Supreme Court partially allows appeal for lack of specific reasoning regarding drug addiction claim rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a five-member court of appeals decision. The defendant argued that the lower court rejected his claim of drug addiction without providing specific reasoning, violating Article 510 of the Code of Criminal Procedure. The court found this specific omission constituted a ground for annulment, while rejecting other arguments regarding evidence rules and statutory interpretation. Consequently, the decision was annulled only regarding the rejection of the addiction claim and sentencing, with the case remitted for a new hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A conviction judgment must contain specific and detailed reasoning regarding the rejection of independent claims, such as drug addiction, and failure to do so constitutes a ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1100 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1100/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στρατή, περί αναιρέσεως της 5/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22-9-2005 αίτηση του αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1703/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση. Ιδιαίτερη επίσης αιτιολόγηση απαιτείται, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών.
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής του άρθρου 13 παρ.1 του ν.1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν.2161/1993.
πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισσας, που την εξέδωσε, αφού έλαβε υπόψη του τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι δύο κατηγορούμενοι είναι γνωστοί μεταξύ τους και μένουν στον ..... Στις 24 Μαϊου 2002 ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ1 τηλεφώνησε στον πρώτο κατηγορούμενο, Χ2, και του ζήτησε να τον πάει στον ....., προκειμένου να παραδώσει σε κάποια γυναίκα, πελάτισσά του, ονόματι ...., κηπευτικά παραγωγής του. Καθ' οδόν, πλησίον του Νοσοκομείου Λάρισας, πήραν μαζί τους κάποιον Αλβανό, του οποίου τα στοιχεία δεν έχουν διακριβωθεί και πήγαν στη .....
Εκεί άφησαν τον Αλβανό. Ακολούθως, στην επιστροφή ο Αλβανός έφερε 3.934 γραμμάρια αποξηραμένης ινδικής καννάβεως και τα παράδωσε σ' αυτούς, με τη συμφωνία να του καταβάλουν το τίμημα αργότερα, αφού πουλούσαν σε τρίτους την κάνναβη. Στη συνέχεια, πήγαν στον ... και άφησαν τα ναρκωτικά στο σπίτι του Χ2 και μετά πήγαν στον ...., παρέδωσαν τα κηπευτικά στην ως άνω αγοράστρια και στην επιστροφή, και καθώς πέρασαν τα διόδια, σταμάτησαν για βενζίνη.
Εκεί συνελήφθησαν από την Αστυνομία, στην οποία αυθημερόν είχαν έρθει πληροφορίες για την παράνομη αυτή συναλλαγή, ο δε Χ2 παραδέχθηκε ότι την ως άνω ναρκωτική ουσία την αγόρασε μαζί με τον Χ1 από τον ανωτέρω Αλβανό, τον οποίο ο Χ1 γνώριζε. Τα ναρκωτικά βρέθηκαν στη συνέχεια μέσα σε δύο νάιλον σακούλες, αφού προηγουμένως η σύζυγος του Χ2 μαζί με τον γιό τους τις απομάκρυναν (τις σακούλες) από το σπίτι τους, όταν έμαθαν ότι οι κατηγορούμενοι είχαν συλληφθεί.
Το ότι οι παραπάνω ποσότητες είναι ναρκωτικά και δη ειδικότερα ινδική κάνναβη δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους, αλλά συνομολογήθηκε ρητώς απ' αυτούς, εν πάση δε περιπτώσει τούτο προέκυψε και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Και ενώ συνομολογούν τα ανωτέρω, αρνούνται περαιτέρω, ο μεν κατηγορούμενος Χ2 τόσο την αγορά, και την κατοχή του επί των ως άνω ποσοτήτων, όσο και τη μεταφορά τους, ο δε κατηγορούμενος Χ1την ανάμειξή του στις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω πράξεις της αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών.
Ειδικότερα, ο Χ2 ισχυρίζεται ότι δεν ασκούσε τη φυσική εξουσία της συγκεκριμένης ποσότητας, αλλ' ο Χ1, αυτός δε απλώς συνήργησε στη μεταφορά, ενώ ο Χ1 ισχυρίζεται ότι μόνη η μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του Χ2 δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε καταδικαστική γι' αυτόν (Χ1) απόφαση. ¨Όμως όπως αποδείχθηκε από το όλο αποδεικτικό υλικό η αγορά έγινε από κοινού και ο Χ2 μπορούσε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται και αναλυτικώς εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να διαθέτει και αυτός, μαζί με τον Χ1 την ναρκωτική ουσία, την οποία εξουσίαζε, έχοντας κρύψει αυτήν στο σπίτι του και την οποία από κοινού ωσαύτως αγόρασαν από τον άγνωστο στην ανάκριση Αλβανό, με τον οποίο ήλθαν σε συμφωνία, η οποία περιλάμβανε και τον όρο ότι θα κατέβαλαν το τίμημα, το οποίο είχαν συμφωνήσει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, μετά τη διάθεση της καννάβεως περαιτέρω σε τρίτους.
Ως προς τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου Χ1 ότι μόνον η κατάθεση του συγκατηγορουμένου του τον ενοχοποιεί, πρέπει να λεχθεί ότι η κατάθεση αυτή ενισχύεται από όλο το αποδεικτικό υλικό, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού, ....., ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος κατέθεσε ότι τον μεν Χ2 δεν τον γνώριζαν μέχρι τότε ως έχοντα ποτέ οποιαδήποτε ανάμειξη σε πράξεις σχετικές με ναρκωτικά, ενώ γνώριζαν τον Χ1 και ήδη είχε περιέλθει στην υπηρεσία τους και συγκεκριμένα στον Διοικητική στις 24 Μαϊου 2002 η πληροφορία για τα ανωτέρω (βλ.
κατάθεση του ως άνω μάρτυρος στα παραπάνω ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής «…Η πληροφορία ήρθε στον Διοικητή στις 24-5-2002 κι εγώ είχα υπηρεσία εκείνο το απόγευμα και όταν ανέλαβα ήξερα και πήγα στα διόδια ..... Όταν δηλαδή ανέλαβα υπηρεσία εκείνο το απόγευμα ήξερα ότι ο Χ1 απαρακολουθούνταν από συναδέλφους μου»).
Υπό τα περιστατικά αυτά, στοιχειοθετούνται τα εγκλήματα α) της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, που διέπραξαν και οι δύο κατηγορούμενοι και β) της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών (τα εγκλήματα αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως μία πράξη, διότι πρόκειται για την αυτή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. άρθρο 5 παρ.2 του Ν.1729/87).
Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά χωρίς να είναι αναγκαία «η χωριστή αναφορά σ' αυτές και η εξειδίκευση τι από κάθε μία απ' αυτές προκύπτει καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως η εκ πλαγίου.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ειδικότερα πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως γιατί έλαβε υπόψη το Εφετείιο μόνο τη μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του ως αποδεικτικό στοιχείο κατά παράβαση του άρθρου 211 ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας ήχθη στην κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος από τα αναφερόμενα στην απόφαση κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον προβληθέντα ως άνω σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω αυτοτελής ισχυρισμός είναι η επίκληση της συνδρομής του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν.2161/1993, αφού κατά την παρ.4 του ως άνω άρθρου 13, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.2 εδ.β' ν.2408/1996, προκειμένου για το δράστη της πράξεως του άρθρου 12 παρ.1, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν.2161/93, αυτός παραμένει ατιμώρητος και εφαρμόζονται σ' αυτόν οι διατάξεις του άρθρου 14 του ως άνω νόμου, προκειμένου δε για το δράστη του άρθρου 5 παρ.1 περ.β' και ζ' (μεταξύ άλλων) αυτός έχει ηπιότερη ποινική μεταχείρηση κατά τα οριζόμενα στην παραγρ. 4β του ως άνω άρθρου 13 ως ισχύει.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δια της συνηγόρου του προέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί τοξικομανίας ήτοι εξαρτημένος εκ της ναρκωτικής ουσίας κοκαϊνης την οποία κάνει χρήση από τη μύτη και με εισπνοές και την έξη αυτή δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά και κατέθεσε και εγγράφως. Το δικαστήριο της ουσίας όμως με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου χωρίς καμιά απολύτως αιτιολογία το σκεπτικό του. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι βάσιμος ο πρώτος σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αμέσως παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά το μέρος που απέρριψε άνευ αιτιολογίας τους ανωτέρω ισχυρισμούς και κατά συνέπεια και κατά την περί επιβολής των ποινών διάταξή της και να παραπεμφθεί δε ακολούθως κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 5/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας ήτοι μόνον ως προς την διάταξη της με την οποία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί της ιδιότητας του ως τοξικομανούς και την περί επιβολής των ποινών τοιαύτη.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπό κρίση αναίρεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ