10/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή -Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated10/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 10 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 10/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή -Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σ. Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ε. Κ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Παναγιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 78/2015 μη οριστική και 90/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την 4-1-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.
Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015). Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 479/2015) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 638/2016).
Να σημειωθεί ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν, κατά κανόνα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσίασης (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχώρησης, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου (ΑΠ 309/2012). Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 1198/2014).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 160/2014). Εκ τρίτου, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ' αριθ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (ΟλΣτΕ 34/2013, ΑΠ 596/2016).
Με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιάς έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 998/79) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.
Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 596/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με την αναιρεσιβαλλομένη, 90/2018, απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ.
Κ., που ορίστηκε με την 78/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το 3063/1996 συμβόλαιο του συμβ/φου ... Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ. ...
και α/α 34749), ο Ι. Τ. του Α. μεταβίβασε στον ενάγοντα λόγω πώλησης την κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "Χ. Σ." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 10.020 τ.μ., που εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο παραπάνω συμβόλαιο από Ιουνίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Ε. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΑ και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Θ., δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ι. Τ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ., βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Ι. Τ. και εν μέρει με επαρχιακό δρόμο ... προς ... και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Θ.. Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος σε μεγαλύτερη έκταση, εμβαδού 16.811 τ.μ., με το 35.391/1978 συμβόλαιο, ανταλλαγής ακινήτων του τ. συμβ/φου ... Α. Π., νομίμως μεταγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τ. ... και α/α 20.746), η οποία ανταλλαγή έλαβε χώρα μεταξύ του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και του Σ.
Π. Α.. Στον τελευταίο το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση, εμβαδού 72.515 τ.μ., με αγορά από την Ζ. - Ρ. θυγατέρα Ν. Κ. με το 31.779/1976 συμβόλαιο του παραπάνω συμβ/φου Α. Π., νομίμως μεταγραφέντος στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών. Στη Ζ. - Ρ. Κ. το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τον Ε.
Μ. του Α., δυνάμει του 12632/1974 συμβολαίου του τ. συμβ/φου ... Δ. Μ., νομίμως μεταγραφέντος στα παραπάνω βιβλία (τ. 142 και α/α 18654). Στον Ε. Μ. του Α. το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση εμβαδού 141.978 τ.μ. με το 3895/1958 διανεμητήριο συμβόλαιο του τ. συμβ/φου ... Α. Π., νομίμως μεταγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τ. ...
και α/α 9826). Δυνάμει του διανεμητηρίου αυτού συμβολαίου ο Ν. Α. Μ. και ο Ε. Α. Μ. διένειμαν ακίνητο συγκυριότητάς τους, έκτασης 600 στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν ήταν, που βρισκόταν στη θέση "Χ. Σ.", στους οποίους είχε περιέλθει εν μέρει δυνάμει της 12.743/1914 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος το έτος 1927 θείου τους Ε.
Σ. Μ., που είχε συνταχθεί από τον ποτέ συμβ/φο ... Π. Μ. και εν μέρει από αγορά δυνάμει: α) του 12.652/1924 συμβολαίου του ποτέ συμβ/φου ... Α. Π., με το οποίο αγόρασαν το 1/12 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, αποτελούμενου από πετρώδη και καλλιεργήσιμη έκταση, κειμένου στη θέση "Χ. Σ.", από τον Ε. Π., στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Α.
Π., στον οποίο είχε περιέλθει με το 45828/1889 συμβόλαιο του τ. συμβ/φου ... Ι. Π. από κληρονομιά του θείου του Ι. Γ. Α., που απεβίωσε το 1881, β) του 588/1924 συμβολαίου του τ. συμβ/φου ... Δ. Χ., με το οποίο αγόρασαν το 1/12 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, πρώην αμπέλου εμβαδού 16 στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν ήταν, από την Ά. θυγ. Ι.
Ε., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά της αποβιωσάσης το 1896 μητέρας της Σ. Ι. Ε. και σ' αυτήν από κληρονομιά του θείου της Ι. Γ. Α., ο οποίος απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, το 1881, γ) του 1164/1924 συμβολαίου του παραπάνω συμβ/φου Δ. Χ., με το οποίο αγόρασαν το 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός λιβαδίου 500 στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν ήταν στις θέσεις "Χ.
Σ., Μ., Α., Ν." από την Χ. Μ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1913 πατρός της Α. Μ., δ) με το 1290/1924 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω,συμβ/φου Δ. Χ., με το οποίο αγόρασαν τα 2/16 εξ αδιαιρέτου ενός λιβαδίου 500 στρεμμάτων στις θέσεις "Χ. Σ., Μ., Α., Ν." από τις Ε. χα Ο. Μ. και Κ. θυγατέρα Ο. Μ., στις οποίες είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1898 συζύγου και πατρός τους αντίστοιχα Ο.
Μ. και στον τελευταίο είχε περιέλθει με το νόμιμα μεταγραμμένο 10129/1892 συμβόλαιο του συμβ/φου Πατρών Κ. Χ. από κληρονομιά του ανωτέρω Ι. Γ. Α., ε) με το 226/1923 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβ/φου Δ. Χ. αγόρασαν έναν αγρό 12 στρεμμάτων από τον Π. Δ. στον οποίο είχε περιέλθει με το 318/1910 προικώο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος ...
Ν. Κ. και στ) με το 7223/1932 πωλητήριο συμβόλαιο του παραπάνω συμβ/φου Δ. Χ.. Τα παραπάνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια είναι νόμιμα μεταγραμμένα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τ. ... και με α/α 2902, 2842, 2973, 3013 και 2748 αντίστοιχα τα πέντε πρώτα και στον τ. 70 και με α/α 4280 το τελευταίο. Στον κληρονομουμένο θείο των παραπάνω αδελφών Ν.
και Ε. Μ. του Σ. το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα με τον Δ. Θ. του Π., κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τις Ζ. θυγ. Σ. Θ. και Α. χα I. Θ. δυνάμει του 564/1915 συμβολαίου του τ. συμβ/φου ... Μ. Π., στις πωλήτριες δε αυτές είχε περιέλθει στην μεν πρώτη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1898 πατέρα της και στη δεύτερη από κληρονομιά των θυγατέρων της Γ.
και Α. Θ. του Ι., που προαπεβίωσαν και είχαν αποκτήσει το ποσοστό εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα τους Ι. Θ. που είχε αποβιώσει πριν από 30 έτη. Ο αναφερόμενος στα παραπάνω συμβόλαια Ι. Α. Γ., εν μέρει με τα 16812/1868, 18212/1869, 18555/1869, 23297/1873, 23340/1873, 20074/1871, 24441/1874 συμβόλαια του τ. συμ/φου ... Ι. Π. και εν μέρει με παραχωρήσεις από το Ελληνικό Δημόσιο που πραγματοποιήθηκαν με τα 9701 και 9708/1878 παραχωρητήρια του Υπουργείου Οικονομικών είχε αποκτήσει μείζονα έκταση και δη "αγρόν", στη θέση "Χ.
Σ." της περιφέρειας του Δήμου .... Από την παραπάνω αδιάκοπη σειρά τίτλων, εφόσον είτε τα προηγούμενα συμβόλαια αναφέρονται στα επόμενα είτε προκύπτει από αυτά διαδοχή στα πρόσωπα των εκάστοτε ιδιοκτητών, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται σε όλους τους προαναφερόμενους τίτλους. Στο συμπέρασμα άλλωστε αυτό κατέληξε και ο πραγματογνώμονας με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Ο προαναφερόμενος απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ι. Γ. δεν είχε κατιόντες και κληρονομήθηκε από τους προαναφερόμενους πλησιέστερους συγγενείς του, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του και ασκούσαν από κοινού τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής. Το ίδιο έπραξαν και οι μνημονευόμενοι στα παραπάνω συμβόλαια ως αποκτήσαντες μεταγενέστερα τμήματα του αρχικού ακινήτου ως κληρονόμοι.
Να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκαν μεν οι μερικότερες πράξεις νομής επί του ακινήτου αυτού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ζων άνθρωπος, ο οποίος θα μπορούσε να καταθέσει επ' αυτών, ωστόσο από το γεγονός αφενός ότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, που γεννήθηκε το έτος 1934, η γιαγιά του έλεγε ότι παλιότερα ιδιοκτήτες ήταν ο Θ., ο Γ.
και ότι οι Μ. είχαν εφτακόσια πρόβατα και αφετέρου ότι οι παραπάνω κληρονόμοι προέβαιναν σε μεταβιβάσεις τμημάτων του μείζονος ακινήτου και το ίδιο έπρατταν και οι αποκτώντες από αυτούς με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, αποδεικνύεται ότι αυτοί κατείχαν και κυρίευαν αυτό, με αποτέλεσμα όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος να καταστούν συγκύριοι τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι από το έτος 1873 (εφόσον και κατά το προγενέστερο δίκαιο υπήρχε η δυνατότητα συνυπολογισμού του χρόνου νομής και των δικαιοπαρόχων) ή το αργότερο από το έτος θανάτου του δικαιοπαρόχου τους κατά το έτος 1881 έως την 11-9-1915 παρήλθε ο απαιτούμενος κατά το προ ισχύσαν δίκαιο χρόνος των 30 ετών για την απόκτηση της κυριότητας των ακινήτων με τον ανωτέρω πρωτότυπο τρόπο.
Με τις ανωτέρω πράξεις και τους προαναφερόμενους τίτλους οι αδελφοί Ε. και Νικόλαος Μ. του Αν. και ο Δ. Θ. του Π. κατέστησαν συγκύριοι όλης της προαναφερόμενης έκτασης που ανήκε στον Ι. Γ. Α.. Η έκταση αυτή ανερχόμενη σε 658 περίπου στρέμματα, ευρισκόμενη στη θέση "Χ. Σ., Μ., Α., Ν." διανεμήθηκε δυνάμει του 3881/1958 συμβολαίου παραλαβής κληρονομικής μερίδος του τ.
συμβ/φου ... Δ. Π., η οποία (διανομή) επιτράπηκε δυνάμει της 1158/1958 απόφασης του Νομάρχη ..., στην οποία αναφέρεται ότι επιτρέπεται η ελεύθερη διανομή ή μεταβίβαση της ανωτέρω εδαφικής έκτασης, που χαρακτηρίζεται ως "αγροτική Γαιοκτησία" ανήκουσα στους προαναφερόμενους συνιδιοκτήτες. Με την ανωτέρω διανομή λύθηκε μερικά η κοινωνία του δικαιώματος κυριότητας στο ανωτέρω ακίνητο, εφόσον ο Δ.
Θ. έλαβε την αναλογούσα μερίδα του (1/9 εξ αδιαιρέτου) συνολικής έκτασης 120 περίπου στρεμμάτων. Εξακολούθησε ωστόσο να υφίσταται η κοινωνία του παραπάνω δικαιώματος μεταξύ των αδελφών Μ. στην απομείνασα έκταση, η οποία λύθηκε με το προαναφερόμενο 3895/1958 συμβόλαιο. Επομένως ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ι.
Τ., αλλά και οι προηγούμενοι δικαιοπάροχοι του από την προαναφερόμενη περιέλευση της νομής του επίδικου σ' αυτούς, η οποία ανάγεται τουλάχιστον στο έτος 1881 ασκούσαν επ' αυτού συνεχώς και αδιάκοπα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 150 ετών, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτού και χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ το δικαίωμα κυριότητας τους, όλες τις πράξεις που προσιδίαζαν σ' αυτό (οι αδελφοί Μ.
με εκμίσθωση των μη καλλιεργούμενων τμημάτων σε τρίτους για βόσκηση των ζώων τους, των δε καλλιεργήσιμων με καλλιέργεια σιτηρών, βρόμης, ρεβιθιών κλπ, ο Ι. Τ. με εκμίσθωση και όμοια καλλιέργεια και εν τέλει με φύτευση ελαιόδενδρων) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας και εικοσαετίας, με αποτέλεσμα τόσο ο άμεσος όσο και απώτεροι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος να έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία.
Συνεπώς και ο ενάγων, ως αποκτήσας από κύριο, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, αλλά και με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση του χρόνου νομής του και αυτού των δικαιοπαρόχων του. Ειδικότερα ο ενάγων από την περιέλευση της νομής του επιδίκου σ' αυτόν, με τα εντός αυτού ελαιόδενδρα, επόπτευε και καλλιεργούσε αυτό, περιποιόταν τα ελαιόδενδρα και συνέλλεγε τον καρπό τους, χωρίς ποτέ το εναγόμενο να αμφισβητήσει το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού.
Το τελευταίο ισχυρίζεται ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στην κυριότητά του που αποκτήθηκε λόγω του αποτελούντος τεκμήριο κυριότητας, χαρακτήρα αυτού ανέκαθεν ως δημόσιας δασικής έκτασης, ή ως λιβαδίου ή ως βοσκότοπου, προσκομίζει δε προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών την 20-4-2015 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας και αυτοψίας που συνέταξε ο δασολόγος Α.
Β.. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση αυτή, το επίδικο βρίσκεται επί λοφίσκου στις ακροτελεύτιες νοτιοανατολικές υπώρειες του όρους Α. στη θέση "Α. Α." σε ευρύτερη επίπεδη έκταση, απέχουσα από τον αγροτικό δρόμο του έτους 1945 110 μ. με κλίσεις εδάφους 5%-18%. Στην αεροφωτογραφία - ψηφιακή ορθοφωτογραφία έτους λήψης 1945 το επίδικο καλύπτεται από πολύ χαμηλή χορτολιβαδική βλάστηση με κάλυψη 70-80%, δεν υπάρχουν θάμνοι ή δέντρα, αλλά αγρωστώδη κτηνοτροφικά ετήσια/διετή είδη, εδώ κι εκεί αναγνωρίζονται γυμνές από χαμηλά χόρτα επιφάνειες.
Το τμήμα των 10,085 στρεμ. (επίδικο) αποτελεί μέρος του ενιαίου λοφίσκου - χαμηλού ύψους λόφος - μόλις 30 μέτρων σε σχέση με το επίπεδο έδαφος. Τόσο στον φωτογραφικό τόνο, όσο και στην υφή - οι γεωργικές καλλιέργειες (κυρίως δεντρώδεις και σπάνια εκτατικές εμφανίζονται στην περιοχή), που περικλείουν το εν λόγω από ανατολικά, δυτικά, νότια και βόρεια της περιοχής - αποτυπώνονται σημαντικές διαφορές, καθιστώντας ευκρινή τον διαχωρισμό του πολύ χαρακτηριστικού λοφίσκου, σε σχέση με τις περί αυτού γεωργικές καλλιέργειες.
Το επίδικο σαφώς δεν φέρει δασική βλάστηση, ούτε υψηλή (δέντρα/θάμνοι) ούτε χαμηλή (ημίθαμνοί) και με βεβαιότητα η εν λόγω έκταση δεν καλλιεργείται γεωργικά αλλά πρόκειται για χορτολιβαδική έκταση. Ότι γύρω από τον λόφο δεν αποτυπώνονται δασικές εκτάσεις (εκτός από χαμηλό λόφο σε απόσταση 320 μέτρων βόρεια του επιδίκου), το επίδικο με σχετική βεβαιότητα βόσκεται, δεν φαίνεται να έχει καλλιεργηθεί, ενώ στα νότια και ανατολικά, ξεκινά στενό μονοπάτι διέλευσης ανθρώπων και ζώων που μετακινούνται από και προς τους γύρω αγρούς.
Ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι έντονη και υπογραμμίζεται από τις εντατικές δεντρώδεις καλλιέργειες (περί του μικρού λόφου), η απόλυτη δε ομοιομορφία του φωτογραφικού τόνου αποδεικνύει την ανθρώπινη επέμβαση με τον ένα (φυσική βλάστηση) ή τον άλλο τρόπο (τεχνητοί λειμώνες). Στην αντίθετη περίπτωση δηλ.
ποικιλία' και εναλλαγή τόνων με κοκκώδη υφή, θα πρόδιδε δασική βλάστηση ή ακόμη και μη ανθρώπινη δραστηριότητα. Επιπλέον στην αεροφωτογραφία του έτους 1960 σε γενικές γραμμές δεν διακρίνονται στο επίδικο διαφορές σε σχέση με το 1945 και αυτό αποτελεί πιθανά βοσκότοπο, στην αεροφωτογραφία του έτους 1972 το επίδικο εμφανίζει την ίδια εικόνα με το 1960 και δεν διακρίνεται δασική βλάστηση, αλλά πολύ χαμηλά φρύγανα, μαζί με αγρωστώδη είδη (κτηνοτροφικά χόρτα, όπως βρώμη κλπ), στην αεροφωτογραφία του έτους 1986 διακρίνεται νεόφυτε ία ελαιώνα 3 έως 5 ετών, ενώ στις αεροφωτογραφίες των ετών 2003 και 2012 το επίδικο καλλιεργείται γεωργικά ως ελαιώνας.
Να σημειωθεί ότι η κάλυψη του επιδίκου από χορτολιβαδική βλάστηση με αγρωστώδη κτηνοτροφικά ετήσια ή διετή φυτά, δεν προσδίδουν σ' αυτό τον χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου κατά την έννοια του ΒΔ 3/15-12-1833, αφού η βλάστηση αυτή δικαιολογείται, δεδομένου ότι, ναι μεν στους προαναφερόμενους τίτλους γίνεται λόγος για αγρούς και αγρολίβαδα και τον χαρακτηρισμό αγρολίβαδο φέρει και το ακίνητο των 600 στρεμμάτων που διένειμαν το έτος 1958 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος αδελφοί Ε.
και Ν. Μ., υπό την προφανή έννοια ότι άλλα τμήματα αυτών αποτελούσαν αγρούς και άλλα λιβάδια, στα οποία είχε αναπτυχθεί ποώδης χορτολιβαδική βλάστηση, προφανώς λόγω εγκατάλειψης της καλλιέργειάς τους και της χρήσης τους για βόσκηση ζώων, όπως συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι με την 241/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, περί καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την κατασκευή αρδευτικού δικτύου ζωνών 12-14 πεδιάδας Αχελώου και αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής, οι προαναφερόμενοι αδελφοί Ε.
Μ. του Α. και Ν. Μ. του Α. αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της παραπάνω αποζημίωσης ως κύριοι τεμαχίων "ορεινών και ανεπίδεκτων καλλιέργειας". Επίσης από την 2532/28-6-1983 βεβαίωση του Δασαρχείου ... με την οποία ο οικείος Δασάρχης βεβαιώνει ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της βεβαίωσης αυτής το μείζον ακίνητο των 16.811 τ.μ., που φέρεται σαν ιδιοκτησία του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Ι.
Τ. του Α., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, δεν αποτελεί δασική έκταση, προκύπτει ότι το επίδικο δεν αποτελούσε ποτέ και στο παρελθόν δασική έκταση, αφού η βεβαίωση αυτή χορηγήθηκε στον Ι. Τ. για να την χρησιμοποιήσει στο Πολεοδομικό Γραφείο ..., προφανώς για την έκδοση οικοδομικής άδειας της οικίας που, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, κατασκεύασε αυτός (Ι.
Τ.) στο παραπάνω ακίνητο, δεν θα χορηγούνταν δε η βεβαίωση αυτή αν το ακίνητο αποτελούσε στο παρελθόν δασική έκταση. Επομένως οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγομένου πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι δεδομένου ότι από την παραπάνω τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας και αυτοψίας, που άλλωστε αποτελεί και το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζει το εναγόμενο προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών, δεν προκύπτει, ότι κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος των ΒΔ 17-11/1-12-1836 και 3/15-12-1833 το επίδικο είχε τον χαρακτήρα δημόσιας δασικής έκτασης ή λιβαδίου ή βοσκότοπου.
Επίσης ουσιαστικά αβάσιμοι και συνεπώς απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου δυνάμει της από 9-7-1835 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των 6-6/7-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ή ότι το ίδιο νεμόταν αυτό δίανοια κυρίου και έτσι έγινε κύριο με έκτακτη χρησικτησία, ή ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο, καθώς κανένας από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν αποδείχθηκε.
Αντίθετα το εναγόμενο είτε διά των οργάνων του, είτε αμέσως το ίδιο είχε αναγνωρίσει στο παρελθόν την κυριότητα του άμεσου και των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο και συγκεκριμένα α) με την 1158/19-2-1958 απόφαση της Νομαρχίας ... ήρθησαν οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν.3250/1924, όπως τροποποιήθηκε με τους Ν. 2148 και 2258/1952 και επετράπη η διανομή μεταξύ αφενός των αδελφών Ε.
και Ν. Μ. και του Δ. Θ. και αφετέρου των αδελφών Μ. διά των προαναφερόμενων 3881/1958 και 3895/1958 συμβολαίων, αρχικά του μείζονος ακινήτου των 658 περίπου στρεμμάτων και στη συνέχεια αυτού των 600 περίπου στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, το οποίο είχε εξαιρεθεί της απαλλοτριώσεως, β) με την προαναφερόμενη 241/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου οι αδελφοί Ε.
Μ. του Α. και Ν. Μ. του Α. αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης λόγω της παραπάνω απαλλοτρίωσης ως κύριοι των απαλλοτριωθέντων τμημάτων της παραπάνω ιδιοκτησίας τους, γ) όπως προκύπτει από την 9493/1978 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε αγωγή του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Ι.
Τ. του Α., κατά του και νυν εναγομένου, με την οποία αυτός ζητούσε την καταδίκη του τελευταίου σε αποζημίωσή του, επειδή η Εφορεία Κλασσικών Αρχαιοτήτων ... δεν ενέκρινε τη χορήγηση άδειας εκχερσώσεως του μείζονος ακινήτου του, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ως ευρισκόμενο παρά το τείχος της αρχαίας πόλης Α.
το εναγόμενο συνομολόγησε με τις προτάσεις του την κυριότητα του ενάγοντος (Ι. Τ.) στο εν λόγω ακίνητο, άρα και στο επίδικο. Ενόψει όλων των παραπάνω ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με νόμιμο τίτλο, αφού απέκτησε, από κύριο, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν αναγκαίο να έχει συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, εφόσον το επίδικο δεν είχε ποτέ τις ιδιότητες που αναφέρονται στις προαναφερόμενες ενστάσεις του εναγομένου.
Κατά τη διαδικασία όμως της κτηματογράφησης το ακίνητο αυτό, αποτυπώθηκε στις πρώτες εγγραφές του κτηματολογικού βιβλίου του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου Μεσολογγίου με ΚΑΕΚ ...003008/0/0 ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Εφόσον όμως δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου έχει ο ενάγων και όχι το εναγόμενο, η παραπάνω εγγραφή του ακινήτου αυτού ως ανήκον στο τελευταίο είναι εσφαλμένη και θα πρέπει να διορθωθεί" Επί τη βάσει των παραδοχών αυτών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα, μετά από έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), 15/09 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ'ουσίαν αγωγή αυτού, έκανε δεκτή την αγωγή του, αναγνώρισε αυτόν κύριο του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την επ'ονόματί του διόρθωση της πρώτης (γενομένης επ'ονόματι του αναιρεσείοντος) κτηματολογικής εγγραφής.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δασικής μορφής και ότι υπό τον δασικό χαρακτήρα τούτου νομή, δυνάμενη, να θεμελιώσει κτήση κυριότητος με χρησικτησία (είτε από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου είτε από αυτόν τον ίδιο), συνιστά μόνο η υλοτομία ή εκμετάλλευσή του βάσει αδειών της δασικής αρχής και ότι τέτοιου είδους νομή δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ο αναιρεσίβλητος (τόσον όσον αφορά στην κτήση κυριότητος του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από τον δικαιοπάροχον αυτού, όσο και εν σχέσει προς την κτήση κυριότητος του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας απ'τον ίδιο) και ότι, επομένως, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητος με τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε απ'τον δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, ούτε δε από τον ίδιο, ως άνω.
Προσέτι το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν δέχθηκε το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, κατά τα άνω εκτιθέμενα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 2 παρ.2 εδ.α' περ.α' του α.ν.1539/1938, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή της και δή, ότι στην αεροφωτογραφία - ψηφιακή ορθοφωτογραφία έτους λήψης 1945 το επίδικο καλύπτεται από πολύ χαμηλή χορτολιβαδική βλάστηση με κάλυψη 70-80%, ότι δεν υπάρχουν θάμνοι ή δένδρα, αλλά αγρωστώδη κτηνοτροφικά ετήσια / διετή είδη, ότι εδώ κι εκεί αναγνωρίζονται γυμνές από χαμηλά χόρτα επιφάνειες, ότι το τμήμα των 10,085 στρεμ. (επίδικο) αποτελεί μέρος του ενιαίου λοφίσκου - χαμηλού ύψους λόφου - μόλις 30 μ.
σε σχέση με το επίπεδο έδαφος, ότι τόσο στον φωτογραφικό τόνο, όσο και στην υφή οι γεωργικές καλλιέργειες (κυρίως δεντρώδεις και σπάνια εκτατικές εμφανίζονται στην περιοχή) που περικλείουν το εν λόγω ακίνητο από ΑΝ., ΔΥΤ., ΝΟΤ. και ΒΟΡ. της περιοχής, αποτυπώνονται με σημαντικές διαφορές, που καθιστούν ευκρινή το διαχωρισμό του πολύ χαρακτηριστικού λοφίσκου, σε σχέση με τις περί αυτού γεωργικές καλλιέργειες, και ότι κατόπιν τούτου, το επίδικο δεν φέρει δασική βλάστηση, ούτε υψηλή (δένδρα - θάμνους), ούτε χαμηλή (ημίθαμνους), ότι δε, με βεβαιότητα, η εν λόγω έκταση δεν καλλιεργείται γεωργικά, αλλά ότι πρόκειται για χορτολιβαδική έκταση.
Μετά ταύτα το αναιρεσείον επιρρίπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'αρθρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθότι στηρίζεται στην λανθασμένη προϋπόθεση, ότι το επίδικο ακίνητο έχει δασική μορφή, ενώ, κατά τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα παραδοχές του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, το εν λόγω ακίνητο δεν είναι δασική έκταση.
IV. Με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, διότι, αφενός μεν στερείται νόμιμης βάσεως και συγκεκριμένα, στερείται αιτιολογιών επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εν πάση δε περιπτώσει, οι αιτιολογίες του είναι ανεπαρκείς για τη θεμελίωση της κρίσεως ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου απέκτησε κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση νομής από το έτος 1978 και εντεύθεν, καθώς:
α) δεν αναφέρει άδεια της δασικής αρχής για οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο, το οποίο το αναιρεσείον απέδειξε ότι έχει δασική (χορτολιβαδική) μορφή, β) δεν αναφέρει οποιαδήποτε πράξη νομής, που θα μπορούσε να συνάδει με τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου και η οποία δεν θα απαιτούσε ενδεχομένως άδεια της δασικής αρχής, αφετέρου δε στερείται νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικότητος των αιτιολογιών, αφού, καίτοι δέχεται ότι το επίδικο είναι χορτολιβαδική έκταση, αναφέρει περαιτέρω ότι το επίδικο δεν είχε ποτέ τις ιδιότητες που αναφέρει το αναιρεσείον, ενώ είναι σαφές ότι η άσκηση πράξεων νομής σε δάσος, χωρίς την άδεια της δασικής αρχής θίγει τα δικαιώματα τούτου (αναιρεσείοντος), κατά το μέτρο που οι πράξεις αυτές νομής δεν εγκρίνονται από την δασική αρχή, ώστε να είναι σύμφωνες με τον προορισμό των δασών.
Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην ίδια λανθασμένη προϋπόθεση, που αναπτύσσεται στην αντιμετώπιση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ότι, δηλαδή, το επίδικο ακίνητο είναι δασικής μορφής, ενώ το Εφετείο ανελέγκτως έκανε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι δασική έκταση.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στο ηττώμενο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αντιστοίχου αιτήματός του, συμφώνως προς το διατακτικό, κατ' άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57, ως ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Ε. Κ. περί αναιρέσεως της 90/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων ευρώ (300€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ