Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, ruling appellate court correctly considered new evidence despite procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued that the appellate court improperly considered new notarized certificates that were procedurally flawed and had not been properly served on the appellant. The court rejected this claim, holding that new evidence includes documents submitted at first instance that were inadmissible due to lack of proper service, provided they were later obtained lawfully.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The appellate court may consider new evidence submitted at first instance that was inadmissible due to procedural defects, provided it was subsequently obtained through lawful and timely service.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 10 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 10/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ι. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολλάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. του Γ. και της Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κουτσιμπού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10150/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5606/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2019 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 203/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 5606/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε η από 18.11.2016 αγωγή με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι στις 8.4.2014 αποβίωσε στην ..., ο πατέρας του, καταλείποντας πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον ίδιο και την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύζυγο του από το δεύτερο γάμο του, και ότι ο αποβιώσας προ του θανάτου του είχε μεταβιβάσει:
α) με το .../2013 νόμιμα μεταγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.Χ. προς τον ανιψιό του Ν.Κ. ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., όπως αυτό προσδιορίζεται επαρκώς στην αγωγή κατά θέση έκταση και όρια, αξίας 90.000 ευρώ, πλην όμως η μεταβίβαση αυτή ήταν εικονική και υπέκρυπτε δωρεά προς τον φερόμενο ως αγοραστή, β) με το ...2013 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου στην εναγομένη λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα επί δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών, ήτοι διαμερίσματος και αποθήκης, πολυκατοικίας που βρίσκεται στα ..., αξίας 70.000 ευρώ, οι οποίες περιγράφονται επίσης αναλυτικά κατά θέση έκταση και όρια.
Επικαλούμενος δε ο ενάγων ότι κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα του δεν βρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία, και ότι συνεπώς αμφότερες οι ως άνω παροχές, συνολικής αξίας κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν (90.000 ευρώ + 70.000 ευρώ) 160.000 ευρώ, αποτελούν την πλασματική περιουσία του αποβιώσαντος, και θίγουν τη νόμιμη μοίρα του, αιτήθηκε με απόφαση που να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αφενός μεν να ανατραπεί ως άστοργη η τελευταία ως άνω χρονικά παροχή ήτοι η δωρεά των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών προς την εναγομένη κατά 6/7, προκειμένου να καλυφθεί η νόμιμη μοίρα του και να υποχρεωθεί η ίδια να του μεταβιβάσει και με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεώς της τα συγκεκριμένα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί αυτών, άλλως να υποχρεωθεί να του καταβάλλει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής το αναλογούν στο ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ποσό των 60.000 ευρώ, αφετέρου δε να υποχρεωθεί η ίδια να του καταβάλλει ως καρπούς των ως άνω δωρηθέντων στην ίδια οριζοντίων ιδιοκτησιών, των οποίων η μισθωτική αξία ανέρχεται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το ποσό 20.571,42 ευρώ, που αναλογεί στο ποσοστό της νόμιμης μοίρας του για την αποκλειστική χρήση που έκανε η ίδια σε αυτές για χρονικό διάστημα 48 μηνών.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 10150/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και ανατράπηκε κατά ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου για τον ενάγοντα η δωρεά που έγινε από τον πατέρα του προς την εναγομένη σύζυγο του με τη μεταβίβαση σε αυτήν της ψιλής κυριότητας των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών και υποχρεώθηκε η ίδια να αποδώσει στον ενάγοντα τη νόμιμη μοίρα του κατά το παραπάνω ποσοστό, ενώ απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα για απόδοση καρπών του επιδίκου .
Επί πλέον απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία είχε προβάλλει η εναγομένη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από αμφοτέρους τους διαδίκους εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5606/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την απόφαση αυτή αφού συνεκδικάσθηκαν οι ως άνω εφέσεις, έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μετά την κράτηση και την εκδίκαση της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε αυτή, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 19.5.2019 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.
Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 387/2022, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 841/2017). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 8/2018, ΑΠ 6/2016).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 1399/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Επιπλέον αναιρετικός λόγος ιδρύεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όταν το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια ή λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο.
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 88/1980, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 1951/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 5606/2018, απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ι. Κ., κάτοικος ..., πατέρας του ενάγοντος και σύζυγος από δεύτερο γάμο της εναγομένης αποβίωσε αδιάθετος στην ...
στις 8.4.2014. Πλησιέστερους συγγενείς του κατέλιπε τους διαδίκους, οι οποίοι τυγχάνουν και νόμιμοι μεριδούχοι του. Το δε ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος ανέρχεται σε 3/8. Κατά το χρόνο του θανάτου του δεν άφησε κινητή και ακίνητη κληρονομιαία περιουσία. Με το ... ...27.9.2013 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο κληρονομούμενος μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην εναγομένη σύζυγο του την ψιλή κυριότητα επί του υπό στοιχεία Ε-2 διαμερίσματος του πέμπτου πάνω από την πυλωτή ορόφου εμβαδού 77,79 τ.μ. και της υπ'αριθμ. 14 αποθήκης εμβαδού 1,90 τ.μ. στην πολυκατοικία, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 περί της οριζοντίου ιδιοκτησίας και βρίσκεται στα ...
επί των οδών ... αριθ. 73, .... Κατά το χρόνο της παροχής η αξία της δωρηθείσας ψιλής κυριότητας των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών ανερχόταν σε 58.571 ευρώ, όπως αναφέρεται στο ανωτέρω συμβόλαιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος το έτος 1956 τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο με την πρώτη του σύζυγο Μ. Τ., με την οποία απέκτησε τον υιόν του τον ενάγοντα.
Με χρήματα που είχε από την πατρική του περιουσία και με τα χρήματα της προίκας της ως άνω συζύγου του αγόρασε οικόπεδο στο ..., στο όνομα της συζύγου του, στο οποίο έκτισαν οικία και κατοικούσαν εκεί ως οικογένεια. Το εν λόγω ακίνητο δόθηκε ως γονική παροχή από τη μητέρα του στον ενάγοντα, ο οποίος το έδωσε αντιπαροχή και έλαβε διαμερίσματα, εκ των οποίων κάποια πώλησε, και σε κάποιο εξ αυτών κατοικεί με την οικογένειά του.
Ο κληρονομούμενος εργαζόταν ως τεχνικός - εργοδηγός σε δημόσια βιομηχανία, αλλά όταν του ζητήθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1958-1959 από το Ελληνικό Δημόσιο να προσκομίσει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων δεν μπορούσε να το προσκομίσει διότι είχε συμμετάσχει ως αντάρτης στο ... οπότε αφού δεν μπορούσε πλέον να εργασθεί στην Ελλάδα αναχώρησε για την ...
και εργάστηκε εκεί. Από τη ... έστελνε ανελλιπώς χρήματα στην οικογένειά του και όταν έπαιρνε άδεια ερχόταν στην Ελλάδα και διέμενε στην οικία τους .... Η πρώτη του σύζυγος δεν εργαζόταν και όλα τα έξοδα αυτής και του υιού τους καλύπτονταν από τα χρηματικά εμβάσματα του κληρονομουμένου προς αυτούς. Εργάσθηκε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα στην εταιρεία του εξαδέλφου του κληρονομουμένου Χ.
Κ., αλλά δεν συνέχισε την εργασία και παραιτήθηκε από τη θέση της. Ο ενάγων με έξοδα του πατέρα του τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές και αυτές στα ... ως ψυκτικός και άνοιξε επιχείρηση αναλαμβάνοντας τα δικαιώματα σέρβις της αντιπροσωπείας κλιματιστικών ... με τη μεσολάβηση του θείου του Χ. Κ., κατόπιν παρακλήσεως αυτού από τον κληρονομούμενο.
Το έτος 1985 ο κληρονομούμενος έδωσε στον υιόν του 300.000 δραχμές για την αγορά του εξοπλισμού της επιχείρησής του. Το έτος 1990 του δώρισε ένα πολύ καλό αυτοκίνητο μάρκας ... που έφερε από τη ... και το έτος 1995 του δώρισε και άλλο αυτοκίνητο μάρκας .... Πάντοτε δε τον βοηθούσε οικονομικά μολονότι ο υιός του είχε αποκτήσει πολλά χρήματα από την ως άνω επιχείρηση που διατηρούσε.
Μάλιστα τη συμμετοχή του ΙΚΑ ποσού 4.000 ευρώ για τα έξοδα της νοσηλείας του στο "Υγεία" , όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση την έδωσε στον ενάγοντα. Επιπλέον σημαντικό μέρος των χρημάτων που εισέπραξε από την πώληση ακινήτου του ήτοι ενός οικοπέδου αρτίου και οικοδομήσιμου εμβαδού 354 τ.μ. μετά των επ'αυτού κτισμάτων μιας ισόγειας κατοικίας εμβαδού 40,62 τ.μ.
και τριών ισογείων αποθηκών εμβαδού 77,71 τ.μ., 7,15 τ., και 9,30 τ.μ. αντίστοιχα στην ... στον ανεψιό του Ν. Κ. αντί τιμήματος 50.000 ευρώ με το ... .../2013 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Χ. το έδωσε τμηματικά στον ενάγοντα. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι κάτω από την εν λόγω πώληση υποκρυπτόταν δωρεά του ακινήτου από τον κληρονομούμενο προς τον ανεψιό του.
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος προέβη στην πώληση αυτού προκειμένου να εξοικονομήσει χρήματα για τις αυξημένες λόγω των γηρατειών του οικονομικές ανάγκες του. Μέχρι το τέλος της ζωής του ο κληρονομούμενος ενίσχυε οικονομικά τον ενάγοντα. Το ανωτέρω επίδικο διαμέρισμα και η αποθήκη αγοράσθηκαν με χρήματα τόσον του κληρονομουμένου όσον και της εναγομένης δεύτερης συζύγου του, η οποία εργαζόταν ως καθαρίστρια σε δημόσιο παιδικό σταθμό στην ....
Αυτή (εναγομένη) είχε αποταμιεύσει χρήματα διότι ήταν πολύ εργατική και άξια γυναίκα και δεν ήταν οικονομικά εξαρτημένη από τον κληρονομούμενο, του συμπαραστάθηκε στις ασθένειές του και τον γηροκόμησε με αγάπη και αφοσίωση. Ο κληρονομούμενος αναγνωρίζοντας τη σημαντική οικονομική συμμετοχή της συζύγου του για την αγορά των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών δώρισε αυτές στην εναγομένη με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, αποκαθιστώντας το δίκαιο ενόψει του ότι τα εν λόγω ακίνητα είχαν αγορασθεί στο όνομά του.
Ο ενάγων αδιαφορούσε παντελώς για τον πατέρα του. Στην κηδεία του πατέρα του παραβρέθηκε κατόπιν παρακλήσεως της εναγομένης. Οι μάρτυρες της εναγομένης στις... ένορκες βεβαιώσεις τους ανέφεραν με πειστικότητα και σαφήνεια για τις σημαντικές οικονομικές παροχές που έλαβε ο ενάγων από τον πατέρα του όσο αυτός ζούσε, οι οποίες υπερκαλύπτουν την νόμιμη μοίρα του και η αποδοχή της αγωγής θα προκαλέσει στην εναγομένη, η οποία άγει το 83ον της ηλικίας της και αντιμετωπίζει τόσο κινητικά όσο και άλλα προβλήματα υγείας αφόρητες και δυσβάστακτες συνέπειες, οι καταθέσεις τους δε αυτές δεν αντικρούονται από τον εναγόμενο, ο οποίος δεν εξέτασε μάρτυρες.
Συνεπώς η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος που πρότεινε με τις προτάσεις της η εναγομένη και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του την απέρριψε ως μη νόμιμη έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης..." Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του υπόψη δικαιώματος της αναιρεσιβαλλόμενης κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, αφού έλαβε υπόψη και πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν προταθεί από την αναιρεσίβλητη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την θεμελίωσή της, και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη.
Επίσης, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με την επίκληση του αριθμού 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, κατά την εκτίμησή του, περιέχει την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή, κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βάσιμης της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ , παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου αυτού, εφόσον, τα περιστατικά που δέχθηκε με τις ως άνω παραδοχές της, δεν αρκούσαν για τη θεμελίωση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για την ανατροπή της ως άνω δωρεάς του θανόντος πατέρα του προς την αναιρεσίβλητη σύζυγο του, κατά το μέρος της που θίγει τη νόμιμη μοίρα του, αλλά αποτελούσαν άρνηση του αγωγικού του δικαιώματος.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε αυτές γίνονταν αναλυτική και ρητή μνεία όλων των ως άνω πραγματικών περιστατικών, τα οποία στηρίζουν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του εναγομένου για την ανατροπή κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα του, της ως άνω δωρεάς του θανόντος πατέρα του προς την εναγομένη σύζυγο του.
Ειδικότερα, στις προτάσεις της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκτίθεται: α) ότι η ίδια, σύζυγος του κληρονομουμένου σε δεύτερο γάμο, έζησε με αυτόν αρμονικά επί 24 έτη, του συμπαραστάθηκε με αγάπη, αφοσίωση και φροντίδα μέχρι το τέλος της ζωής του, συνεισέφερε δε στην απόκτηση των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών με τα εισοδήματά της, που απέκτησε από την επί σειρά ετών εργασία της, β) ότι ο ενάγων - υιός του συζύγου της από τον πρώτο του γάμο έλαβε σημαντική οικονομική υποστήριξη από τον πατέρα του για τις σπουδές του ως ψυκτικός και την μετέπειτα επαγγελματική του αποκατάσταση καθώς και άλλες παροχές (χρήματα, αυτοκίνητα), όπως ακριβώς αυτές προσδιορίζονται στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ότι αυτός παρότι έχει εισπράξει από τον πατέρα του, ο οποίος τον στήριζε οικονομικά καθόλη τη διάρκεια του βίου του, πολύ περισσότερα από όσα αντιστοιχούν στη νόμιμη μοίρα του, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τη φροντίδα του, ούτε διατηρούσε καλές σχέσεις μαζί του, τον επισκεπτόταν δε σπανίως και μόνο για να καλύψει δικές του ανάγκες και χρειάσθηκε τις παρακλήσεις της εναγομένης για να παραστεί στην κηδεία του, δ) ότι ο κληρονομούμενος αναγνωρίζοντας τη σημαντική οικονομική συμμετοχή της συζύγου του για την αγορά των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών προέβη στην δωρεά τους προς αυτήν, αποκαθιστώντας το δίκαιο ενόψει του ότι τα εν λόγω ακίνητα είχαν αγορασθεί στο όνομά του.
ε) ότι η αναιρεσίβλητη ηλικίας ήδη 83 ετών αντιμετωπίζει τόσο κινητικά όσο και άλλα προβλήματα υγείας, δεν διαθέτει άλλη κατοικία και δεν είναι σε θέση να αντέξει τόσο μεγάλη ανατροπή των συνθηκών της ζωής της, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντα για την ανατροπή της. Τα παραπάνω περιστατικά που διέλαβε η αναιρεσίβλητη στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέλαβε με σχετικό λόγο εφέσεως, στηρίζουν την ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος και δεν αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού δικαιώματος του, εφόσον πρόκειται για επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων δεν αποκλείει τη γέννηση και την ύπαρξη του δικαιώματος του, ούτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση. (ΑΠ 1869/2022, ΑΠ 607/2022, ΑΠ 1179/2021).
Αντιθέτως, με τα όσα εξέθεσε στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ήδη αναιρεσίβλητη, κατά την εκτίμησή τους, αποδέχθηκε ουσιαστικά τη γέννηση και την ύπαρξη του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, περί μέμψης της προς αυτήν δωρεάς του θανόντος πατέρα του κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα του, όπως άλλωστε και ο ίδιος διαλαμβάνει στο δικόγραφο της αναιρέσεώς του, αλλά ισχυρίσθηκε ότι η τυχόν ανατροπή της υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού.
Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και πρότεινε παραδεκτά πρωτοδίκως και επανέλαβε στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως, όλα τα ως άνω περιστατικά για την θεμελίωση της ένστασής της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και έκρινε παραδεκτή την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που πρότεινε η αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη του περιστατικά που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, και επομένως δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Επίσης, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αποφαινόμενο εν τέλει ότι υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δημιουργήθηκε πραγματική κατάσταση η ανατροπή της οποίας θα προκαλέσει στην αναιρεσίβλητη επαχθείς συνέπειες, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του, και ότι συνεπώς η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος εναγομένου για την ανατροπή κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα του, της ως άνω δωρεάς του θανόντος πατέρα του προς την σύζυγο του υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια που θέτουν και επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη, την οποία δεν παραβίασε ευθέως και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τούτο δε, διότι, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, έγινε δεκτό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, εφόσον σε αυτές διαλαμβάνεται ότι οι προαναφερόμενες περιστάσεις ήταν επαρκείς για τη θεμελίωσή της ενστάσεως αυτής.
Σημειώνεται ότι, οι αναφερόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί μη επικλήσεως από την αναιρεσίβλητη περιστατικών που αφορούν την αδράνειά του για την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος και την προγενέστερη συμπεριφορά του ίδιου, η οποία να της προκάλεσε την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτό, είναι αλυσιτελείς, εφόσον η αποδυνάμωση δικαιώματος, το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμα του, αποτελεί ειδικότερη μορφή κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 948/2022, ΑΠ 502/2021, ΑΠ 200/2018), περί της οποίας δεν πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, όπου η ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ της αναιρεσίβλητης στηρίζεται σε προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος που προκύπτει από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε και από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν καθώς και από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Επί πλέον κατά μεν το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ στην κατ'έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ'αυτό ως απαράδεκτα, αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. (ΑΠ 746/2022, ΑΠ 84/2019, ΑΠ 284/2018).
Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 746/2022, ΑΠ 284/2018). Τέλος, κατά τα άρθρα 339, 421 επ. ΚΠολΔ οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν όπως και κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ' Κ.Πολ.Δ., που καταργήθηκε με το νόμο 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με άλλα έγγραφα και είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους, δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν από την βεβαίωση, πρέπει δε να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση με την αναφορά ότι τηρήθηκαν γι'αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 1708/2018).
Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι, είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, ακόμη και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προσκομίζονται μετ'επικλήσεως προσηκόντως στο Εφετείο, ή υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως αλλά ήταν απαράδεκτες, κατά μείζονα λόγο μάλιστα, εφόσον ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 1255/2018, ΑΠ 692/2017).
Ήδη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου, ήτοι τις ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π., των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης Ι. Ο. και Ν. Κ. αντίστοιχα, δεχόμενο ότι αυτές, τις οποίες νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ενώπιον του η ίδια , έχουν ληφθεί νόμιμα μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις αντίστοιχες ...
και ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Μ. και Ι. Α., παρότι αυτές δεν είχαν ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επειδή δεν προέκυπτε ότι είχε κληθεί νομίμως ο αναιρεσείων κατά τη σύνταξή τους και ούτε η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις πρωτόδικες προτάσεις της σχετικές εκθέσεις επιδόσεως.
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο, εσφαλμένα έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον, όπως υποστηρίζει, δεν πρόκειται περί νέων αποδεικτικών μέσων, αλλά περί άκυρων και ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων, που δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη του νέα αποδεικτικά μέσα, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται όχι μόνο εκείνα που ουδόλως προβλήθηκαν πρωτοδίκως αλλά και εκείνα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως πλην όμως ήταν απαράδεκτα, όπως οι συγκεκριμένες ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν προέκυπτε ότι είχε τηρηθεί η προϋπόθεση της εμπρόθεσμης και νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου της αναιρεσίβλητης να παραστεί σε αυτές, κατά μείζονα μάλιστα λόγο, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις είχαν ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος πριν από τη συνεδρίαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 3.4.2017, πλην όμως δεν είχαν προσκομισθεί οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως για να επιβεβαιωθεί η προϋπόθεση αυτή, οι οποίες προσκομίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να διαγνωσθεί από αυτό περίπτωση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας της αναιρεσίβλητης ως προς την επίκληση και προσαγωγή τους.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 19.5.2019 αίτηση του Κ. Κ. του Ι. για αναίρεση της 5606/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.05.2019 αίτηση του Κ. Κ. του Ι. για αναίρεση της 5606/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ