναγόμενο και παρέλαβαν στη σύννομη και συγκατοχή τους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το περιγραφόμενο στην αγωγή, λεπτομερώς κατά θέση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, ακίνητο (αγροτεμάχιο), εμβαδού, όπως υποσχέθηκε ο πωλητής, 2.019,50 τ.μ.
Το εν λόγω ακίνητο, κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και παράδοσής του στους αγοραστές, είχε νομικό ελάττωμα, διότι τμήμα αυτού εμβαδού 295,40 τ.μ. δεν ήταν της κυριότητας του εναγόμενου πωλητή, αλλά της θυγατρός του ..., στην οποία ο πωλητής πατέρας είχε μεταβιβάσει το τμήμα αυτό το έτος 1977 λόγω προικός, με το υπ' αριθμ. .../1977 συμβόλαιο της παραπάνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος και η οποία με αίτηση της ασφαλιστικών μέτρων νομής από 03.11.2004 ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του εν λόγω τμήματος.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, οι ενάγοντες, ισχυριζόμενοι περαιτέρω ότι λόγω του άνω νομικού ελαττώματος του πωληθέντος ζημιώθηκαν κατά την αξία του εν λόγω τμήματος των 295,40 τ.μ, ανερχόμενη στο ποσό των 118.160 ευρώ, ζήτησαν να καταδικασθεί ο εναγόμενος πωλητής να τους καταβάλει ως αποζημίωση το ήμισυ του άνω ποσού στον καθένα, επικουρικώς δε ζήτησαν την καταβολή του ποσού αυτού, μετ' αναπροσαρμογή του καταβληθέντος γι' αυτό τιμήματος (1.301,54 ευρώ), λόγω του ότι από του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης αγοραπωλησίας μέχρι την άσκηση της αγωγής, συνεπεία της αύξησης του τιμαρίθμου και υποτίμησης της δραχμής, το ποσό του καταβληθέντος για το τμήμα αυτό τιμήματος αντιστοιχεί στο αιτούμενο με την αγωγή ως άνω ποσό αποζημίωσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατ' αποδοχή της έφεσης των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) των οποίων η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως κατ' αποδοχή ένστασης εικοσαετούς παραγραφής από το άρθρο 249 ΑΚ που προέβαλε ο εναγόμενος, δέχθηκε τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Με το υπ' αριθμ. .../1979 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Αθηνάς Ζήγου, νομίμως μεταγραφέντος, ο εναγόμενος πώλησε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους ενάγοντες ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., εμβαδού 2.019,50 τ.μ., όπως το πωλούμενο εμφαίνεται στο από Αυγούστου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού μηχανικού ..., αντί τιμήματος 3.032.000 δρχ., με το συμβόλαιο δε αυτό ο εναγόμενος πωλητής ανέλαβε την υποχρέωση, όπως, σε περίπτωση που η πωλούμενη έκταση ήταν ελλιπής, συμπληρώσει αυτή από την παρακείμενη ιδιοκτησία του.
Οι ενάγοντες αγοραστές, που παρέλαβαν το πωληθέν κατά τη σύναψη της σύμβασης, διαπίστωσαν κατά το έτος 1987 ότι αυτό ήταν μικρότερης έκτασης από εκείνη που αναγράφετο στο συμβόλαιο, κατά 295,40 τ.μ., και με αγωγή τους εναντίον του πωλητή ζήτησαν να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως να τους μεταβιβάσει την ελλείπουσα έκταση από την παρακείμενη όμορη ιδιοκτησία του, πλην όμως η εκδοθείσα επί της αγωγής εκείνης τελεσίδικη απόφαση δεν κατέστη δυνατό να εκτελεσθεί, διότι η παρακείμενη ιδιοκτησία του πωλητή είχε μεταβιβασθεί από αυτόν κατά το έτος 1977, λόγω προικός στη θυγατέρα του ..., η οποία κατά το έτος 2004 με αίτηση της εναντίον των εναγόντων ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής για το τμήμα των 295,40 τ.μ., το οποίο αυτοί επεχείρησαν να μπαζώσουν.
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, δεχθέν ότι το ως άνω ακίνητο είχε νομικό ελάττωμα ως προς το παραπάνω τμήμα, το οποίο, κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και παράδοσης του πωληθέντος στους αγοραστές, δεν ανήκε στην κυριότητα του εναγόμενου πωλητή, έκρινε ότι για το τμήμα αυτό ο τελευταίος δεν εκπλήρωσε την συμβατική του υποχρέωση να το μεταβιβάσει ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου και υποχρεούται να αποζημιώσει τους ενάγοντες με το ποσό των 1.301,55 ευρώ που κατέβαλαν σ' αυτόν ως τίμημα για την αγορά του, καταδίκασε δε τους κληρονόμους του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος εναγομένου να καταβάλουν το άνω ποσό στους ενάγοντες, ο καθένας κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330§1, 335, 380, 382, 513, 514 και 516 ΑΚ, αναφορικώς με τον χρόνο βάσει του οποίου υπολόγισε τη ζημία των εναγόντων (αναιρεσειόντων) και εντεύθεν με το μέγεθος αυτής (ζημίας). Ειδικότερα, με βάση τις εκτεθείσες πραγματικές του διαπιστώσεις και ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για νομικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος ακινήτου (δεν διαφοροποιείται κατά νόμο ο τρόπος υπολογισμού της ζημίας), αποκαταστατέα ζημία, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, δεν είναι το εκ 1.301,55 ευρώ μέρος του καταβληθέντος τιμήματος που αναλογεί στα 295,40 μ2 του ελλείποντος τμήματος, αλλά η αγοραία αξία του εδαφικού αυτού τμήματος κατά τον χρόνο της ενώπιον του πρωτοδικείου συζητήσεως της αγωγής ή κατά τον τυχόν διαλαμβανόμενο στην αγωγή προγενέστερο χρόνο (λ.χ.
της ασκήσεως της αγωγής), υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην περίπτωση αν η εν λόγω αξία είναι μικρότερη εκείνης του χρόνου συζητήσεως της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 118/2007 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει τη υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ