Legislator Case Law & Legislation
1100/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employment contract termination and employer succession rules.

Case Number 1100/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding his employment contract termination. The appellant argued that his contract should have been governed by the bank's personnel regulations, but the lower court found no evidence of a specific agreement incorporating these terms upon his transition to permanent staff. The court upheld the lower court's ruling, confirming that without explicit agreement, the original fixed-term contract terms apply and the employer's identity change does not automatically alter the contract's nature.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para.1 Law 2112/1920; Art. 9 para.1 Decree 16/1920; Art. 9 para.1 Law 3514/1928; Art. 3 para.2 Decree 572/1988: A change in employer identity does not affect the application of provisions favorable to the employee, and without specific agreement, the original contract terms remain valid despite the new employer's succession.

Keywords

AI generated
employment contract termination employer identity change fixed term contract personnel regulations labor law succession contract incorporation employee rights protection

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para.1 Law 2112/1920
Art. 9 para.1 Decree 16/1920
Art. 9 para.1 Law 3514/1928
Art. 3 para.2 Decree 572/1988
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1100 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1100/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό - Ανδρόνικο Βλαστό, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 13-2-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "EFG Eurobank - Ergasias Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Δαούτη και Δημήτριο Ζερδελή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1996/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7875/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2007 αίτησή του και τους από 17-7-2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και εκείνων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, η οποία επέρχεται οπωσδήποτε, δεν επηρεάζει καθόλου την εφαρμογή των διατάξεων υπέρ του υπαλλήλου του νόμου αυτού. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του Β.Δ. 16/-18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3514/1928. Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική δραστηριότητα αυτής, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες με τον προηγούμενο εργοδότη εργασιακές σχέσεις. Το εν λόγω αποτέλεσμα επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων.

Συνεπώς, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες έννομες σχέσεις, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών, ενώ με την καθιέρωση της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως διασώζεται αυτή ως προς όλο το περιεχόμενό της, η δε ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του Ν.2112/1920 διασφαλίζει τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτερεύσεως της θέσεως των μισθωτών.

Εξάλλου, στην ειδική περίπτωση της μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και της διαδοχής εργοδοτών, που επέρχονται διά της συγχωνεύσεως των εταιριών με απορρόφηση (άρθρ. 68 επ. Π.Δ. 498/1987), οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, τις οποίες είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες, δεν λύονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, που, ως διάδοχος εργοδότρια, υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων εταιριών, ως δικαιοπαρόχων εργοδοτριών.

Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1-2 του Π.Δ. 572/1988, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων, η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

Μετά τη μεταβίβαση αυτή οι ειδικές ΣΣΕ του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955, που αντιστοιχούν στις επιχειρησιακές ΣΣΕ του ισχύοντος Ν. 1876/1990 και συνδέονται από τη φύση τους με μία επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αφού αφορούν τους εργαζομένους συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως ή επιχειρήσεως (άρθρ. 3 παρ.1γ του Ν. 1876/1990), λήγουν είτε ταυτόχρονα με τη λήξη του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτών, είτε με την καταγγελία τους, ως αόριστης διάρκειας, από την απορροφώσα εταιρία μετά την παρέλευση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος τους, ενώ πριν από την πάροδο ενός έτους ή πριν από τη λήξη τους μπορούν να καταγγελθούν, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες, που υπήρχαν κατά την υπογραφή τους (άρθρ.12 παρ. 1-2 του Ν. 1876/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων στις 3-8-1981 προσλήφθηκε από την Τράπεζα Εργασίας με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλός της. Η σύμβαση αυτή κατά τη λήξη της ανανεώθηκε για ένα ακόμη εξάμηνο και στη συνέχεια ο αναιρεσείων εντάχθηκε με προφορική συμφωνία στο τακτικό προσωπικό της εν λόγω Τράπεζας, ενώ η σύμβαση εργασίας του διεπόταν πλέον από τους όρους του Κανονισμού του προσωπικού αυτής, που θεσπίσθηκε με την καταρτισθείσα μεταξύ της Τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ, η οποία κατατέθηκε αρμοδίως στις 17-2-1978.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 7-9-2000 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση της Τράπεζας Εργασίας με απορρόφησή της από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό υπεισήλθε αυτοδικαίως, καθόσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, στη θέση της εργοδότριας του αναιρεσείοντος ως άνω Τράπεζας.

Έτσι, ο τελευταίος μετά τις 7-9-2000 εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη νέα εργοδότριά του, δυνάμει της συμβάσεως εργασίας, που είχε συνάψει με την αρχική εργοδότριά του και με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμβάσεως αυτής. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη μετά την απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας βρέθηκε με δύο διαφορετικούς κανονισμούς και με προσωπικό, το οποίο υπαγόταν σε δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα, αφού οι εργαζόμενοι σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση συνδέονταν μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ οι εργαζόμενοι πριν τη συγχώνευση στην Τράπεζα Εργασίας συνδέονταν πλέον με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Το καθεστώς αυτό δημιούργησε ανισότητες μεταξύ του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, αφού οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων, που προέρχονταν από την Τράπεζα Εργασίας, μπορούσαν να καταγγελθούν, ως ορισμένου χρόνου, μόνο για σπουδαίο λόγο, ενώ οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση μπορούσαν να καταγγελθούν, ως αορίστου χρόνου, χωρίς κανένα λόγο.

Οι εν λόγω ανισότητες είχαν δυσμενείς συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ του προσωπικού αυτής και στην εύρυθμη λειτουργία της. Προς αποτροπή των δυσμενών αυτών συνεπειών η αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Εργασίας, στις 12-9-2000 προέβη στην καταγγελία της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, με βάση την οποία είχε θεσπισθεί ο εσωτερικός κανονισμός προσωπικού, προς το σκοπό, ύστερα από διαπραγματεύσεις, να συναφθεί νέα ΕΣΣΕ, με την οποία θα θεσπιζόταν νέος εσωτερικός κανονισμός-οργανισμός ενιαίος για το σύνολο του προσωπικού αυτής.

Με την επίδοση κατά την αυτή ημερομηνία προς το "Σωματείο Εργαζομένων Τραπεζικής Επιχείρησης EFG EUROBANK" προσκλήσεως για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς σύναψη νέας ΣΣΕ προς κατάρτιση νέου εσωτερικού κανονισμού καταγγέλθηκε και η ΣΣΕ, με την οποία είχε καταρτισθεί ο εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσίβλητης πριν από τη συγχώνευσή της με την Τράπεζα Εργασίας.

Με το εν λόγω σωματείο, που ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό επιχειρησιακό σωματείο στο χώρο της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, η τελευταία υπέγραψε τελικά την από 12-9-2000 ΕΣΣΕ, με την οποία θεσπίσθηκε ο νέος εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού αυτής και η οποία κατατέθηκε αυθημερόν στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Έτσι, μετά την κατάρτιση του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας, ο οποίος ρυθμίζει αποκλειστικά όλα τα θέματα, που αφορούν τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης με το προσωπικό της, έπαυσε πλέον η ισχύς των παλιών εσωτερικών κανονισμών, ήτοι και εκείνου που ίσχυε μέχρι τότε στην Τράπεζα Εργασίας. Με τη λήξη της ισχύος της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών όρων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο όρος του άρθρου 21 αυτής, κατά τον οποίο οι συμβάσεις εργασίας του άρρενος προσωπικού έληγαν με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ενώ με το άρθρο 19 του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας ορίσθηκε πλέον ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της τράπεζας είναι και οι υπάρχουσες καθίστανται αορίστου χρόνου.

Η νέα ΕΣΣΕ αφορά και δεσμεύει πλέον και όλους τους μισθωτούς της Τράπεζας Εργασίας , έστω καν αν περιέχει δυσμενέστερους όρους για το προσωπικό αυτής, εφόσον βέβαια με την ατομική σύμβαση εκάστου εργαζομένου στην τελευταία δεν είχε γίνει ειδική και ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ως άνω από 20-1-1978 εδικής ΣΣΕ.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 19-11-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής σ' αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημιώσεως, λόγω προώρου λύσεως της εργασιακής του σχέσεως με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα μετά τη συμπλήρωση σ' αυτή 15ετούς υπηρεσίας με καταγγελία του, γεγονός που είχε καταστεί όρος της ατομικής του συμβάσεως και εντεύθεν μετατροπής αυτής από την αρχή σε αορίστου χρόνου, συνεπεία πληρώσεως της ενυπάρχουσας στον Οργανισμό Προσωπικού της αρχικής εργοδότριάς του σχετικής διαλυτικής αιρέσεως, ως εκ του ότι υπήρχε δεσμευτικώς για την αναιρεσίβλητη η συγκατάθεσή της εκ των προτέρων για την καταγγελία της συμβάσεως από μέρους αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η ανωτέρω από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα πριν από την πάροδο ενός έτους από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της ή πριν από τη λήξη της, ώστε να απαιτείται για την καταγγελία της σημαντική μεταβολή των συνθηκών, που υπήρχαν κατά την υπογραφή της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 2 παρ.1-2 του Π.Δ. 156/1994, που εκδόθηκε προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14-10-1991, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον εργαζόμενο τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας. Η δε πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστο α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχειρήσεως ή τη διεύθυνση της κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχολήσεώς του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία ενάρξεως της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της άδειας με αποδοχές, που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορηγήσεώς της, στ) το ύψος της αποζημιώσεως, που οφείλεται και τις προθεσμίες, που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με τη ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές, που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα της καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχολήσεως του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης, που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου.

Ο σκοπός του ανωτέρω Π. Δ/τος, όπως σαφώς και ευθέως συνάγεται από το άρθρο 1 αυτού, σχετίζεται με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως καθορίζονται από το νόμο ή την ατομική μεταξύ αυτών συμφωνία, ενώ δεν επιβάλλει τούτο στον εργοδότη οποιουσδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιασδήποτε μεταβολή των υφισταμένων.

Έτσι, η υποχρέωση αυτή του εργοδότη αφορά την υπάρχουσα ήδη νομική κατάσταση της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία, αφού το εν λόγω διάταγμα δεν αποτελεί πηγή δικαίου, αλλ' έχει απλά ενημερωτικό χαρακτήρα.

Συνεπώς, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους συγκεκριμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του μισθωτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημερώσεως συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ, που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της εν λόγω ΣΣΕ και όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας του μισθωτού.

Όμως δεν αποκλείεται με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις να συνάγεται βούληση των μερών για ενσωμάτωση των όρων της συγκεκριμένης ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση του εργαζομένου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω τα εξής Ο αναιρεσείων μετά την απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας από την αναιρεσίβλητη συνέχισε να προσφέρει κανονικά την εργασία του στην τελευταία, ως διάδοχο εργοδότρια, ενώ εξακολούθησαν να έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας του οι κανονιστικοί όροι του καταργηθέντος ως άνω Κανονισμού της Τράπεζας Εργασίας.

Όμως μετά τη θέση σε ισχύ του θεσπισθέντος με τη νέα ΕΣΣΕ Κανονισμού του προσωπικού της αναιρεσίβλητης η εν λόγω ατομική σύμβαση εργασίας διεπόταν πλέον από τους όρους του νέου Οργανισμού, έστω και αν περιείχε δυσμενέστερους όρους, από εκείνους του καταργηθέντος παλιού Οργανισμού, αφού, οι κανονιστικοί όροι της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ δεν είχαν ενσωματωθεί αυτοδικαίως στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, αλλ' ούτε είχαν ενσωματωθεί σ' αυτή είτε με την αρχική σύμβαση, είτε με άλλη νεότερη, τροποποιητική της αρχικής, συμφωνία.

Έτσι, με τη λήξη της ισχύος της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ και την αντικατάστασή της από το νέο Οργανισμό του προσωπικού της αναιρεσίβλητης έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς και των κανονιστικών της όρων του άρθρου 21 του Οργανισμού της Τράπεζας Εργασίας, που προέβλεπαν τη λήξη των συμβάσεων εργασίας του άρρενος προσωπικού αυτής με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του και με την καταγγελία της συμβάσεως για σπουδαίο λόγο.

Συνεπώς, η ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος κατέστη αορίστου χρόνου, χωρίς όμως να έχει αυτός πλέον τη δυνατότητα πρόωρης λύσεως αυτής, έχοντας τη δοθείσα εκ των προτέρων συγκατάθεση της εργοδότριας. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων στις 27-8-2003 παραιτήθηκε εγγράφως από την υπηρεσία του, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί από 1-9-2003 τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του, καταγγέλοντας έτσι τη σύμβαση εργασίας του με την αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία αμέσως δήλωσε εγγράφως προς αυτόν την αντίθεσή της στην εν λόγω παραίτησή του, που έγινε αποκλειστικά με δική του πρωτοβουλία και χωρίς προγενέστερη συναίνεσή της. Πράγματι, δεν υπήρξε προγενέστερη, ρητή ή σιωπηρή, συναίνεση ή συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης στην πρόωρη λύση της συμβάσεως αυτού.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι η αρχική εργοδότριά του Τράπεζα Εργασίας στις 22-3-1995 τον ενημέρωσε εγγράφως, σύμφωνα με το Π.Δ. 156/1994, για τους ισχύοντας όρους της συμβάσεως εργασίας του, αναφέροντας ειδικά ότι η λύση της συμβάσεως αυτής, καθώς και η αποζημίωση κατά τη λήξη του χρόνου ισχύος της καθορίζονται από τον Οργανισμό του Προσωπικού της (άρθρα 21 και 22 αυτού) και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Όμως με την ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος δεν υπήρξε ρητή παραπομπή στους ως άνω κανονιστικούς όρους του Οργανισμού της Τράπεζας Εργασίας, η δε έγγραφη ενημέρωση αυτού από την αρχική εργοδότριά του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 156/1994, για την ισχύουσα κατά το χρόνο αυτής συλλογική ρύθμιση, σχετικά με τη λύση της συμβάσεως εργασίας του, δεν κατέστησε αυτοδικαίως τους σχετικούς κανονιστικούς όρους του Κανονισμού και όρους της ατομικής συμβάσεώς του, ακόμη και αν ο ίδιος συμφώνησε με το περιεχόμενο του ενημερωτικού εγγράφου, αφού η ενημέρωση αφορούσε την υπάρχουσα ήδη νομική κατάσταση της συμβάσεως και δεν δημιούργησε από μόνη της άμεσα νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Όμως δεν απαιτείται να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις προσαχθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων μαρτύρων της αναιρεσίβλητης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, ως αποδειχθέντα, χωρίς αποδείξεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον ίδιο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.

αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του το ενημερωτικό σημείωμα του Π.Δ. 156/1994, που είχε εγχειρίσει στον αναιρεσείοντα στις 22-3-1995 η αρχική εργοδότριά του και είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο ίδιος, από το οποίο προέκυπτε ότι με αυτό γινόταν παραπομπή σε συγκεκριμένους όρους της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, που αφορούσαν τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας του, τη λύση αυτής και τη δικαιούμενη, συνεπεία της λύσεώς τους, αποζημίωση και μάλιστα στους όρους των άρθρων 21 και 22 του Κανονισμού της Τράπεζας Εργασίας.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα λεπτομερώς αναφερόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες και εκείνες που μνημονεύονται κατωτέρω, αλλά και το γεγονός ότι το ενημερωτικό αυτό σημείωμα ειδικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με αυτούσια παράθεση μάλιστα μέρους του περιεχομένου του συνάγεται αναμφίβολα ότι τούτο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙV. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στην ερμηνευόμενη μονομερή δικαιοπραξία ή τη σύμβαση αναφορικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Όμως, εφόσον διαπιστώσει τούτο, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως και, αν παραλείψει να το πράξει, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεώς του για παράβαση των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Επίσης, αναιρετέα είναι η απόφαση και στην περίπτωση κατά την οποία, μολονότι το δικαστήριο δέχεται ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία στη δήλωση βουλήσεως, εντούτοις, παρά το γεγονός αυτό, προσφεύγει στις ανωτέρω διατάξεις. Τέλος, αν το δικαστήριο μετά τη διάγνωση κενού ή αμφιβολίας, ως προς τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων, προσφύγει στις διατάξεις αυτές, αλλά με την ερμηνεία παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες, που θέτουν, πρόκειται για θέμα νομικό και η κρίση του αυτή ελέγχεται αναιρετικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, διαπίστωσε στη συνέχεια την ύπαρξη αμφιβολίας σχετικά με το αν η Τράπεζα Εργασίας και ο αναιρεσείων ήθελαν η προαναφερόμενη γνωστοποίηση των όρων, που ίσχυαν για τη σύμβαση εργασίας του τελευταίου, να διατηρήσει τον απλό ενημερωτικό χαρακτήρα της ή, αντίθετα, ήθελαν να ενσωματωθούν έκτοτε σ' αυτή και οι γνωστοποιούμενοι όροι, που δεν είχαν αποτελέσει μέχρι τότε και όρο της ατομικής συμβάσεως εργασίας αυτού.

Ακολούθως, ερμηνεύοντας τούτο τον επίμαχο όρο της συμβάσεως, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και λαμβάνοντας υπόψη ότι α) κατά τη διάρκεια του μεγάλου χρονικού διαστήματος από την πρόσληψη του αναιρεσείοντος μέχρι την κοινοποίηση στον ίδιο του από 22-3-1995 ως άνω ενημερωτικού σημειώματος δεν είχε καταρτισθεί ειδική συμφωνία περί του αν οι συγκεκριμένη κανονιστικοί όροι του από 20-1-1978 Οργανισμού του Προσωπικού της τράπεζας Εργασίας αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας αυτού, β) η ενημέρωση αυτή έλαβε χώρα μικρό χρονικό διάστημα μετά την ισχύ το Π.Δ. 156/1994 (5-7-1994), γ) στο εν λόγω σημείωμα εκτός από τη λύση της συμβάσεως υπήρχε παρόμοια διατύπωση για το είδος και τη διάρκεια της συμβάσεως με αναφορά και πάλι στον ισχύοντα Οργανισμό, καθώς και για τη δικαιούμενη κατ' έτος άδεια με αποδοχές με αναφορά στο Ν. 539/1945 και δ) η ενημέρωση αυτή των εργαζομένων αποτελεί ουσιαστικά απλή δήλωση του εργοδότη, η οποία από το λόγο αυτό ενδέχεται να περιέχει εσφαλμένες πληροφορίες ακόμη και επιζήμιες για τους εργαζόμενους, το Εφετείο στη συνέχεια έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπήρξε βούληση αμφότερων των μερών και ιδίως της Τράπεζας, να αποτελέσουν οι όροι των άρθρων 21 και 22 του Κανονισμού Προσωπικού της Τράπεζας Εργασίας περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, αλλ' αντίθετα η αρχική εργοδότρια αυτού προέβη απλά, συμμορφούμενη με τις διατάξεις του Π.Δ. 156/1994, που είχε τεθεί πρόσφατα σε ισχύ, σε ενημέρωση αυτού για τους ισχύοντας κατά το χρόνο αυτής όρους και συνθήκες εργασίας, όπως καθορίζονταν ήδη από το νόμο και την ατομική σύμβαση εργασίας, αλλά και τον Κανονισμό της Τράπεζας, του οποίου οι όροι ενεργούσαν "έξωθεν", χωρίς να υπάρχει πρόθεση να μεταβληθεί η υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος και χωρίς το ενημερωτικό σημείωμα να αποτελεί πρόταση προς αυτόν για τροποποίηση της υφισταμένης ατομικής συμβάσεως εργασίας του με την ενσωμάτωση σ' αυτή των ανωτέρω όρων.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. , αφού δέχθηκε αφ' ενός μεν ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε αμφίβολα σημεία και ανάγκη ερμηνείας και ορθώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, αφ' ετέρου δε ότι δεν υπήρξε βούληση αμφοτέρων των μερών και ιδίως της τράπεζας Εργασίας, οι ανωτέρω όροι του Κανονισμού του προσωπικού της τελευταίας να αποτελέσουν περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, αποκρούοντας έτσι εκ του πράγματος τον αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

V. Από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ΣΣΕ ή ΔΑ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση. Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν νεότερη χρονικά ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλιότερης τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων).

Συνεπώς, νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ανωτέρω Νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους, εκτός αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως και, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ, που περιέχει δυσμενέστερους όρους από εκείνους της προηγούμενης, που κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού.

Περαιτέρω, υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955 συνήφθη και η από 20-1-1978 ΣΣΕ μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας και του συλλόγου προσωπικού της, η οποία περιείχε τον κανονισμό της Τράπεζας αυτής και ήταν ειδική. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, η οποία να ρυθμίζει τον κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας, συνήφθη εγκύρως και δέσμευε την τράπεζα αυτή και τους εργαζομένους της.

Ο Κανονισμός αυτός της Τράπεζας Εργασίας απέκτησε ισχύ νόμου στις 26-8-1982, οπότε δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 630/26-8-1982 φύλλο της εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Β') η υπ' αριθ. 18.576/12-8-1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας περί κηρύξεως υποχρεωτικής της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ κατά σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.2 του Ν. 3239/1955.

Οι όροι της ειδικής αυτής ΣΣΕ ρύθμιζαν κανονιστικά τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της τράπεζας Εργασίας τόσο κατά τη διάρκεια της ισχύος του Ν. 3239/1955, όσο και κατά τη διάρκεια του ισχύοντος διαδοχικά καθεστώτος του Ν. 1876/1990 (άρθρ. 9 παρ.4 αυτού), υπό το οποίο συνέχισε να ισχύει ως επιχειρησιακή ΣΣΕ και σύμφωνα με τις διατάξεις του κρίνεται η λήξη της ισχύος της.

Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Εργασίας, υπέγραψε με το "Σωματείο Εργαζομένων Τραπεζικής Επιχείρησης EFG EUROBANK", ως το πλέον αντιπροσωπευτικό επιχειρησιακό σωματείο στο χώρο της επιχειρήσεως αυτής (άρθρ. 6 παρ.1-2 του Ν. 1876/1990 και υπ' αριθ. 2/20-2-2001 απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής του Ν. 1264/1982), την από 12-9-2000 επιχειρησιακή ΣΣΕ, με την οποία θεσπίσθηκε ο νέος εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού αυτής, που κατατέθηκε αυθημερόν στην Επιθεώρηση Εργασίας και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ.6, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 του Ν. 1876/1990).

Με το νέο αυτό Οργανισμό Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 20 αυτού, ρυθμίζονται όλα τα θέματα, που αφορούν τις σχέσεις του προσωπικού με την Τράπεζα και καταργούνται όλες οι προηγούμενες ρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Οργανισμός της Τράπεζας Εργασίας, που ίσχυε μέχρι τότε.

Με τη λήξη της ισχύος της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, που επήλθε με καταγγελία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών όρων αυτής, ενώ με τη σύναψη κατά το νόμο της από 12-9-2000 νέας ΕΣΣΕ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε η ως άνω από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ και έτσι η νέα ΕΣΣΕ αφορά και δεσμεύει πλέον και όλους τους μισθωτούς της τράπεζας Εργασίας, έστω και αν αυτή περιέχει δυσμενέστερους όρους για το προσωπικό της τελευταίας Τράπεζας, εφόσον βέβαια με την ατομική σύμβαση εκάστου εργαζομένου στην εν λόγω Τράπεζα δεν είχε γίνει ειδική και ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ και η από 12-9-2000 επιχειρησιακή ΣΣΕ είναι του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και η νεότερη κατήργησε την προηγούμενη, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις, μη εφαρμοζομένης της διατάξεως του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 1876/1990 και επιπλέον, όπως προκύπτει από την απόφαση, με την ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος δεν έγινε παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της από 20-1-1978 ΣΣΕ, ώστε να καταστούν αυτοί περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως.

Άρα, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η κήρυξη υποχρεωτικής με την υπ' αριθ. 18.576/12-8-1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ δεν αποτελεί, πράγμα με την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά νομικό επιχείρημα του αναιρεσείοντος προς θεμελίωση των απόψεών του.

Ακόμη, ο αυτός λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, της αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. χωρίς να εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά, που τον θεμελιώνουν.

VI. Kατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του αυτού Νόμου.

Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με την παροχή στους αποχωρούντας, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους, μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αν όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατά το προϊσχύσαν του Ν. 1876/1990 νομικό καθεστώς (άρθρ. 1 του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα Ν.Δ. 3755/1957 και 186/1969), ρύθμιζαν τις συνθήκες, την αμοιβή και τους ;oroyw της εργασίας, μεταξύ των οποίων και τους αναγόμενους στην επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία των εργαζομένων, με την προϋπόθεση ότι τα θέματα αυτά δεν ρυθμίζονταν αποκλειστικά από άλλες διατάξεις.

Οι συλλογικές αυτές συμβάσεις δέσμευαν κατ' αρχή τα μέλη των συμβληθεισών επαγγελματικών οργανώσεων, εφόσον όμως είχαν υπογραφεί ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ή του οργάνου που αυτός είχε εξουσιοδοτήσει ή είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές με απόφαση του ίδιου Υπουργού δέσμευαν όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, το οποίο αφορούσαν, στην περιοχή όπου ίσχυαν αυτές (άρθρ. 5 παρ.2 του Ν. 3239/1955 και ήδη άρθρ. 11 παρ.2 του Ν. 1876/1990).

Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, ως περιέχουσες κανονιστικές διατάξεις, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζομένου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας, που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.3 του Ν. 2224/1994, αποτελούν υποχρεωτικά περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού, ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο Κανονισμό, περιέχει κάθε όρο, που προβλέπεται στον τελευταίο.

Το αυτό ισχύει και καθόσον αφορά τους όρους του Κανονισμού Προσωπικού, που καταρτίσθηκε υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 1 επ. του Ν. 3239/1955 και εφαρμόζεται με ισχύ νόμου και συνεπώς, οι όροι αυτοί αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, η δε σύμβαση του προσχωρούντος σε τέτοιο Κανονισμό μισθωτού, περιέχει κάθε όρο, που προβλέπεται στον τελευταίο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής: Ο αναιρεσείων στις 3-8-1981 προσλήφθηκε από την Τράπεζα Εργασίας με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλός της. Η σύμβαση αυτή κατά τη λήξη της ανανεώθηκε για ένα ακόμη εξάμηνο και στη συνέχεια ο αναιρεσείων εντάχθηκε με προφορική συμφωνία στο τακτικό προσωπικό της εν λόγω Τράπεζας, ενώ η σύμβαση εργασίας του διεπόταν πλέον από τους όρους του Κανονισμού του προσωπικού αυτής, που θεσπίσθηκε με την καταρτισθείσα μεταξύ της Τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ, η οποία κατατέθηκε στις 17-2-1978 στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού αυτού, η σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου με την Τράπεζα λύεται μόνο α) με το θάνατο του υπαλλήλου, β) αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 60ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, γ) με την αυθαίρετη απουσία περισσότερο από τριάντα συνεχείς ημέρες, οπότε θεωρείται ότι παραιτήθηκε με τη θέλησή του και, σε περίπτωση ασθενείας, όταν υπερβαίνει τα οριζόμενα από το νόμο όρια απουσίας, δ) με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 Α.Κ.

Με τη λήξη, της συμβάσεως καταβάλλεται και η προβλεπόμενη από το επόμενο άρθρο αποζημίωση, οι δε εν λόγω υπάλληλοι παραμένουν έξω από την επετηρίδα της Τράπεζας. Σύμφωνα με την κανονιστική αυτή ρύθμιση του ως άνω Κανονισμού, η σύβαση εργασίας του αναιρεσείοντος με την αρχική εργοδότριά του ήταν ορισμένου χρόνου, ενώ δεν αποδείχθηκε ειδική συμφωνία μεταξύ αυτών, που να καταρτίσθηκε κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της Τράπεζας προς ενσωμάτωση στην ατομική σύμβαση εργασίας του των ανωτέρω κανονιστικών όρων, αλλ' ούτε αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε αργότερα μεταξύ αυτών άλλη ατομική, έγγραφη ή προφορική, σύμβαση ή, έστω, τροποποιητική της αρχικής συμβάσεως με παρόμοιο ως άνω περιεχόμενο.

Έτσι δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων δεν προσχώρησε στον ανωτέρω Κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας, που απέκτησε ισχύ νόμου στις 26-8-1982 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας περί κηρύξεως υποχρεωτικής της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.2 του Ν. 3239/1955. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε το Εφετείο ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-2-2007 αίτηση και τους από 17-7-2007 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 7875/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ