10/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 19/15-1-2018 αγωγή του νυν αναιρεσείοντος και του αδελφού του Θ. Τ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2019 μη οριστική και 62/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή και 64/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την με αρ. κατ. 36/2-10-2023 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated10/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 10 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 10/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π.Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Ν. και της Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντάλλα (ΑΜ Δ.Σ.Θεσπρωτίας 67) με την από 10-4-2025 δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε μαζί με προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την από 24-4-2025 δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε χωρίς προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 19/15-1-2018 αγωγή του νυν αναιρεσείοντος και του αδελφού του Θ. Τ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2019 μη οριστική και 62/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή και 64/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την με αρ. κατ. 36/2-10-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο νυν αναιρεσείων και ο αδελφός του Θ. Τ. με την με αρ. κατ. 19/15-1-2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, στρεφόμενοι κατά του νυν αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησαν α) την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητας εκάστου εξ αυτών επί δύο ξεχωριστών ακινήτων-βοσκοτόπων και ειδικότερα ο αναιρεσείων επί βοσκότοπου εμβαδού 135.646,18 τμ και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 134.344,45 τμ, που δεν αποτυπώθηκε αυτοτελώς κατά το πέρας της κτηματογράφησης στα πλαίσια του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά ανακριβώς στις πρώτες εγγραφές, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο και στο συννημένο σε αυτή τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, τμήματα αυτού 2187,01 τμ, 6177,03 τμ, 96.560,74 τμ, 4848,79 τμ και 24.570,88 τμ φέρεται να εμπίπτουν αντιστοίχως στα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 18 072 18 01 013, 18 072 ΕΚ 00 012, 18 072 18 01 015, 18 011 04 01 003 και 18 011 04 01 022 με δικαιούχο κυριότητας σε όλα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, την δε κυριότητα- κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς- απέκτησε με παράγωγο τρόπο το 1999 δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή συμβολαίου διανομής, νομίμως μεταγραφέντος και β) τη διόρθωση των σχετικών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών με την αποτύπωσή του ως ενιαίου γεωτεμαχίου με νέο ΚΑΕΚ με δικαιούχο κυριότητας τον ίδιο.
Εκδόθηκαν οι α) 14/4-2-2019 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για να προσκομισθούν κτηματολογικά φύλλα και τεχνική εισήγηση της ΕΚΧΑ ΑΕ, β) 62/10-6-2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή που δέχθηκε την αγωγή ολικά ως προς τον νυν αναιρεσείοντα (και εν μέρει ως προς τον έτερο ενάγοντα) και γ) 64/28-4-2023 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ηττηθείς ενάγων (ο έτερος ενάγων, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τον αναιρεσείοντα, αφού επικαλείται ότι είναι κύριος άλλου ακινήτου, δεν φέρεται να άσκησε αναίρεση). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 36/2-10-2023, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της, καθόσον δεν προκύπτει επίδοσή της, καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο (άρθρα 75, 495§3, 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ).
Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΟλΑΠ 36/88).
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018).
Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικώς μόνον αν αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 1/2013).
Επίσης, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 472/2017). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).
ΙΙβ. Στο άρθρο 6 § 2 της συνομολογηθείσας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας Σύμβασης περί Ειρήνης, που υπογράφηκε την 1/14.11.1913, στην Αθήνα και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. ΔΣΙΓ /14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913) ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα εν ταις εκχωρουμέναις τη Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τoν οθωμανικόν νόμον, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως." Στη συνέχεια με το άρθρο 2§5 του ν. 147/1914 (Φ.Ε.Κ.
Α' 25 της 01.02.1914), που εφαρμόζεται στις Νέες Χώρες που βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο νομός Θεσπρωτίας (στον οποίο από την 1η.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 §1 του ιδίου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία) ορίζεται ότι "..εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία .
Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους", στην δε διάταξη της §2 του ιδίου άρθρου αναφέρονται τα νομοθετήματα του Παλαιού Βασιλείου δηλ. του μέχρι τότε ελληνικού κράτους που εισάγονται στις Νέες Χώρες, στα οποία δεν περιλαμβάνεται ούτε το ΒΔ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1-12-1836), ούτε ο ν.
ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", ούτε το ΒΔ. 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834". Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 1 του περί δασών νόμου της 11ης Σεβάλ 1286 (χριστιανικό έτος 1870), στην οθωμανική επικράτεια τα δάση διαιρούνταν σε τέσσερις κατηγορίες, δηλ. 1) τα δημόσια (ορμάν ή μιρί ορμάν), που ανήκαν στην πλήρη κυριότητα του οθωμανικού κράτους και κατά το άρθρο 30 του κατωτέρω αναφερόμενου νόμου ως οθΝπΓαιών ήταν ελεύθερα εξουσίασης (μουμπάχ), χαρακτηρίζονταν δε από αυτοφυή βλάστηση επί ορέων -αδέσποτων εδαφών, 2) τα βακουφικά (βακούφ), που είχαν αφιερωθεί είτε από ιδιώτη είτε από τον Σουλτάνο προς εκπλήρωση διηνεκούς ευαγούς σκοπού, έτσι ώστε να θεωρούνται ιερό πράγμα, 3) τα κοινοτικά (μπαλταλίκ), που επίσης ανήκαν στο οθωμανικό κράτος, αλλά χρησιμοποιούνταν και καρπώνονταν από τους κατοίκους ενός ή περισσότερων χωρίων και 4) τα ιδιωτικά (κουρί) (ΑΠ 1389/2025, ΑΠ 124/2025, ΑΠ 325/1910).
Στην §2 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι τα ιδιωτικά δάση (κουρί) διέπονται από τον νόμο περί γαιών, με τις διατάξεις του οποίου κρίνονται τα της νομικής κατάστασης αυτών, τα της εξουσίασης αυτών και ότι σε αυτά δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ως άνω περί δασών νόμος. Με το προρρηθέν άρθρο 2 §5 του ν. 147/1914 διατηρήθηκε σε ισχύ ο Νόμος περί γαιών (Kanunname-i arazi) της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856- που στο εξής για συντομία θα αναφέρεται ως ΟθΝπΓαιών), στο άρθρο 3 §1 εδάφ.
α' του οποίου ορίζεται ότι δημόσιες γαίες ("εραζί εμιριγιέ", "arazi-i empiriye") είναι οι αγροί, οι λειμώνες, οι θερινοί και χειμερινοί βοσκότοποι, τα δάση (κουρί, δηλ. τα ιδιωτικά) και λοιπά παρεμφερή κτήματα. Η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) των δημοσίων γαιών ανήκε στο Οθωμανικό Κράτος, ενώ η εξουσίαση ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), δηλ.
η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 1389/2025, ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023). Τίτλος αναγνωριστικός έναντι του Οθωμανικού Δημοσίου του ανωτέρω δικαιώματος εξουσίασης επί δημόσιας γαίας, αποτελούσε το "ταπί" ("tapu"), που εκδιδόταν από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και έφερε το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του ΟθΝπΓαιών ορίζεται ότι με εξαίρεση τα επί των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ) ορέων αυτοφυών δασών και των ανηκόντων στην ολότητα των κατοίκων πόλης ή χωρίου δασών (μπαλταλίκ), τα ιδιωτικά δάση (κουρί) εξουσιάζονται μόνο βάσει ταπίου για ξύλευση και υλοτομία από πάππου προς πατέρα, υλοτομούνται μόνον από τον έχοντα ταπί, απαγορευομένης της υλοτομίας των από τρίτους με την παρέμβαση του αρμοδίου υπαλλήλου.
Στο δε άρθρο 78 του ΟθΝπΓαιών, ορίζεται ότι εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εξουσίασης. Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 78) δεν εφαρμόζεται επί δασών και βοσκοτόπων, αλλά μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών(αγρών), αφού βασική προϋπόθεση για την κτήση του εν λόγω δικαιώματος είναι πέραν της κατοχής και η καλλιέργεια (Ολ ΑΠ 411/1963 και 409/1963, ΑΠ 1389/2025).
Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση επιβεβαιώνεται από την ερμηνευτική εγκύκλιο του Οθωμανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, το άρθρο 13 του νόμου περί ταπίων ("Ταπού νιζαμναμεσή") της 8 Δζεμάζηλ - αχίρ 1275 (χριστιανικού 1857), το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων ("Ταρηφναμέ") της 15 Σαπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του οθΝπΓαιών και ειδικότερα των άρθρων 9, 30 και 71 (ΑΠ 1389/2025, ΑΠ 124/2025, ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 957/2023).
Ακολούθως, με το διάταγμα 2468/20.5.1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ. Α' 305 της 29.12.1917), καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.5.1917, παραχωρήθηκε αυτοδικαίως στον έχοντα δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δημοσίας γαίας, είτε δυνάμει τίτλου (ταπί), είτε δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, είτε δυνάμει του άρθρου 78 του οθΝπΓαιών, δηλ της 10ετούς εξουσίασης συμπληρωθείσας έως 20-5-2017 επί καλλιεργούμενης γαίας,το δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου της εξουσιαζόμενης δημόσιας γαίας, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου ανακτώμενου από το Ελληνικό Δημόσιο κατά συγκυριότητα και συγκατοχή.
Προβλέφθηκε δε, ότι αν επρόκειτο για καλλιεργούμενη δημόσια γαία έκτασης έως 100 στρεμμάτων, η παραχώρηση της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας στον εξουσιαστή (δηλ. χωρίς να ανακτά το Ελληνικό Δημόσιο το 1/5) γινόταν με την έκδοση παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφόμενου (άρθρο 3 του ως άνω διατάγματος).
Ακολούθησε ο ν. 2052/1920 (Φ.Ε.Κ. Α' 49 της 28.2.1920) "Αγροτικός νόμος", ο οποίος επαναλαμβάνει στα άρθρα 49-50 τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917, προβλέποντας ειδικά στο άρθρο 51 ότι σε γεωργούς κατέχοντες και αυτοκαλλιεργούντες γαίες ή σε ιδιοκτήτες φυτειών, των οποίων (γαιών ή φυτειών) η έκταση δεν υπερβαίνει τα 200 στρέμματα, η ως άνω παραχώρηση της πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας γίνεται εφ' όλης της έκτασης και χωρίς αντάλλαγμα για το Δημόσιο, είτε αυτοί είχαν τίτλο (ταπί) είτε εξουσίαζαν δυνάμει του άρθρου 78 του οθΝπΓαιών, ενώ στο άρθρο 52 §3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "3.
Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά." Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στην §1 του ίδιου άρθρου και για τα αδέσποτα ακίνητα. Έτσι θεμελιώθηκε το πρώτον μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις τα κείμενα στις Νέες Χώρες, σε συνέχεια του αντίστοιχου οθωμανικού τεκμηρίου, είτε αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ), είτε των βακουφικών, είτε των κοινοτικών, είτε των ιδιωτικών (κουρί), των τελευταίων δε εξουσιαζόμενων μόνο βάσει ταπίου.
Εντούτοις, κατ' αναλογική εφαρμογή των ισχυόντων στο Παλαιό Βασίλειο δυνάμει του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1-12-1836)( το οποίο σημειωτέον δεν ορίζει τι είναι δάσος και δασική έκταση, αλλά προβλέπει διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικών δασών εντός έτους από την δημοσίευσή του, παρελθούσης δε της προθεσμίας όλα τα δάση θεωρούνται δημόσια), δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιώτες τους διαθέτοντες τίτλο (ταπί) με το οποίο εξουσίαζαν δάσος ( ή δασική έκταση) κείμενο στις Νέες Χώρες επί οθωμανικής κυριαρχίας, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους αυτό (εξουσίασης), που στη συνέχεια μετατράπηκε σε κυριότητα κατά τα ανωτέρω, απευθυνόμενοι στο Διοικητικό Δικαστήριο "παρά τω Υπουργείω Γεωργίας", που συστήθηκε με το ν. 2201/1920 ( ΦΕΚ Α 133/18-6-1920) και εφάρμοζε τα προβλεπόμενα στο ΝΔ της 22-4-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (ΦΕΚ Α 188/16-5-1926)(ΑΠ 124/2025, ΑΠ 1100/2014).
Προϋπόθεση, όμως, του ως άνω τεκμηρίου κυριότητας είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες δηλ. την 1-2-1914 (ΑΠ 124/2025, ΑΠ 111/1923). Για το τι ήταν δάσος και δασική έκταση εκείνο το χρονικό σημείο εφαρμόζεται ο ορισμός που δίνεται στο άρθρο 1 του ν. ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", που περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §1, 2, 3 του ν. 998/1979.
Συγκεκριμένα στο άρθρο 57 του ν.3077/1924 ορίζεται ότι "Δάσος είναι πάσα έκτασις εδάφους εν όλω ή εν μέρει υπ' αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας καλυπτόμενη, και προς παραγωγήν ξυλείας και άλλων προϊόντων προωρισμένη. Δασικά δε εδάφη αι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, αι ασκεπείς κορυφαί των ορέων και αι πλευραί αυτών με απότομον κλίσιν", ενώ στα επόμενα άρθρα του ν.3077/1924 γίνεται διάκριση σε δημόσια και ιδιωτικά δάση και προβλέπεται η διαχείριση τους.
Σημειωτέον ότι αργότερα με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 "Περί υπαγωγής της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον των Οικονομικών κλπ" (ΦΕΚ Α 399/12-11-1929) και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας", παραχωρήθηκε στους προρρηθέντες συγκυρίους του ποσοστού των 4/5 και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου έναντι τιμήματος ίσου με το 1/10 της τρέχουσας αγοραίας αξίας του όλου κτήματος (υποχρέωση που κατά τα ανωτέρω αφορούσε εκτάσεις άνω των 200 στρεμμάτων ) και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου ( ΑΠ 1389/2025, ΑΠ 124/2025, ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 957/2023).
Με τη συνδρομή των ανωτέρω κατά περίπτωση προϋποθέσεων η πρώην εξουσιαζόμενη δημόσια γαία κατέστη περαιτέρω δεκτική χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση, η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του ν.ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτική.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση). Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής που ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του Ν.147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν.2074/1920 "περί των εν νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Σύμφωνα, τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
ΙΙγ. Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται εκτενώς στην προηγηθείσα παρ.
ΙΙβ της παρούσας περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των κειμένων στις Νέες Χώρες ακινήτων (όπου βρίσκεται και το επίδικο), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ήταν δάσος, ενώ επρόκειτο για καλλιεργήσιμη έκταση, επί της οποίας οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος-ενάγοντος είχαν αποκτήσει αρχικά επί τουρκοκρατίας δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με υπερδεκαετή εξουσίαση κατ' άρθρο 78 του οθΝπΓαιών (7ης Ραμαζάν),αλλά και με ταπί (τον περί ταπίου ισχυρισμό το πρώτον προβάλει όλως αορίστως με την αίτηση αναίρεσης, ισχυριζόμενος στη συνέχεια ότι το ταπί απωλέσθη), που στη συνέχεια μετατράπηκε σε κυριότητα 4/5 υπέρ του εξουσιάζοντος με το διάταγμα 2468/20.5.1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ. Α' 305 της 29.12.1917) και ακολούθως σε πλήρη κυριότητα με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον εν προκειμένω αναιρετικό έλεγχο ως προς την αγωγή διόρθωσης των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών του αναιρεσείοντος: "τα επίδικα ακίνητα στη Δ.Ε Πλαισίου του Δήμου Φιλιατών της Π.Ε Θεσπρωτίας στη θέση ΜΠΡΙΝΙΑ - ΜΑΛΙΘΑΤΙ, είναι τα εξής: .....β) έκταση εμβαδού 134.344,45 τμ, διεκδικούμενη από τον δεύτερο ενάγοντα, που αποτελεί τμήμα των ΚΑΕΚ 180721801013, 18072ΕΚ00012, 180721801015, 180110401003, 180110401002, εκτάσεως (των ΚΑΕΚ) 130.772 τμ, 57.539 τμ, 114.985 τμ, 110.376 τμ και 40.496 τμ, αντίστοιχα (καταχωρημένων στις αρχικές εγγραφές στο όνομα του Ελληνικού δημοσίου), όπως περιγράφεται στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή από Δεκεμβρίου 2017, τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.
Κ., με στοιχεία κορυφών 1 - 131 - 130 - 129 -128 - 127 - 126 - -95 - 94 - 93 - 92 - 91 - 90 - 69 - 70 - 71 - 72 - 73 -.... - 87 - 88 - 89 - 1, κλίμακας 1/1000. Σύμφωνα με το δασικό χάρτη για την Π.Ε. Θεσπρωτίας, ο οποίος έχει θεωρηθεί από το τμήμα δασικών χαρτογραφήσεων της διεύθυνσης δασών Θεσπρωτίας της γενικής διεύθυνσης δασών και αγροτικών υποθέσεων της αποκεντρωμένης διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, και έχει αναρτηθεί με την υπ'αριθμ. ....2021 (ΑΔΑ: ...), απόφαση της άνω υπηρεσίας, οι ως άνω ένδικες εκτάσεις ανήκουν σε πολύγωνο του δασικού χάρτη με κωδικό φυτοκάλυψης, .....η δε δεύτερη με κωδικό φυτοκάλυψης Δ.Δ ..., τα οποία (πολύγωνα) υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, διότι στους ορθοφωτοχάρτες που παρήχθησαν από αεροφωτογραφίες του έτους 1945, εμφανίζονται με δασική μορφή και σε πρόσφατους ορθοφωτοχάρτες πάλι με δασική μορφή και με επιπλέον πληροφορία ΑΝ διότι βρίσκονται εντός ευρύτερων εκτάσεων για τις οποίες ισχύουν αποφάσεις κήρυξης αυτών ως αναδασωτέες.
Ειδικότερα, ......το μεγαλύτερο τμήμα της υπό Β έκτασης, εμβαδού περίπου 124.000 τμ, βρίσκεται εντός ευρύτερων εκτάσεων που κηρύχθηκαν αναδασωτέες με τις υπ' αριθμ. ....1985, ....1996, ....1989 και ....1998 αποφάσεις κήρυξης. Αμφότερες οι εκτάσεις, συνορεύουν ολόγυρα με δασικά πολύγωνα του ως άνω αναρτημένου δασικού χάρτη (βλ.
τα υπ' αριθμ. πρωτ. ....2018 και ....2021 έγγραφα με θέμα <Παροχή απόψεων> της αναπληρώτριας προϊσταμένης της διεύθυνσης δασών (Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων) της Γενικής διεύθυνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτ. Μακεδονίας, Σουλτάνας Γιαννακοπούλου, Δασολόγου ΠΕ 2 με Α Βαθμό).
Επομένως, τα ένδικα ακίνητα κατά τη διαδοχή του Ελληνικού κράτους από το Τουρκικό, είχαν την μορφή δάσους και δεν ήταν δεκτικά εξουσιάσεως, ως μη καλλιεργήσιμες γαίες, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ν. 147/1914 και την οικεία νομική σκέψη κι' έτσι περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού δημοσίου (εκ του νόμου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου), ενώ οι όποιες ασκήσεις διακατοχικών πράξεων από τους ενάγοντες, και τους άμεσους ή απώτερους δικαιοπαρόχους τους, δεν επαρκούν για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφού οι ένδικες εκτάσεις βρίσκονται στις νέες χώρες (Νομός Θεσπρωτίας).
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες εκτάσεις, ως δασικές και όχι καλλιεργήσιμες, δεν επιδέχονταν εξουσιάσεως από τους ιδιώτες προ του έτους 1917, καθόσον, σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη, η κατάληψη και καλλιέργεια δημόσιων και αφιερωμένων γαιών, για δέκα έτη (10) προ του έτους 1917, εφαρμόζεται μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί δασών, βοσκοτόπων ή βοσκήσημων εκτάσεων, απορριπτομένου έτσι του οικείου ισχυρισμού των εναγόντων, ότι τις επίδικες εκτάσεις τις κατείχαν και τις νέμονταν οι μουσουλμάνοι ιδιοκτήτες τους και οι δικαιοπάροχοί τους πριν από αυτούς, επί πολλές δεκαετίες προ του 1900, καλλιεργώντας αυτές με βρώμη, σιτάρι και χασίλια για την τροφή των ζώων τους, ως ουσία αβάσιμου.
Επιπλέον, στο αγρόκτημα ΚΟΤΣΙΚΑΣ συντελέσθηκε διανομή, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. προσκομιζόμενη ....1962 πράξη του τότε Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 204/29.11.1962) και ενεγράφησαν τα ως άνω διεκδικούμενα γεωτεμάχια ως ιδιοκτησία του Ελληνικού δημοσίου. Στους δε Κτηματολογικούς πίνακες της κυρωθείσας διανομής, όπου και καταγράφηκαν οι ιδιοκτησίες όσων είχαν τίτλους κυριότητας, καθώς και οι ιδιοκτησίες του Ελληνικού δημοσίου, οι ιδιοκτησίες μουσουλμάνων, οι δρόμοι, τα ρέματα κ.λ.π, δεν υπάρχει καταχωρημένη ιδιοκτησία των εναγόντων και των φερομένων ως δικαιοπαρόχων τους.
Επίσης και στο αγρόκτημα ΛΙΟΨΗ Ασπροκλησίου, έγινε διανομή, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 145/1962 πράξη του τότε Υπουργικού συμβουλίου (ΦΕΚ 204/29.11.1962), όπου καταγράφηκαν οι ιδιοκτησίες όσων είχαν τίτλους κυριότητας, καθώς και οι ιδιοκτησίες του Ελληνικού δημοσίου, οι ιδιοκτησίες μουσουλμάνων, οι δρόμοι, τα ρέματα κ.λ.π.
Οι επίδικες εκτάσεις, απαρτίστηκαν από επί μέρους τμήματα των γεωτεμαχίων, τα οποία έχουν εγγράφει στους πίνακες διανομής ως ιδιοκτησία του Ελληνικού δημοσίου και στη συνέχεια εγγράφηκαν στο κτηματολογικό γραφείο Φιλιατών, επίσης ως ιδιοκτησία του Ελληνικού δημοσίου, προκειμένου δε να υποβληθούν αρχικές δηλώσεις στην επιτροπή κτηματογράφησης, ελέγχθηκε ο χαρακτήρας των εκτάσεων αυτών, μέσω αεροφωτογραφιών έτους 1945 και πρόσφατων αεροφωτογραφιών και με αυτοψίες υπαλλήλων του Ελληνικού δημοσίου, συντάχθηκαν τοπογραφικά διαγράμματα και καταγράφηκε ο δασικός χαρακτήρας τους.
Συγκεκριμένα, οι επίδικες εκτάσεις τοποθετήθηκαν στα παρακάτω τεμάχια διανομής ως το Απόσπασμα Συμπληρωματικής Διανομής έτους 1962, αγροκτήματος ΚΟΤΣΙΚΑ, τα ΚΑΕΚ 180721801013/0/0 και 180721801015/0/0, είναι τμήματα του υπ' αριθμ 422 τεμαχίου με συνολική έκταση 1.020.794 τμ, και έχει την εγγραφή ως χερσολείβαδο κοινό εξ αδιαιρέτου μετά ιδιοκτησίας και διαχειρίζεται το εξ αδιαιρέτου μερίδιο που χαρακτηρίζεται κοινό από την Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (Τμήμα Τοπογραφίας, Εποικισμού και Αναδασμού της Π.Ε Θεσπρωτίας της Περιφέρειας Ηπείρου) - (βλ.
σχετ απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα διανομής αγροκτήματος ΚΟΤΣΙΚΑ για το άνω τεμάχιο) 2)Tο με αριθμό ΚΑΕΚ 180110401002/0/0, είναι τμήμα του τεμαχίου 31 Αγροκτήματος Ασπροκλησίου - Λιόψη Διανομής έτους 1956 με συνολική έκταση 38.120 τμ, και έχει την εγγραφή ως χερσολείβαδο διαφιλονικούμενο ή διαθέσιμο (διάφ. υπό του Τ.
Ε. ως ιδιοκτησία, ο οποίος δεν προσκόμισε τίτλους κυριότητας και δεν καταγράφηκε ως κύριος αυτού) και διαχειρίζεται από την άνω υπηρεσία (βλ. σχετ απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα διανομής), 3. .....4. Τα με αριθμό ΚΑΕΚ 18072ΕΚ00012/0/0 και ....είναι τμήματα του τεμαχίου 23° και έχει την εγγραφή ως ρέμα κοινότητας και διαχειρίζεται από τον Δήμο Φιλιατών (βλ.
σχετ απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα διανομής αγροκτήματος ΚΟΤΣΙΚΑ για το άνω τεμάχιο με έκταση 566.228 τμ, και με εγγραφή ως ρέμα), 5. Το με αριθμό ΚΑΕΚ 180721801005 είναι τμήμα του τεμαχίου 394 με συνολική έκταση 349.493 τμ, και έχει την εγγραφή ως χερσολείβαδο προς κτηνοτροφική αποκατάσταση που διαχειρίζεται επίσης από την ως άνω υπηρεσία (βλ.
σχετ απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα διανομής αγροκτήματος για το άνω τεμάχιο). Ομοίως, οι εκτάσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο κτηνοτροφικής αποκατάστασης (άρθρο 1 παρ 1 ε'του ν. 4061/2012), σύμφωνα με την παρ 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, που έχουν δασικό χαρακτήρα, διαχειρίζονται και προστατεύονται από την δασική υπηρεσία.
Όλα τούτα, αποδεικνύονται από το υπ'αριθμ. πρωτ. ....2018 έγγραφο με θέμα <Ιδιοκτησιακό καθεστώς έκτασης> του προϊσταμένου της διεύθυνσης του τμήματος τοπογραφίας, εποικισμού και αναδασμού της διεύθυνσης αγροτικής οικονομίας και κτηνιατρικής της Π.Ε Θεσπρωτίας της Περιφέρειας Ηπείρου, Πατσιούρα Θεόδωρου.
Τα ανωτέρω ως προς τις άνω διανομές δεν αμφισβητήθηκαν από τους ενάγοντες. Περαιτέρω από τις προσκομιζόμενες από το εναγόμενο αεροφωτογραφίες, εμφαίνεται ότι οι διεκδικούμενες εκτάσεις, καταλαμβάνουν κορυφές βουνών, απόκρημνες πλαγιές βουνών, ρέμα και γενικώς εκτάσεις των οποίων η αξιοποίηση και καλλιέργεια είναι αδύνατη λόγω της θέσης των ακινήτων (τοποθεσίας τους).
Συνεπώς το σύνολο των εκτάσεων των ως άνω ΚΑΕΚ, μέρος των οποίων αποτελούν οι ένδικες εκτάσεις, ανήκαν ανέκαθεν στην κυριότητα του Ελληνικού δημοσίου, εφόσον επιβεβαιώθηκε, πλήρως, από το σύνολο των προσκομιζόμενων εγγράφων και αεροφωτογραφιών από το Ελληνικό δημόσιο, ο δασικός χαρακτήρας των εκτάσεων αυτών και ότι τούτες ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού δημοσίου και επομένως με τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες υπ'αριθμ .../1934, .../1938 συμβολαιογραφικά έγγραφα, δεν αποκτήθηκε κυριότητα από αυτούς, εφόσον κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, οι εκτάσεις αυτές, κατά τη διαδοχή του Ελληνικού κράτους από το Τουρκικό, είχαν την μορφή δάσους και δεν ήταν, ως μη καλλιεργήσιμες δεκτικές εξουσιάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ν. 147/1914, ώστε, οι εκεί πωλητές μουσουλμάνοι δεν είχαν την κυριότητα αυτών, ενώ οι όποιες ασκήσεις διακατοχικών πράξεων, από τους ενάγοντες και τους άμεσους ή τυχόν απώτερους δικαιοπαρόχους τους, δεν επαρκούν για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σε ακίνητα της κυριότητας του δημοσίου που κείνται στις νέες χώρες (Νομός Θεσπρωτίας), κατά τα ανωτέρω (ΑΠ 545/2017, ΑΠ 1792/1983 οπ).
Έτσι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν, ότι οι ένδικες εκτάσεις κατά τη διαδοχή του Ελληνικού δημοσίου από το Τουρκικό δημόσιο, δεν περιήλθαν στην κυριότητα του πρώτου, ούτε επικαλέσθηκαν ότι οι μουσουλμάνοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους, είχαν αποκτήσει το δικαίωμα της διηνεκούς εξουσιάσεως στα ένδικα ακίνητα με τη χορήγηση σ'αυτούς, από το Τουρκικό δημόσιο ειδικού τίτλου - ταπίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του Οθωμανικού νόμου (ΜονΕφΚερ 129/2018 αδ.)· Στα ένδικα ακίνητα επίσης, δεν απεδείχθη, καμία καλλιέργεια από τους φερόμενους ως απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, πριν το έτος 1917, εφόσον όλες αυτές οι εκτάσεις, δεν προσφερόταν για καλλιέργεια, αλλά ήταν δασικές, χαρακτηριζόμενες ως δημόσιες γαίες.
Και τούτο διότι, η κατάληψη και καλλιέργεια δημόσιων και αφιερωμένων γαιών, για δέκα έτη προ του έτους 1917, εφαρμόζεται (άρθρο 78 του ως άνω νόμο <περί γαιών>), μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί δασών, βοσκοτόπων ή βοσκήσιμων εκτάσεων, μη κρινόμενος έτσι πιστευτός ο μάρτυρας των εναγόντων και πρώτος εξάδελφός τους, Α.
Τ., ο οποίος στην υπ ' αριθμ 150/2018 ως άνω ένορκη βεβαίωση του, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, μουσουλμάνοι, καλλιεργούσαν τα ένδικα ακίνητα πριν το έτος 1900, με βρώμη, σιτάρι και χασίλια για τροφή των ζώων τους, είτε έβοσκαν τα ζώα τους ή τα νοίκιαζαν σε άλλους. Ως εκ τούτου σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται με λεπτομέρεια ανωτέρω, οι εκτάσεις αυτές ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό δημόσιο, δεκτού καθισταμένου κατ' ουσίαν του ισχυρισμού του Ελληνικού δημοσίου, περί ιδίας κυριότητας, απορριπτομένης κατά συνέπεια της ένδικης αγωγής κατ'ουσίαν." Έτσι που αποφάσισε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3§1, 9, 30,71 και 78 του Νόμου περί γαιών (Kanunname-i arazi) της 7ης Ραμαζάν 1274, 1 του περί δασών νόμου της 11ης Σεβάλ 1286, 13 του νόμου περί ταπίων ("Ταπού νιζαμναμεσή") της 8 Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων ("Ταρηφναμέ") της 15 Σαπάν 1276, 6 § 2 της συνομολογηθείσας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας Σύμβασης περί Ειρήνης, που υπογράφηκε την 1/14.11.1913, στην Αθήνα και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.
ΔΣΙΓ /14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913), 2 §2 και 5 του ν. 147/1914, 52 παρ.3 του ν.2052/1920, 57 του ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος",21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 και 51 του ΕισΝΑΚ, δηλ. ορθά εφάρμοσε το προβλεπόμενο από τις προδιαληφθείσες διατάξεις τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και δασικών εκτάσεων και εν γένει μη καλλιεργήσιμων εκτάσεων των κείμενων στις Νέες Χώρες, όπως εν προκειμένω η Θεσπρωτία, ενώ παράλληλα ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του διατάγματος 2468/20.5.1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ.
Α' 305 της 29.12.1917), 49 και 50 του ν. 2052/1920 και 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων" δυνάμει των οποίων το δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) ετράπη σε κυριότητα. Και τούτο διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του το Εφετείο με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο, συνολικής έκτασης 134.344,45 τμ, εμπίπτει στα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 180721801013, 18072ΕΚ00012, 180721801015, 180110401003, 180110401002 και επίσης στο φυτοπολύγωνο ...
του αναρτημένου δασικού χάρτη της περιοχής με την ένδειξη ΔΔ, που σημαίνει ότι τόσο το 1945, όσο και τώρα έχει δασική μορφή σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες, συνορεύει γύρωθεν με δασικά φυτοπολύγωνα και καταλαμβάνει κορυφές και απόκρυμνες πλαγιές βουνών, καθώς και ρέμα και κατά συνέπεια, λόγω της μορφής, της φύσης και της θέσης του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της διαδοχής του τουρκικού κράτους από το Ελληνικό κράτος (1914), είχε την μορφή δάσους, δεν έφερε ίχνος καλλιέργειας ή άλλης μορφής εξουσίασης, όντας- εκ της φύσης του- μη δεκτικό τοιαύτης.
Εξάλλου, δέχθηκε ότι στις οριστικές διανομές του 1962 στα αγροκτήματα Κότσικας και Λιόψης Ασπροκλησίου για αγροτική αποκατάσταση, το επίδικο εμπίπτει στα τεμάχια 422, 31, 23 και 394 με την ένδειξη χερσολίβαδο και κύριο το Ελληνικό Δημόσιο. Το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι το επίδικο ως μη καλλιεργήσιμη γαία και δη δάσος, άρα δημόσια γαία ("εραζί εμιριγιέ", "arazi-i empiriye"), καθόσον δεν επρόκειτο για ιδιωτικό δάσος (κουρί), αφού ο ενάγων ουδόλως επικαλέσθηκε παραδεκτά ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας την ύπαρξη ταπίου υπέρ των μουσουλμάνων δικαιοπαρόχων του ( το οποίο, άλλωστε, έπρεπε να αναγνωρισθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο), ανήκε επί τουρκοκρατίας στο τουρκικό δημόσιο και μετά την προσάρτηση της Θεσπρωτίας στο ελληνικό κράτος περιήλθε τούτο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Εξάλλου οι όποιες τυχόν διακατοχικές πράξεις από τους απώτερους μουσουλμάνους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα προ του 1917, δεν ήταν δυνατό να τους προσπορίσουν ούτε κυριότητα αφού δεν προβλέπονταν η χρησικτησία από το οθωμανικό δίκαιο ως τρόπος κτήσης κυριότητας, ούτε το προβλεπόμενο από το άρθρο 78 του ΟθΝπΓαιών δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ετράπη αργότερα νομοθετικά σε κυριότητα, επειδή επρόκειτο για μη καλλιεργήσιμη γαία, ούτε εκδόθηκε παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος.
Οι δε επικαλούμενες μεταγενέστερες της εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας διακατοχικές πράξεις των δικαιπαρόχων του ενάγοντα, αλλά και του ιδίου, δεν προσπορίζουν κυριότητα, αφού από 11-9-1915 τα δημόσια κτήματα είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σημειωτέον ότι η επικαλούμενη αιτίαση περί παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας με το να μην λάβει υπόψη του το Εφετείο την άδεια για διάνοιξη πηγαδιού είναι απαράδεκτη, διότι δεν αφορά εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή σε αυτές πραγματικών περιστατικών.
ΙV. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 36/2-10-2023 αίτηση για αναίρεση της 64/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 §3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ελλείψει σχετικού αιτήματος, αφού δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. με αρ. κατ. 36/2-10-2023 αίτηση για αναίρεση της 64/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ