Legislator Case Law & Legislation
10/2022 AI generated

10/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 10/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

10/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Keywords

AI generated
modification of maintenance reduction of statutory salary increase adjustment of remuneration adjustment of deductions misappropriation of salary deductions pension rights equalization
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 10 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 10/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., και 2)Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσουκαλά, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΡΩΠΙΑΣ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1478/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6967/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/9/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21 Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 7320/868/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6967/18.12.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 1478/23.8.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 8.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 23237/1731/12.3.2019 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της από 7.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 598457/2856/21.11.2017 αγωγής των εναγόντων -εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του ως άνω εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του τελευταίου, στον οποίο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στις 9.12.2016 μετατάχθηκαν, να συμπεριλάβει, ως προσωπική διαφορά, στις μηνιαίες αποδοχές που κατέβαλε σε κάθε ενάγοντα, τη διαφορά που προέκυπτε μεταξύ των υπέρτερων μηνιαίων αποδοχών που μέχρι το Δεκέμβριο του 2015 οι ενάγοντες είχαν ως εργαζόμενοι στην "ΟΔΙΕ ΑΕ" και των μηνιαίων αποδοχών τις οποίες αυτός τους κατέβαλε και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 11.110 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα το ποσό των 8.643,36 ευρώ με το νόμιμο τόκο - κατά ποσοστό 6% ετησίως- από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως οφειλόμενη ως άνω προσωπική διαφορά για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως και τον μήνα Οκτώβριο 2017.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ι.Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1083/2006, ΑΠ 381/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Επίσης, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποβλέπει να διασφαλίσει τον πολίτη από την απρόβλεπτη μεταβολή καταστάσεων και εννόμων σχέσεων, που διέπει το ενωσιακό δίκαιο. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και στο εσωτερικό δίκαιο, καθόσον αφορά το ύψος των αποδοχών των εργαζομένων, οι οποίοι δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες ότι αυτές δεν θα μειωθούν αδικαιολόγητα στο μέλλον (ΑΠ 1083/2006).

ΙΙ. Ο Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (ΟΔΙΕ) συνεστήθη με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του α.ν. 598/1968 (Α' 256) ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που έχει σκοπό : α) την κατ' αποκλειστικότητα οργάνωση και διεξαγωγή ιπποδρομιών στην Ελλάδα β).... Με το άρθρο μόνο του π.δ. 56/1999 (Α' 59) ο ΟΔΙΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 (ΦΕΚ Α 135/1996), του κ. ν. 2190/1920 και του ως άνω π.δ. 56/1999, που συνιστά το καταστατικό του, στο άρθρο 5 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας διαιρείται σε μετοχές που θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 2 και 12 αυτού τελεί υπό την εποπτεία του Υφυπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού.

Συνεπώς η "ΟΔΙΕ ΑΕ" ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ 1191/2018). Με το άρθρο 13 παρ. 7 (στ) του ν. 4111/2013 και με το ν. 4338/2015 η "ΟΔΙΕ ΑΕ" τέθηκε σε λύση και εκκαθάριση, και προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα εργασίας του προσωπικού της για το μετά τη λύση αυτής διάστημα, έγιναν οι ακόλουθες νομοθετικές ρυθμίσεις:

Ήδη με την παράγραφο 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός - Επαγγελματικός Αθλητισμός κλπ" προβλέπονταν τα εξής: " Επιτρέπεται η μετάταξη προσωπικού από κρατικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού σε άλλο κρατικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που εποπτεύεται από αυτή.

Η μετάταξη υπαλλήλων γίνεται με αίτησή τους, εφόσον υπάρχουν κενές θέσεις, για τις οποίες αυτοί έχουν τα απαιτούμενα προσόντα και χωρίς αίτησή τους, για την κάλυψη εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών ή όταν υπάρχει πλεονάζον προσωπικό, εφόσον έχουν τα απαιτούμενα προσόντα. Η μετάταξη γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμες των Δ.Σ.

των οικείων νομικών προσώπων. Οι μετατασσόμενοι απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα και υπέχουν όλες τις υποχρεώσεις που έχει το προσωπικό του νομικού προσώπου στο οποίο μετατάσσονται". Με το άρθρο 16 του ν. 4326/2015 (ΦΕΚ Α 49/13.5.2015) "Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της βίας στον αθλητισμό και άλλες διατάξεις" η ως άνω παράγραφος 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 συμπληρώθηκε ως ακολούθως: "Πλεονάζον προσωπικό θεωρείται και υπάγεται στη ρύθμιση της παραγράφου 8 και το τακτικό προσωπικό του υπό λύση και εκκαθάριση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος", καθώς και το προσωπικό που απασχολείται, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στο νομικό πρόσωπο του ως άνω εδαφίου, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, με απόφαση του ΑΣΕΠ ή κρίθηκε ότι συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία έχει ήδη δημοσιευθεί ή θα δημοσιευθεί στο πλαίσιο ήδη εκκρεμών δικών.

Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μετάταξη γίνεται με τους ίδιους όρους απασχόλησης, που προσδιορίζονται στην ως άνω απόφαση του ΑΣΕΠ ή στην τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η μετάταξη γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, μετά από γνώμη του Δ.Σ του φορέα υποδοχής". Στη συνέχεια με το άρθρο 12 του ν. 4355/2015 "Επιστροφή πολιτιστικών αγαθών παρανόμως απομακρυνθέντων Οδηγ. 2014/60/ΕΕ" (ΦΕΚ Α 178/18.12.2015) το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ως άνω νόμου 4326/2015 (δηλαδή το εδάφιο "Η μετάταξη γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, μετά από γνώμη του Δ.Σ.

του φορέα υποδοχής) απαλείφεται και στο τέλος της προστίθενται τα εξής εδάφια: "Ειδικότερα, για το υπό λύση και εκκαθάριση νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρία" το πλεονάζον προσωπικό μετατάσσεται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς και σε Ο.Τ.Α.

Α και Β βαθμού ανάλογα με τις υπηρεσιακές τους ανάγκες. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσόμενου προσωπικού, που έχει διανυθεί στο φορέα προέλευσης και ο χρόνος που αναγνωρίστηκε ως χρόνος υπηρεσίας, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης και για κάθε άλλη συνέπεια.

Το μετατασσόμενο μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό κατατάσσεται σε βαθμολογικά και μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά του προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας και λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας υποδοχής. Τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας δεν διατηρούνται ως προσωπική διαφορά.

Το μετατασσόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται ως προς την κύρια και επικουρική ασφάλιση στους φορείς που υπάγονταν πριν τη μεταφορά ή μετάταξή του. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση του παρόντος έως την κοινοποίηση της μετάταξης και ανάληψης υπηρεσίας του προσωπικού που μετατάσσεται, θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του προσωπικού αυτού στους φορείς υποδοχής που καταβάλλουν και τις αντίστοιχες αποδοχές του για το διάστημα αυτό.

Με απόφαση των αρμοδίων κατά περίπτωση Υπουργών καθορίζεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την κατάταξη των μετατασσόμενων υπαλλήλων σε κενές οργανικές θέσεις της ίδιας κατηγορίας εκπαίδευσης και αν δεν υπάρχουν κενές σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις προσωπικού, αντίστοιχου ή συναφούς υφιστάμενου ή παρεμφερούς κλάδου και ειδικότητας, για τις οποίες κατέχουν τα τυπικά προσόντα και διάθεσης αυτών ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες σε νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς και σε Ο.Τ.Α.

Α και Β βαθμού. Οι διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων που αφορούν στη μετάταξη του προσωπικού του ΟΔΙΕ ΑΕ αρχίζουν να ισχύουν από 9.12.2015". Τέλος, με το άρθρο 45 του ν. 4373/2016 "Αναγκαίες ρυθμίσεις για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με το νέο Κώδικα Αντιντόπινγκ του Παγκόσμιου Οργανισμού Αντιντόπινγκ και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 49/1.4.2016) : 1) Το έκτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 (Α 121), όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 4326/2015 (Α 49) αντικαθίσταται ως ακολούθως: "Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μετάταξη γίνεται με τους όρους απασχόλησης του φορέα υποδοχής" και 2) Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4326/2015 (Α 49) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4355/2015 (Α 178) αντικαθίσταται ως ακολούθως : "Ειδικότερα, για το υπό λύση και εκκαθάριση νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρία", το πλεονάζον προσωπικό μετατάσσεται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς και σε Ο.Τ.Α.

Α' και Β' βαθμού ανάλογα με τις υπηρεσιακές τους ανάγκες. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσόμενου προσωπικού, που έχει διανυθεί στο φορέα προέλευσης και ο χρόνος που αναγνωρίστηκε ως χρόνος υπηρεσίας, ανάγεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης και για κάθε άλλη συνέπεια, σύμφωνα με τα ισχύοντα στο φορέα υποδοχής.

Το μετατασσόμενο μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό κατατάσσεται σε βαθμολογικά και μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά του προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας και λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας υποδοχής. Τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας δεν διατηρούνται ως προσωπική διαφορά.

Το μετατασσόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται ως προς την κύρια και επικουρική ασφάλιση στους φορείς που υπάγονταν πριν τη μεταφορά ή μετάταξή του. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση του παρόντος έως την κοινοποίηση της μετάταξης και ανάληψης υπηρεσίας του προσωπικού που μετατάσσεται, θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του προσωπικού αυτού στους φορείς υποδοχής που καταβάλλουν και τις αντίστοιχες αποδοχές του για το διάστημα αυτό.

Με κοινή απόφαση των αρμοδίων κατά περίπτωση Υπουργών καθορίζεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την μετάταξη και κατάταξη των μετατασσόμενων υπαλλήλων σε κενές οργανικές θέσεις της ίδιας κατηγορίας εκπαίδευσης και αν δεν υπάρχουν κενές σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις προσωπικού, αντίστοιχου ή συναφούς υφιστάμενου ή παρεμφερούς κλάδου και ειδικότητας, για τις οποίες κατέχουν τα τυπικά προσόντα και διάθεσης αυτών ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες σε νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς και σε Ο.Τ.Α.

Α και Β βαθμού. Οι διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων, που φορούν στη μετάταξη του προσωπικού του ΟΔΙΕ ΑΕ αρχίζουν να ισχύουν από 9.12.2015". Ακολούθως, για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων δημοσιεύθηκε η ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης- Πολιτισμού και Αθλητισμού με στοιχεία ΥΠΠΟΑ/132025/9230/2646/ΦΕΚ Β 1152/2016 "Διαδικασία και οι προϋποθέσεις κατάταξης μετατασσόμενων υπαλλήλων του υπό λύση και εκκαθάριση "Οργανισμού Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος ΟΔΙΕ ΑΕ", με την οποία καθορίσθηκαν η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την μετάταξη και κατάταξη των μετατασσομένων υπαλλήλων της ΟΔΙΕ ΑΕ.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ως άνω ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Πολιτισμού και Αθλητισμού - Φορείς Υποδοχής: "1. Το προσωπικό του άρθρου 1 της απόφασης αυτής μετατάσσεται, ύστερα από αίτησή του, σε κενές οργανικές θέσεις και εφόσον δεν υπάρχουν, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς βάσει των τυπικών προσόντων των υπαλλήλων και ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες των εποπτευομένων φορέων, του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού καθώς και των Ο.Τ.Α.

Α και Β βαθμού, στους παρακάτω φορείς: [Α. ... Β...] Γ. Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α και Β βαθμού Κατάρτιση πίνακα, ανά εκπαιδευτική βαθμίδα και ειδικότητα, ο οποίος θα αποσταλεί στους ΟΤΑ Α και Β βαθμού, προκειμένου εγγράφως να δηλώσουν την βούλησή τους για την κάλυψη των θέσεων, καθώς και την δήλωση εξασφάλισης των σχετικών πιστώσεων για την μετάταξη του προσωπικού της Ο.ΔΙ.Ε.

Α.Ε. 2. Η αίτηση υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) εργασίμων ημερών από τη δημοσίευση της παρούσης [...]". Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 της ως άνω ΚΥΑ - Κατάταξη μετατασσόμενων: "1.0 συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσόμενου προσωπικού, που έχει διανυθεί στο φορέα προέλευσης και ο χρόνος που αναγνωρίστηκε ως χρόνος υπηρεσίας, ανάγεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης και για κάθε άλλη συνέπεια. 2.

Το χρονικό διάστημα από 09-12-2015, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 4373/2016 (Α 49) έως την κοινοποίηση των πράξεων μεταφοράς και ανάληψης υπηρεσίας του προσωπικού που τακτοποιείται, θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του προσωπικού αυτού στους φορείς υποδοχής, που καταβάλλουν και τις αντίστοιχες αποδοχές του για το διάστημα αυτό. 3.

Το μετατασσόμενο τακτικό και με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου προσωπικό κατατάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας ανάλογα με τα τυπικά του προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας και λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας υποδοχής. Τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιοσδήποτε ονομασίας δε διατηρούνται ως προσωπική διαφορά. 4.

Οι μετατασσόμενοι κατατάσσονται σε βαθμούς της οικείας εκπαιδευτικής βαθμίδας με βάση τα τυπικά προσόντα και τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας τους στο φορέα προέλευσης. 5. Το μετατασσόμενο προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται, ως προς την κύρια και επικουρική ασφάλιση, στους φορείς που υπαγόταν πριν τη μεταφορά ή τη μετάταξή του".

ΙΙΙ. Περαιτέρω, στο κεφάλαιο Β του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές διατάξεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (ΦΕΚ Α 176/16.12.2015)", με έναρξη ισχύος από 1.1.2016, περιλαμβάνονται οι μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.

του Κεφαλαίου A του N. 3429/2005 (Α` 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις, όπως το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κεφαλαίου καθορίζεται στο άρθρο 7 αυτού στο οποίο υπάγονται, μεταξύ άλλων (περίπτωση στ) και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (επομένως και ανώνυμες εταιρίες) που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.

Περαιτέρω, με τις παραγράφους 1 εδαφ. α και 4 του άρθρου 27 - διασφάλιση αποδοχών - του ως άνω νόμου (δηλαδή του ν. 4354/2015) ορίζεται ότι: "1. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. [...]. 4.

Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, η προσωπική διαφορά του παρόντος άρθρου παύει να καταβάλλεται. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η υποχρεωτική μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, λόγω συνολικής ή μερικής μεταφοράς ή κατάργησης της Υπηρεσίας του ή στο πλαίσιο κινητικότητας των υπαλλήλων, όπως αυτή καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, οπότε η εν λόγω προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1".

Επίσης, με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος αυτού, δηλαδή από την 1.1.2016, καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, η περ 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, ερμηνευόμενων αυτοτελώς αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, προκύπτουν τα εξής:

Η ρύθμιση περί θεώρησης του προσωπικού της "ΟΔΙΕ ΑΕ" ως "πλεονάζοντος προσωπικού" και, συνεπώς, περί δυνατότητας μετάταξής του προστέθηκε στην παράγραφο 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 (ΦΕΚ Α 121/17.6.1999) με το άρθρο 16 του ν. 4326/2015 (ΦΕΚ Α 49/13.5.2015), το οποίο ενσωμάτωσε υπουργική τροπολογία, που αποσκοπούσε στην ανάγκη εξασφάλισης των εργαζομένων της "ΟΔΙΕ ΑΕ", (βλ.

τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης της Βουλής της 7.5.2015). Ήδη κατά το χρόνο θέσπισης της εν λόγω ρύθμισης (13.5.2015) είχε παρέλθει η 31.3.2015, που ήταν η δεύτερη κατά σειρά παράταση της θέσης της "ΟΔΙΕ ΑΕ" σε λύση και εκκαθάριση [άρθρα 13 παρ. 7 εδ. στ του ν. 4111/2013 (Α 18), 9 παρ. 1 του ν. 4224/2013 (Α 288) και 23 παρ. 2 του ν. 4302/2014 (Α 225)].

Ακολούθησε η δεύτερη τροποποίηση - συμπλήρωση του άρθρου 56 παρ. 8 του ν. 2725/1999 με το άρθρο 12 του ν. 4355/2015 (ΦΕΚ Α 178/18.12.2015), με το οποίο προβλέφθηκε ότι το προσωπικό της - τότε υπό λύση και εκκαθάριση - ΟΔΙΕ ΑΕ (μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που είχε μετατραπεί σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δυνάμει απόφασης του ΑΣΕΠ ή είχε αναγνωρισθεί ή επρόκειτο να αναγνωρισθεί ως ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής απόφασης) μετατάσσεται σε κενές ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού καθώς και σε Ο.Τ.Α, ώστε να γίνει ορθολογικότερη κατανομή των μετατασσομένων με αξιοποίηση των διαφόρων ειδικοτήτων αυτών.

Κατά το χρόνο θέσπισης της εν λόγω ρύθμισης (15.12.2015) είχε προβλεφθεί η οριστική θέση σε λύση και εκκαθάριση της "ΟΔΙΕ ΑΕ" το αργότερο έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης μεταξύ ΤΑΙΠΕΔ και της ανώνυμης εταιρείας "Ιπποδρομίες ΑΕ" περί παραχώρησης του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής αμοιβαίου στοιχήματος επί ιπποδρομιών στην Ελλάδα [άρθρο 2 παρ. 17 του ν. 4338/2015 ( Α 131) με τον οποίο κυρώθηκε η ως άνω σύμβαση παραχώρησης].

Ακολούθησε ο ν. 4373/2016 (Α 49/1.4.2016) με το άρθρο 45 του οποίου τροποποιήθηκε η διατύπωση της ρύθμισης του άρθρου 12 του ν. 4355/2015, χωρίς όμως να θίγεται ουσιαστικά το περιεχόμενο της τελευταίας.

Συνεπώς, ο νομοθέτης θέσπισε με ειδικές διατάξεις [δηλαδή με τα άρθρα 16 του ν. 4326/2015 (Α 49/13.5.2015), 12 του ν. 4355/2015 (Α 178/18.12.2015) με έναρξη ισχύος από 9.12.2015 και 45 του ν. 4373/2016 (Α 49/1.4.2016), με έναρξη ισχύος από 9.12.2015, που παρατίθενται στη με αρίθμηση ΙΙ σκέψη] τις οποίες ενέταξε στην παράγραφο 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 (Α 121/17.6.1999), το δικαίωμα των εργαζομένων στην υπό λύση και εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία "ΟΔΙΕ ΑΕ" να μεταταγούν, με αίτησή τους σε οποιοδήποτε από τα νομικά πρόσωπα - φορείς υποδοχείς που προβλέπονται στο άρθρο 12 του ν. 4355/2015.

Με τις ίδιες διατάξεις ρύθμισε και τα ζητήματα που αφορούν τη βαθμολογική και μισθολογική κατάσταση των μετατασσομένων (συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών τους), ορίζοντας ρητά ότι "τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές ή ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας δεν διατηρούνται ως προσωπική διαφορά".

Οι ως άνω ρυθμίσεις είναι ειδικές σε σχέση με τις ισχύσασες μέχρι την 31.12.2015 ρυθμίσεις των άρθρων 12, 14 και 29 παρ.2 και 31 του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο -βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015 (ΦΕΚ Α 226/27.10.2011) και της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία θεσμοθετήθηκε η από 1.1.2013 ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο που είχε θεσπισθεί με το ν. 4024/2011 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου. Επιπρόσθετα, οι ως άνω διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999, όπως ισχύουν από 9.12.2015, είναι ειδικές και σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 27 παρ. 1 εδαφ.

α και 4 του ν. 4354/2015, που αναφέρονται στη με αρίθμηση ΙΙΙ σκέψη, διότι με τις πρώτες, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 45 του ν. 4373/2016 "ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την ασφαλιστική, βαθμολογική και μισθολογική κατάσταση των μετατασσομένων υπαλλήλων του ΟΔΙΕ στους φορείς υποδοχής και ισχύουν από 9.12.2015", ενώ οι δεύτερες είναι μισθολογικές διατάξεις στις οποίες από 1.1.2016 υπάγονται οι εν γένει απασχολούμενοι στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2527/1999, όπως ισχύει από 9.12.2015, συνάδει με το 22 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει την προστασία της εργασίας και με το οποίο το καλείται το Κράτος να εφαρμόζει πολιτική πλήρους απασχόλησης με μέτρα οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επέμβασή του στην καθόλου εργατική αγορά με σκοπό τη διαμόρφωσή της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται οι θέσεις εργασίας των μισθωτών και έτσι η με το σκοπό αυτό νομοθετική ρύθμιση αποτελεί συνταγματικώς επιτρεπτή ουσιαστική παρέμβαση της Πολιτείας για τη διασφάλιση τόσο του δικαιώματος στην εργασία όσο και των ήδη κεκτημένων δικαιωμάτων του προσωπικού της λυθείσας "ΟΔΙΕ ΑΕ" σχετικά με τη βαθμολογική και τη μισθολογική του εξέλιξη (πρβλ.

ΑΠ 1083/2006).

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση, κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 144/2019). V. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 7.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 598457/2856/21.11.2017 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα:

Ότι από τις 25.11.1980 ο πρώτος και από τις 10.8.2003 ο δεύτερος μέχρι και τις 21.12.2015 (ημερομηνία λύσης της εταιρείας) εργάσθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος - ΟΔΙΕ ΑΕ" και ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης ο πρώτος απασχολήθηκε με την ειδικότητα του ΔΕ Διοικητικού- Λογιστικού με μηνιαίες αποδοχές 2.023 ευρώ (τελευταίος μικτός μισθός) και ο δεύτερος απασχολήθηκε με την ειδικότητα του ΠΕ Διοικητικού με μηνιαίες αποδοχές 1.958,88 ευρώ (τελευταίος μικτός μισθός).

Ότι με τις ΚΥΑ που παραθέτουν για τον καθένα τους, από 9.12.2015 μετατάχθηκαν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Κρωπίας", σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις και ότι έκτοτε απασχολούνται σε αυτόν με την ειδικότητα ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων και ΠΕ Διοικητικού Λογιστικού ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, αμειβόμενοι με μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.518 ευρώ ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων και 1.564 ευρώ ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων.

Ότι αν και ανήκουν στους υποχρεωτικώς μεταταχθέντες στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ υπαλλήλους, λόγω κατάργησης της προηγούμενης υπηρεσίας τους, ήτοι λόγω της εκ του νόμου λύσης και θέσης σε εκκαθάριση της "ΟΔΙΕ ΑΕ", με συνέπεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 παρ. 1 και 4 του ν. 4354/2015 να δικαιούνται να λάβουν ως προσωπική διαφορά το ποσό εκείνο κατά το οποίο οι καταβαλλόμενες από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο μηνιαίες αποδοχές υπολείπονται των μηνιαίων αποδοχών που λάμβαναν από την "ΟΔΙΕ ΑΕ", το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, επικαλούμενο τις διατάξεις του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 4373/2016, διατήρησε το βασικό τους μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί το Νοέμβριο - Δεκέμβριο του έτους 2015 και κατήργησε παράνομα την ως άνω προσωπική διαφορά, που δικαιούνται σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 4354/2015, άλλως και επικουρικά σύμφωνα με τους νόμους 4024/2011 και 4090/2012 (εννοούν το ν. 4093/2012) με αποτέλεσμα αυτοί να λαμβάνουν μειωμένες αποδοχές όχι μόνο σε σχέση με αυτές που ελάμβαναν στην "ΟΔΙΕ ΑΕ", αλλά και σε σχέση με τους υπαλλήλους του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, οι οποίοι εργάζονταν σε αυτόν πριν από την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, καθόσον σε αυτούς καταβάλλεται η προσωπική διαφορά και έτσι οι εν λόγω συνάδελφοί τους, έχοντας τα ίδια έτη προϋπηρεσίας και το ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο, αμείβονται με αποδοχές πολύ υψηλότερες από τις αποδοχές των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων.

Ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι εργαζόμενοι της "ΟΔΙΕ ΑΕ" που μετατάσσονται δεν πρέπει να λάβουν το σύνολο της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών της θέσης που υπηρετούσαν και της θέσης που μετατάχθηκαν, έπρεπε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να τους καταβληθεί η προσωπική διαφορά που αντιστοιχεί σε υπαλλήλους του φορέα υποδοχής με τα ίδια χρόνια υπηρεσίας και τον ίδιο βαθμό και καθήκοντα με τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (χωρίς, όμως, ποσοτικά να προσδιορίζουν την εν λόγω προσωπική διαφορά).

Τέλος, ισχυρίστηκαν ότι η περικοπή της προσωπικής τους διαφοράς είναι παράνομη, ως ερειδόμενη επί νόμου που παραβιάζει τη γενική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος), την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς τους ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τις αποδοχές που ελάμβανε από την "ΟΔΙΕ ΑΕ" και να απέχει από την περικοπή της προσωπικής του διαφοράς, συμμορφούμενο στα προβλεπόμενα στο ν. 4354/2015 και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο, κυρίως δυνάμει ενδοσυμβατικής ευθύνης, άλλως δυνάμει των περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεων, να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 11.446,67 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 8.905,28 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, με την επίκληση ότι τα εν λόγω ποσά συνιστούν την προσωπική διαφορά που προκύπτει μεταξύ:

α) του μηνιαίου μισθού ύψους 2.023 ευρώ που τον Νοέμβριο του 2015 ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων λάμβανε από την ΟΔΙΕ ΑΕ και του μηνιαίου μισθού ύψους 1.518 ευρώ που το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο του κατέβαλε μέσα στο χρονικό διάστημα από 9.12.2015 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2017 και β) του μηνιαίου μισθού ύψους 1.956,88 ευρώ που τον Νοέμβριο του 2015 ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων ελάμβανε από την ΟΔΙΕ ΑΕ και του μηνιαίου μισθού ύψους 1.564 ευρώ που το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο του κατέβαλε μέσα στο χρονικό διάστημα από 9.12.2015 μέχρι και τον Οκτώβριο 2017 (22 μήνες πλέον 2/3 ενός μήνα).

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1478/23.8.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, τη δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε την από 8.3.2019 (με αριθμό κατάθεσης 23237/1731/12.3.2019) έφεση, την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6967/2019 απόφασή του.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την από 7.11.2017 αγωγή των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος κατά λέξη τα εξής: "Οι ως άνω ρυθμίσεις (εννοείται οι παράγραφοι 2 του άρθρου 45 του ν. 4373/16 και 3 του άρθρου 5 της ΚΥΑ ΥΠΠΟΑ/132025/9230/2646/22.4.2016) καταλαμβάνουν και τους ενάγοντες κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, οι οποίοι δικαιούνται μόνο τις αποδοχές του φορέα υποδοχής, χωρίς να διατηρούν προσωπική μισθολογική διαφορά ισούμενη με εκείνη που προκύπτει από τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα προέλευσης ("ΟΔΙΕ ΑΕ") σε σχέση με τις λιγότερες που λαμβάνουν στο φορέα υποδοχής (εναγόμενο).

Ο νομοθέτης των ως άνω διατάξεων (παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 4373/16 και 5 παρ. 3 της ΚΥΑ ΥΠΠΟΑ/ΓΔΥΑ/ΑΤΔΑΔΤΑ/132025/9230/2646/22.4.2016) είναι σαφής. Βούλησή του είναι η μισθολογική προσαρμογή του μετατασσόμενου (μεταφερόμενου) από τον φορέα προέλευσης ("ΟΔΙΕ ΑΕ") στις μισθολογικές αποδοχές του φορέα υποδοχής (εναγόμενο). Μάλιστα περιλαμβάνει ρητή ρύθμιση για τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας, τα οποία δεν θέλει να διατηρηθούν στο φορέα υποδοχής ως προσωπική διαφορά.

Εάν αυτός ήθελε να διατηρηθεί η προσωπική μισθολογική διαφορά στο φορέα υποδοχής (εν προκειμένω εναγόμενο), ήτοι αυτός να καταβάλει περισσότερα από ό,τι στους λοιπούς υπαλλήλους με τα ίδια προσόντα και του αυτού βαθμού που απασχολεί, γεγονός το οποίο όμως θα παραβίαζε τη συνταγματική αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Σ/1975/86/01/08/19, θα το όριζε ρητά, δεδομένου ότι ο ν. 4373/2016 είναι μεταγενέστερος του ν. 4354/16.12.2015 και ως εκ τούτου ο νομοθέτης ήταν γνώστης της προσωπικής διαφοράς του τελευταίου νόμου.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4373/16 είναι ειδικότερη εκείνης του άρθρου 27 παρ. 4 του ν. 4354/16.12.2015 και αυτή θα τύχει εφαρμογής και όχι η τελευταία.

Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) παρίσταται μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Το υποστηριζόμενο από τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους (δηλαδή τους αναιρεσείοντες) ότι η περίπτωσή τους ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 του ν. 4354/16.12.2015 (ΦΕΚ Α 176) που ορίζει ότι: "Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, η προσωπική διαφορά του παρόντος άρθρου παύει να καταβάλλεται.

Εξαίρεση αποτελεί μόνο η υποχρεωτική μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου σε άλλο φορέα λόγω συνολικής ή μερικής μεταφοράς ή κατάργησης της Υπηρεσίας του ή στο πλαίσιο κινητικότητας των υπαλλήλων, όπως αυτή καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, οπότε η εν λόγω προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1" δεν δύναται να βρει έρεισμα σε αυτή και να υπαχθούν αυτοί στην εξαίρεσή της, διότι ο φορέας από τον οποίο προέρχονται ("ΟΔΙΕ ΑΕ") αποτελεί ν.π.ι.δ.

και δη ανώνυμη εταιρεία και όχι "υπηρεσία" με την έννοια που ορίζεται στον ως άνω νόμο "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων/δημόσιες συμβάσεις/μισθολογικά κλπ, αλλά και για τους λόγους που αμέσως ως άνω αναφέρονται". Το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, (δηλαδή ως μη θεμελιούμενη στο άρθρο 27 παρ. 1 και 4 εδαφ.

β του ν. 4354/16.12.2015, βάσει του οποίου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες αξίωναν αφενός τη διατήρηση, ως προσωπικής διαφοράς, του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών που λάμβαναν στη εκ του νόμου λυθείσα και τεθείσα υπό εκκαθάριση "ΟΔΙΕ ΑΕ" και αφετέρου την καταβολή της εν λόγω προσωπικής διαφοράς από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο - φορέα υποδοχής), ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις:

α) των παραγράφων 1 και 4 εδαφ. β του άρθρου 27 ν. 4354/16.12.2015, β) της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 (Α 121/17.6.1999), όπως η παράγραφος 8 συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 4326/2015 (ΦΕΚ Α 46/13.5.2015), και στη συνέχεια με το άρθρου 12 του ν. 4355/2015 (ΦΕΚ Α 178/18.12.2015), τελικά δε αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 4373/2016 (ΦΕΚ Α 49/1.4.2016) και γ) της κατ' εξουσιοδότηση και για την εφαρμογή της ως άνω παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 και όπως αυτή ισχύει από 9.12.2015, εκδοθείσας με αριθμό ΥΠΠΟΑ/132025/9230/2646 (ΦΕΚ Β/1152/22.4.2016) ΚΥΑ, οι οποίες (διατάξεις) αναπτύσσονται στις με αρίθμηση ΙΙ και ΙΙΙ σκέψεις, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία ως προς την υπαγωγή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπως ανώνυμες εταιρίες που ανήκουν στο κράτος, στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4354/2015 η οποία αιτιολογία όμως δεν επηρεάζει το κατά λοιπά ορθό διατακτικό αυτής (αρθ. 578 του ΚΠολΔ).

Εξάλλου, με την ειδική νομοθετική πρόβλεψη της ως άνω παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2527/1999, όπως ισχύει, (με την οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, το προσωπικό της υπό λύση και εκκαθάριση "ΟΔΙΕ ΑΕ", θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως πλεονάζον και μετατάσσεται στους στην ίδια διάταξη οριζόμενους φορείς υποδοχής, λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας υποδοχής και δεν διατηρούνται ως προσωπική διαφορά τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας), δεν εισάγεται ανεπίτρεπτη δυσμενής διάκριση σε βάρος των αναιρεσειόντων έναντι των άλλων εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα που μετατάσσονται ή μεταφέρονται υποχρεωτικά σε άλλο φορέα, των οποίων η προσωπική διαφορά διατηρείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 παρ. 1 και 4 εδαφ.

β του ν. 4354/2015, διότι η ειδική αυτή ρύθμιση κρίθηκε επιβεβλημένη από λόγους κοινωνικού συμφέροντος και συγκεκριμένα για τη διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία και για τη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων της "ΟΔΙΕ ΑΕ", ως προς τη βαθμολογική και τη μισθολογική τους κατάσταση και εξέλιξη, έστω και με μειωμένες κάπως αποδοχές σε σχέση με την προηγούμενη στην ΟΔΙΕ ΑΕ απασχόληση αυτών, οι οποίοι διαφορετικά μετά την εκ του νόμου λύση και εκκαθάριση αυτής (της ΟΔΙΕ ΑΕ" ), θα έμεναν χωρίς εργασία και, εκ τούτου, χωρίς κανένα δικαίωμα στη λήψη αποδοχών από δημόσιο φορέα, αφετέρου δε για την αποφυγή της οικονομικής επιβάρυνσης του φορέα υποδοχής με την καταβολή των υψηλοτέρων αποδοχών που μέχρι τούδε λάμβαναν οι μετατασσόμενοι σε αυτόν υπάλληλοι από την ΟΔΙΕ ΑΕ, όπου απασχολούντο πριν τη λύση αυτής και τη θέση της υπό εκκαθάριση, σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές από τον φορέα υποδοχής στους υπηρετούντες εξ υπαρχής σε αυτόν λοιπούς υπαλλήλους του, παρόλο που αμφότεροι παρέχουν την αυτής φύσεως εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι οι ως άνω ρυθμίσεις (δηλαδή αυτές της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 όπως ισχύει) αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος (όπως αυτό αναλύεται στη με αρίθμηση Ι σκέψη). Επίσης, είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι με τη μη καταβολή των πλήρων αποδοχών που είχαν στην "ΟΔΙΕ ΑΕ", παραβιάσθηκε το προστατευόμενο από το Σύνταγμα περιουσιακό δικαίωμα κάθε υπαλλήλου στην καταβολή των πλήρων αποδοχών του (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που σε κάθε περίπτωση δεν διασφαλίζουν τις αποδοχές των εργαζομένων σε δημόσιους φορείς σε ορισμένο ύψος, ούτε αποκλείουν τη μείωσή τους, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ειδικές ρυθμίσεις της παρ. 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999, όπως ισχύει, θεσπίσθηκαν για την προστασία του δικαιώματος εργασίας των εργαζομένων της εκ του νόμου λυθείσας "ΟΔΙΕ ΑΕ", για τη διασφάλιση των μισθολογικών, βαθμολογικών και ασφαλιστικών τους συνθηκών και προς αποτροπή των δυσμενών οικονομικών τους συνεπειών από την, χωρίς τη ρύθμιση αυτή, απώλεια των θέσεων εργασίας τους.

Επομένως, ο πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι είναι ορισμένοι (παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου) και κρίνονται ενιαίως και με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

VI. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογικές αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτός ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Αντίθετα, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 685/2016, ΑΠ 1779/2012). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, δεν διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 Α.Κ., 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη (Ολ. Α.Π. 4/2012). Εξάλλου η αοριστία των λόγων της έφεσης ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να είχε προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί (ΑΠ 787/2016, AΠ 1379/2003).

Με το πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 520 παρ. 1, 118, 119 Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε το γενικό και αόριστο δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, στον οποίο δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου.

Οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, αναγόμενες σε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δεύτερου λόγου της έφεσης και συνακόλουθα σε δικονομικές ελλείψεις αυτού, στη συγκεκριμένη περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε από το Εφετείο, δεν μπορούν θεμελιώσουν λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση που το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), διότι δεν αφορούν εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου.

Οι ως άνω αιτιάσεις θα μπορούσαν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 8 ή 14 του ΚΠολΔ, εφόσον, όμως, αναφερόταν στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες, ως εφεσίβλητοι, είχαν προβάλει την αοριστία του δεύτερου λόγου της έφεσης του αναιρεσίβλητου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, αφού στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν γίνεται αναφορά περί προβολής της αοριστίας του ως άνω λόγου έφεσης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522, 524 παρ.1, 525, 526 και 536 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Εφετείο, στο οποίο με την έφεση μεταβιβάζεται η υπόθεση, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά και να απορρίψει αυτήν αν δεν στηρίζεται στο νόμο, είναι αόριστη ή απαράδεκτη, αρκεί να ζητεί την απόρριψη της ο εκκαλών, έστω και για άλλο λόγο και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη για τον εφεσίβλητο απόφαση χωρίς την άσκηση εκ μέρους του ιδίας έφεσης ή αντέφεσης (ΑΠ 347/2020, ΑΠ911/2008, ΑΠ 786/2007, ΑΠ 1436/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου Δήμου, ο τελευταίος ζήτησε με τον δεύτερο λόγο αυτής την απόρριψη της σε βάρος του αγωγής ως μη νόμιμης, επικαλούμενος τις περί τούτου ρυθμίσεις του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 4373/2016 σε συνδυασμό με εκείνες της κατ' εξουσιοδότηση αυτού αυτής δημοσιευθείσας με αριθ.

ΥΠΠΟΑ/132025/9230/2646 ΦΕΚ Β 1152/2016 ΚΥΑ, ως ειδικότερες των λοιπών γενικότερων διατάξεων που αφορούν το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Επομένως ορθά στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και; αδιαφόρως του εάν ο σχετικός λόγος είχε προβληθεί ορισμένα ή μη, ερευνήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η νομική βασιμότητα της αγωγής και συνεπώς ο πέμπτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.

VIII. H προσβαλλόμενη απόφαση δεν όφειλε να διαλάβει περαιτέρω παραδοχές σχετικά με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι το αναιρεσίβλητο, αν και αρνείται να τους αναγνωρίσει και να τους χορηγήσει την επίδικη προσωπική διαφορά σε σχέση με το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς τους στην "ΟΔΙΕ ΑΕ", εν τούτοις αναγνωρίζει και χορηγεί την αντίστοιχη μισθολογική παροχή στους υπαλλήλους του, που εργάζονταν σε αυτό πριν την ψήφιση και την εφαρμογή του ν. 4354/2015, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 22 του Συντάγματος), διότι στην από 7.11.2017 αγωγή τους δεν διαλαμβάνονται συγκεκριμένα προς τούτο στοιχεία, προς θεμελίωση σχετικής αξίωσης των αναιρεσειόντων πλην της γενικής αναφοράς, που υπάρχει στην παράγραφο 3 της σελίδας 5 αυτής, στην οποία κατά λέξη αναγράφονται τα εξής: " Το γεγονός μάλιστα ότι μας έχει περικοπεί η προσωπική διαφορά έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνουμε μειωμένες αποδοχές όχι μόνο σε σχέση με αυτές που ελάμβανα στον ΟΔΙΕ, αλλά και σε σχέση με τους υπαλλήλους του Δήμου, οι οποίοι εργάζονταν εκεί πριν από την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, με αποτέλεσμα να υφιστάμεθα διπλή αδικία.

Οι τελευταίοι λαμβάνουν κανονικά την προσωπική τους διαφορά, και ως εκ τούτου, συνάδελφοί μας με τα ίδια έτη με εμάς προϋπηρεσίας και στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο αμείβονται με αποδοχές πολύ υψηλότερες από τις δικές μας". Επιπλέον δε στην ένδικη αγωγή δεν υπάρχουν αιτήματα :α) αναγνώρισης με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 22 του Συντάγματος), της υποχρέωσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, την προσωπική διαφορά που αυτό από 1.1.2016 καταβάλει στους εργαζόμενους που απασχολούσε πριν την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου και που έχουν τα ίδια έτη προϋπηρεσίας και το ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο με τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και β) καταβολής από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ως φορέα υποδοχής, στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες της ως άνω προσωπικής διαφοράς που από 1.1.2016 καταβάλει στους υπαλλήλους του, που έχουν τα ίδια χρόνια υπηρεσίας, τον ίδιο βαθμό και τα ίδια καθήκοντα με τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, η οποία ουδόλως προσδιορίζεται άλλωστε κατά ποσό.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος εκτενέστερα αναλύει το σχετικό αντίθετο ισχυρισμό που περιέχεται και στον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΙΧ. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, τυπικά αυξημένη ισχύ έναντι των νόμων, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, μάλιστα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε, απλώς, γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθούν δικαστικά, με βάση το ήδη ισχύον νομοθετικό καθεστώς ή την πάγια νομολογία (ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΣτΕ 3177/2014).

Δεν περιλαμβάνονται, όμως, οι απλές προσδοκίες (ΣτΕ 720/2008), όταν, ιδίως, η ικανοποίησή τους εξαρτάται από μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα, όπως η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών, υπό τις οποίες κάποιο πρόσωπο επέτυχε να καταλάβει μια θέση εργασίας, της οποίας η διατήρηση είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ή την οικονομική πορεία του φορέα, στον οποίο ανήκει.

Ως εκ τούτου, η απλή προσδοκία του εργαζόμενου να διατηρηθεί στο μέλλον η σύμβαση εργασίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1339/2018). Ειδικότερα, με την εκ του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ παρεχόμενη προστασία δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ.

Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης κ.ά. κατά Ελλάδος, της 20.9.2001, Juhani Saarinen κατά Φινλανδίας, Νο 69136/01, Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψη 23, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας, σκέψη 94, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, καταρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες.

Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι με την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, κοινωνικού προβλήματος.

Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου ιδιαίτερου κοινωνικού συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, Νο 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A.

και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25, Adrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009). Τέλος, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ.

Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50 και ΣτΕ 1284/2012 σκ. 27, ΟλΣτΕ 3177/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε στις με αρίθμηση

ΙΙ και V νομικές σκέψεις, με τις παρατεθείσες ρυθμίσεις της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999, όπως ισχύουν από 9.12.2015, ενόψει της εκ του νόμου λύσης και εκκαθάρισης της "ΟΔΙΕ ΑΕ", επιδιώκεται μεταξύ άλλων, η διασφάλιση του δικαιώματος εργασίας στους εργαζόμενους σε αυτήν και η διατήρηση των κεκτημένων τους ως προς τη βαθμολογική, μισθολογική και ασφαλιστική τους κατάσταση με τρόπο βιώσιμο.

Οι σκοποί αυτοί αποτελούν λόγους κοινωνικού συμφέροντος που δικαιολογούν επαρκώς τη θέσπιση της ρύθμισης: "Το μετατασσόμενο μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό κατατάσσεται στα βαθμολογικά και μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά του προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας και λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας αποδοχής.

Τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας δεν διατηρούνται ως προσωπική διαφορά", με την οποία έπαυσε να καταβάλλονται στους αναιρεσείοντες οι υπέρτερες πλήρεις μηνιαίες αποδοχές που αυτοί εισέπρατταν στην λυθείσα "ΟΔΙΕ ΑΕ". Με τα χαρακτηριστικά αυτά η ανωτέρω ρύθμιση δεν εισάγει μέτρα απρόσφορα και μάλιστα προδήλως για την επίτευξη των ως άνω επιδιωκόμενων σκοπών ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος όπως αυτοί διαλαμβάνονται ειδικότερα στην με αρίθμηση V νομική σκέψη.

Κατόπιν αυτών, αβασίμως προβάλλεται με τον έβδομο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ότι οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999, όπως ισχύει, βάσει των οποίων το αναιρεσίβλητο δεν διατήρησε ως προσωπική διαφορά τις πλήρεις μηνιαίες αποδοχές που οι αναιρεσείοντες είχαν το Δεκέμβριο του 2015 στη εκ του νόμου λυθείσα "ΟΔΙΕ ΑΕ" είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου.

Χ. Η διαπίστωση της αναγκαιότητας ως προς την ίδρυση ή τη λύση και εκκαθάριση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποτελεί αντικείμενο της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους και των υποκειμένων φορέων δημόσιας εξουσίας (άρθρο 26 παρ. 2, 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 και 101 επ. του Συντάγματος).

Η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να σταθμίζεται σύμφωνα με τις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης και οικονομικότητας της δημόσιας διοίκησης. Η στάθμισή της, όμως, που γίνεται στο πλαίσιο μιας νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, αποτελεί πάντοτε κυβερνητική επιλογή και ευθύνη.

Κατόπιν η στάθμιση αυτή, ως πολιτική βούληση για την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, εκτελείται με τις αντίστοιχες κανονιστικές διατάξεις. Η δικαστική λειτουργία του Κράτους έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος).

Κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις αυτές, όμως, τα δικαστήρια ουδόλως έχουν τη δικαιοδοσία να ελέγχουν την ορθότητα της κυβερνητικής πολιτικής (μεταξύ άλλων και) και ως προς τη λύση ΝΠΙΔ ανήκοντος στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ένας τέτοιος έλεγχος μόνο οριακός θα μπορούσε να είναι, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των σχετικών πολιτικών επιλογών και των συναφών κανονιστικών διατάξεων πρέπει να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού και να μην πλήττει δυσαναλόγως σπουδαιότερα συμφέροντα των προσώπων, τα οποία αναπτύσσουν νομίμως τις δραστηριότητές τους, στον ίδιο χώρο και χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ.

δ του Συντάγματος (ΑΠ 1339/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η εκ του νόμου λύση και εκκαθάριση της ανώνυμης εταιρείας "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος - ΟΔΙΕ ΑΕ" που ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ήταν κυβερνητική επιλογή, η οποία εκτελέσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 7 (στ) του ν. 4111/2013 και με το ν. 4338/2015.

Προκειμένου δε να διασφαλισθεί το δικαίωμα εργασίας του προσωπικού της και να αποφευχθούν οι, λόγω της λύσης της, δυσμενείς σε βάρος του οικονομικές συνέπειες, θεσμοθετήθηκαν (κατά χρονολογική σειρά) τα άρθρα 16 του ν. 4326/2015 (Α 49/13.5.2015), 12 του ν. 4355/2015 (Α 178/18.12.2015) με έναρξη ισχύος από 9.12.2015 και 45 του ν. 4373/2016 (Α 49/1.4.2016), με έναρξη ισχύος από 9.12.2015, που παρατίθενται στη με αρίθμηση ΙΙ σκέψη, τα οποία εντάχθηκαν στην παράγραφο 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 (Α 121/17.6.1999).

Επομένως, η εκ του νόμου λύση της "ΟΔΙΕ ΑΕ" και η με νομοθετικές ρυθμίσεις διασφάλιση των θέσεων εργασίας των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων (νομοθετικών ρυθμίσεων) είναι και διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4373/2016, που τροποποίησε τη διατύπωση της ρύθμισης του άρθρου 12 του ν. 4355/2015 χωρίς να θίγεται το περιεχόμενο αυτής, δεν προσκρούει στην αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της Διοίκησης, διότι, η συγκεκριμένη επιλογή της Πολιτείας δεν έπληξε δυσανάλογα τα οικονομικά συμφέροντα των εργαζομένων στην "ΟΔΙΕ ΑΕ", μεταξύ των οποίων είναι και οι αναιρεσείοντες.

Ενόψει αυτών, είναι αβάσιμοι οι περιλαμβανόμενοι στον όγδοο λόγο αναίρεσης ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τους οποίους το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθώς εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4376/2016, παρότι προσκρούει στην αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της Διοίκησης.

ΙΙ. Περαιτέρω, οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του ν. 2725/1999 όπως ισχύουν από 9.12.2015, που όρισαν ότι το μόνιμο και το συνδεόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό της εκ του νόμου λυθείσας και τεθείσας σε εκκαθάριση "ΟΔΙΕ ΑΕ" λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας υποδοχής και ότι τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας δεν διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, δεν παρίσταται απρόσφορο και μάλιστα προδήλως μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού να αποτραπούν η απώλεια των θέσεων εργασίας των συγκεκριμένων εργαζομένων λόγω της λύσης του φορέα που απασχολούντο και οι συνεπεία αυτής δυσμενείς σε βάρος τους οικονομικές συνέπειες.

Εξάλλου, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα ως άνω μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/2021, πρβλ. ΟλΣτΕ 3372. 3373/2015, ΟλΣτΕ 3177/2014), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται στη χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του Κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Α.Α. Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος της 7.5.2013 σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος της μεταφοράς του ως άνω προσωπικού στους φορείς υποδοχής, ή αν θα έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ Ε.Δ.Δ.Α.

Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος σκ. 48, σχ. ΟλΑΠ 1/2021). Περαιτέρω, ενόψει του εκτεθέντος λόγου θέσπισης των ως άνω διατάξεων και των ρυθμίσεων που αυτές διαλαμβάνουν ως προς τον καθορισμό του συνολικού πραγματικού χρόνου υπηρεσίας του μετασσόμενου προσωπικού της ΟΔΙΕ ΑΕ για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής του εξέλιξης και για κάθε άλλη συνέπεια, ώστε να περιοριστεί σε μικρότερο ποσοστό η μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών που αυτό είχε κατά το χρόνο λύσης της "ΟΔΙΕ ΑΕ", δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επερχόμενη με τις εν λόγω διατάξεις μείωση των ως άνω αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων της εκ του νόμου λυθείσας και τεθείσας σε εκκαθάριση "ΟΔΙΕ ΑΕ" (σχ.

ΟλΑΠ 1/2021). Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενης συνταγματικότητας από τους αναιρεσείοντες διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4373/2016 δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος της εργασίας των αναιρεσειόντων και του δικαιώματός τους περί μη μείωσης των μηνιαίων τους αποδοχών και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.

Επίσης η ως άνω διάταξη δεν παραβιάζει και το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή επέφερε μηνιαία περικοπή στις αποδοχές του πρώτου αναιρεσείοντος ύψους 505 ευρώ και στις αποδοχές του δεύτερου αναιρεσείοντος 392,88 ευρώ, η οποία (περικοπή), σε σχέση με τις μηνιαίες αποδοχές ύψους 1518 ευρώ και 1564 ευρώ, αντίστοιχα, που το αναιρεσίβλητο τους καταβάλει, δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των αναιρεσειόντων και των οικογενειών τους.

Επομένως, οι ένατος και δέκατος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι κρίνονται ενιαίως και με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης 7320/868/30.09.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 6967/18.12.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ