Legislator Case Law & Legislation
10/2018 AI generated

10/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 10/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. µε το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/12-3-2012), 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικ. µε το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι η αναίρεση ασκήθηκε πριν την 1.1.2016) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.

Legislator headnote

AI generated

10/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση.

Keywords

AI generated
independent gainful contractor parent company affiliated undertaking single economic entity de facto director operating company
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 10 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 10/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Μ., 2) Β. Ρ. του Κ., 3) Κ. Σ. του Ι., 4) Α. Τ. του Π., 5) Ε. Κ. του Α., 6) Ι. Τ. του Π., 7) Ε. Χ. του Α.,8) Μ. Σ. του Α., 9) Φ. Κ. του Γ., 10) Κ. Β. του Γ.,11) Γ. Ξ. του Α., 12) Σ. Κ. του Ε., 13) Ι. Θ. του Α.,14)Ε. Ν. του Α., 15) Σ. Μ. του Ι., 16) Φ. Γ. του Σ.,17) Γ. Λ. του Ν., 18) Ε. Π. του Ν., 19) Ά. Β. του Ν., 20) Β. Τ. του Σ., 21) Ε. Υ. του Γ., 22) Α. Κ. του Δ., 23) Κ.

Κ. του Φ., 24) Χ. Π. του Α., 25) Κ. Μ. του Ε., 26) Γ. Σ. του Γ., 27) Ο. Τ. του Ι., 28) Β.-Χ. Φ. του Α., 29) Δ. Κ. του Ν., 30) Ε. Κ. του Π., 31) Ε. Λ. του Α.ου, 32) Μ. Δ. του Γ., 33) Ά. Δ. του Γ., 34) Ό. Α.-Α.,35) Ε. Μ. του Σ., 36)Π. Κ. του Α., 37) Α. Π. του Ν., 38) Ε. Σ. του Χ., 39) Ε. Β. του Α., 40) Ό. Τ. του Π., 41) Σ. Μ. του Χ., 42) Π. Τ. του Ε., 43) Τ. Χ. του Γ., 44) Ε. Κ. του Γ., 45) Κ. Κ. του Α., 46) Χ. Γ.

του Π., 47) Ν. Τ. του Θ., 48) Β. Μ. του Π., 49) Δ. Ι. του Σ., 50) Α. Ε. του Α., 51) Α. Δ. του Α., 52) Γ. Μ. του Δ., 53) Μ. Π. του Δ., 54) Μ. Κ. του Α., 55) Β. Τ. του Π., 56) Μ.-Σ. Μ. του Σ., 57) Α. Κ. του Α., 58) Μ. Κ. του Γ.,59) Γ. Κ. του Ε., 60) Ν. Λ. του Α., 61) Α.- Ε. Π. του Α.,62) Α. Λ. του Β., 63) Δ. Μ. του Γ., 64) Α. Π. του Δ., 65) Β. Λ. του Γ., 66) Γ. Φ. του Κ., 67) Π. Ζ. του Γ., 68) Π. Β. του Ι., 69) Ν.

Δ. του Θ., 70) Μ. Β. του Ν., 71) Ι. Α. του Η., 72) Α. Χ. του Α., 73) Σ. Τ. του Δ., 74) Μ. Π. του Ν., 75) Δ. Θ. του Γ. και 76) Ε. Μ. του Δ.,κατοίκων όλων …, από τους οποίους οι με α/α αναίρεσης, 1η, 2η, 6η, 10η, 13ος ,17ος,23ος , 24η , 25η , 26η, 27η, 28η, 29ος, 30η, 33η, 34η, 36ος, 38η, 41η, 42ος,44η, 46ος, 47ος, 48η,50η,51ος, 52ος, 53η, 55η, 59ος,61η,62η,65η, 66η, 67ος, 68η, 69η, 70ος,72η,75ος, 76η παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Δημητρίου Βασιλείου και Δημητρίου Περπατάρη και οι με α/α 3η, 4ος , 5η , 7η , 8η, 9η, 11ος, 12η, 14ος, 15η, 16η, 18ος,19ος, 20ος, 21η, 22η, 31η, 32η, 35ος, 37ος, 39ος,40η,43ος, 45η,49ος, 54η, 56η, 57η, 58η, 60η, 63η, 64ος, 71ος,73η και 74ης οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους ανωτέρω πληρεξούσιους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.(… Α.Ε.)" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1511/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6418/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 25-4-2014 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. µε το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/12-3-2012), 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικ. µε το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι η αναίρεση ασκήθηκε πριν την 1.1.2016) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση.

Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν μετέχει, νοµίµως, στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος µε πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Και αν µεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εµφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής οµοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί, νοµίµως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νοµίµως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τέλος, αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείµενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 18-11-2013 αίτηση αναίρεσης με κλήση των αναιρεσειόντων. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες.

Κατ' αυτήν οι αναιρεσείοντες φέρονται ως εκπροσωπούμενοι από τον παρασταθέντες δικηγόρους Αθηνών Δημήτριο Βασιλείου και Δημήτριο Περπατάρη. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός τους οι δικηγόροι αυτοί προσκομίζουν και επικαλούνται εξουσιοδοτήσεις όλων των αναιρεσειόντων, νομίμως θεωρημένες για το γνήσιο της υπογραφής τους από τα ΚΕΠ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα για την κατάθεση, συζήτησης και λοιπές δικαστικές ενέργειες που αφορούν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πλην των αναιρεσειόντων Ε.

Κ., Ε. Χ., Μ. Σ., Γ. Ξ., Φ. Γ., Ε. Π., Α. Β., Β. Τ., Ε. Υ., Α. Κ., Ε. Μ., Α. Π., Ε. Β., Ό. Τ., Τ. Χ., Κ. Κ., Δ. Ι., Μ. Κ., Α. Κ., Μ. Κ. και Ι. Α., το ως προς τους οποίους ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότης των παραστάντων δικηγόρων ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες οι οποίοι πρέπει να θεωρηθούν ως δικονομικώς απόντες.

Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει νόµιµη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, ούτε αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι αυτοί κλητεύθηκαν, νόµιµα και εµπρόθεσµα, για να παραστούν στην παρούσα δικάσιµο από την αντίδικό τους αναιρεσίβλητη, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προσκοµίζουν, την οικεία έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόµενης κλήσης για συζήτηση στη δικάσιµο αυτή.

Πρέπει, εποµένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των αιτήσεων αναίρεσης, ως προς τους παραπάνω διαδίκους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.

ΑΠ 861/1984). Περαιτέρω, κατά την εννοιολογική διατύπωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ και μέσω των δύο βασικών και κυρίων υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στον εργοδότη και ο εργοδότης καταβάλλει το συμφωνημένο :

μισθό. Γενικός νομοθετικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν υπάρχει. Από το συνδυασμό όμως της ρηθείσας διατάξεως του άρθρου 648 και των διατάξεων των άρθρων 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του.

Συνήθως αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο εκείνο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (ΑΠ 1290/2010, 873/2009).

Εξάλλου, στην ημεδαπή έννομη τάξη, δεν προσδιορίζεται από το νόμο η έννοια της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, (η οποία δεν διευκρινίζεται ούτε στο κείμενο των σχετικών Οδηγιών, όπου αναφέρεται μόνο ο όρος "επιχείρηση " ως νομική έννοια του κοινοτικού δικαίου, (απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση Rockfon σκέψη 25). Νοείται όμως ως επιχείρηση η περί το πρόσωπο του φορέα της οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού.

Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχειρήσεως και εκμεταλλεύσεως συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία έκαστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια, όπως συμβαίνει με τις θυγατρικές εταιρείες.

Τούτο δεν αναιρείται από το αν σε τελικό στάδιο επέρχεται συνένωση αποτελεσμάτων σε ενιαίο λογαριασμό κερδών και ζημιών στο επίπεδο της επιχειρήσεως ή μητρικής επιχειρήσεως (ΟλΑΠ 36/2005). Περαιτέρω, ο όμιλος εταιριών (βλ. άρθρο 42Ε παρ. 5 ν. 2190/20 και οδηγία 94-145/ΕΚ του Συμβουλίου της 22.9.1994) χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλ.

κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μια οικονομική ενότητα. Ο όμιλος εταιριών κατά το ελληνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί, όμως, ενιαίος εργοδότης, έτσι που για διάφορα δικαιώματα του μισθωτού (μισθοί, αποζημιώσεις κλπ) να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρίες ανεξαρτήτως του ποια εταιρία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (ΑΠ 650/82).

Έτσι, επί ομίλου εταιριών, που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καταρτίστηκε με μία από τις εταιρίες του ομίλου και η αξιοποίηση της εργασίας του γίνεται και από άλλες εταιρίες του ίδιου ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλόμενη του μισθωτού εταιρία, η οποία ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του (ΑΠ 1222/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι, με την …/2001 Πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών...που καταχωρήθηκε στις …-2001 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας … και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ …-2001 (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…ΑΕ" και με διακριτικό τίτλο "…" και με σκοπό:

α) την προσφορά υπηρεσιών τηλεφωνικού καταλόγου μέσω διαφόρων μορφών παρουσίασης όπως ενδεικτικά: έντυποι κατάλογοι, ηλεκτρονικά αρχεία, δημιουργία σημείων σύνδεσης στο δίκτυο (INTERNET) κλπ, β) τη δημιουργία ειδικών προϊόντων καταλόγου για ομάδες πελατών/χρηστών περιλαμβανόντων ενδεικτικά: στοιχεία πελατών, γεωγραφικές αποτυπώσεις, διευκολύνσεις επικοινωνίας, γ) την πώληση προϊόντων προβολής χρηστών/πελατών, δ) τη δημιουργία σημείων τηλεπώλησης προϊόντων, ε) την εκτύπωση πάσης φύσεως εντύπων που αφορούν τα προϊόντα της εταιρείας ή προϊόντων τρίτων, στ) την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε τρίτους και ζ) τη συνεργασία με αντίστοιχες εταιρείες του εσωτερικού ή του εξωτερικού για την παραγωγή από κοινού αντίστοιχων προϊόντων κλπ.

Ότι η ως άνω επιχειρηματική κατά το καταστατικό δραστηριότητα της … ΑΕ ανήκε επί σειρά ετών στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" (… ΑΕ), από την οποία αποσχίστηκε ο κλάδος αυτός, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2166/1993, προκειμένου να μετεξελιχθεί από "υπηρεσία τηλεφωνικού καταλόγου" της εναγομένης, σε εταιρεία δράσης και ανάπτυξης αυτοτελώς της ανωτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ότι το μετοχικό κεφάλαιο της ανωτέρω εταιρείας … ΑΕ, ποσού 300.000.000 δραχμών,διαιρέθηκε σε 300.000 ονομαστικές και δεσμευμένες μετοχές, εκ των οποίων η εναγομένη έλαβε ποσοστό 99,99% και η εταιρεία με την επωνυμία "… ΑΕ" ποσοστό 0,1%. Ότι κατά τα άνω σύστασή της η εταιρεία "… ΑΕ" προσέλαβε και απασχόλησε τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με αυτή.

Ότι ανωτέρω εταιρεία … ΑΕ συνεστήθη ως θυγατρική της εναγομένης κατά το άρθρο … του καταστατικού της τελευταίας, που προβλέπει την ίδρυση θυγατρικών εταιρειών και με πραγματική βούληση και πρόθεση να μην αποτελεί πλέον η ανωτέρω επιχειρηματική δραστηριότητα των υπηρεσιών τηλεφωνικού καταλόγου, απλό κλάδο της εναγομένης, αλλά να αυτονομηθεί και να ενταχθεί πλήρως η άσκηση όλης της οικονομικής και επιχειρηματικής αυτής δραστηριότητας στο νομικό πρόσωπο της … ΑΕ, έτσι ώστε να διαχωριστεί ο ως άνω κλάδος υπηρεσιών από τις υπόλοιπες δραστηριότητες της εναγομένης, με αντίστοιχο περιορισμό της ευθύνης της τελευταίας για τον κλάδο αυτό και πλήρη ανάληψη όλων των σχετικών επιχειρηματικών ευθυνών και κινδύνων από το νομικό πρόσωπο της … AE, έτσι η σύσταση της ανωτέρω εταιρείας … ΑΕ, που έγινε με την τήρηση όλων των νομίμων διατυπώσεων, ήταν πραγματική και όχι εικονική και η τελευταία ανέπτυξε, όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω, πλήρη κατά τον εταιρικό της σκοπό επιχειρηματική δραστηριότητα και συναλλακτική δράση, συμβαλλόμενη στο όνομά της και για λογαριασμό της, αναλαμβάνοντας απεριόριστα το σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο, έτσι ώστε να λειτουργεί πλήρως η αυτοτέλειά της ως νομικού προσώπου και ως αυτοτελούς και διακριτών της εναγομένης ;

υποκειμένου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ότι η εταιρεία … ΑΕ δραστηριοποιήθηκε στα πλαίσια του ανωτέρου καταστατικού της σκοπού (ο οποίος ήταν διαφορετικός αυτού της εναγομένης, της οποίας κύριο αντικείμενο δραστηριότητας είναι η παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών), αναπτύσσοντας μια σειρά εξειδικευμένων προϊόντων επαγγελματικών οδηγών (… … … … … … … … … … … … …), ηλεκτρονικές υπηρεσίες στο διαδίκτυο (www…..gr και www…..com) καθώς και φωνητικές υπηρεσίες επαγγελματικής ενημέρωσης (… … … … … … … …), με συνέπεια την αύξηση της πελατείας της και την επίτευξη σημαντικών οικονομικών αποτελεσμάτων, είχε δικό της μετοχικό κεφάλαιο και εταιρική περιουσία, διακριτά αυτών της εναγομένης, έτσι ώστε ουδόλως υφίστατο σύγχυση μεταξύ αυτών, δική της οργανωτική δομή, η οποία είχε καταστρωθεί με βάση τις δικές τις λειτουργικές ανάγκες, δικό της επιχειρηματικό σχέδιο, δικά της όργανα διοικήσεως και εκπροσωπήσεως διακριτά αυτών της εναγομένης (σημ:

εδώ αναιρεσίβλητης), όπως και ΔΣ, πλήρη ταμιακή, λογιστική και γενικότερα οικονομική αυτοτέλεια έναντι της εναγομένης και συνέτασσε τους δικούς της ισολογισμούς. Ότι η … ΑΕ, συναλλασσόμενη αυτοτελώς και αναπτύσσοντας ανεξάρτητη επιχειρηματική δράση, συμβλήθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της Ι..Β.. με την αλλοδαπή εταιρεία...για την παροχή και συντήρηση του λογισμικού της προς λειτουργία της επιχειρηματικής οργάνωσης απέκτησε, ως αυτοτελής φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συμβαλλόμενη στο δικό της όνομα και για λογαριασμό της και προς επωφελέστερη επίτευξη του εταιρικού της σκοπού ιδιόκτητο ακίνητο -κτίριο για τη στέγαση των υπηρεσιών της, καθίσταται δε με βάση τα ανωτέρω, κατάδηλη όχι μόνο η οικονομική, ταμιακή και λογιστική αυτοτέλεια της … ΑΕ, έναντι της εναγομένης, αλλά και η ανάπτυξη ανεξάρτητης επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και δράσης στα πλαίσια της ανάπτυξης και επέκτασης των εργασιών της και επίτευξης των επιχειρηματικών της στόχων.

Ότι οι ενάγοντες (σημ: εδώ αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από την … ΑΕ, μετά τη σύσταση της ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκαν με αντισυμβαλλόμενη την εταιρεία αυτή και προσέφεραν όλοι τις υπηρεσίες τους προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, εργαζόμενοι όλοι σε υπηρεσίες της … ΑΕ και ουδόλως σε υπηρεσίες της εναγομένης, ούτε με απόσπαση, ούτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, υποκείμενοι στο διευθυντικό δικαίωμα των νομίμων εκπροσώπων της, η οποία ασκούσε όλες τις εν γένει διευθυντικές εξουσίες επ' αυτών, καθώς και το διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας τους και ευθυνόταν για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών τους, που πράγματι αυτή κατέβαλε και η οποία επωφελείτο από την προσφορά της εργασίας τους, την οποία είχε εντάξει στις διακριτές εκείνων της εναγομένης λειτουργικές και οργανωτικές της ανάγκες προς επιδίωξη και εξυπηρέτηση του δικού της κατά τα άνω επιχειρηματικού σκοπού, έτσι ώστε η εταιρεία αυτή (… ΑΕ) ήταν τυπικά αλλά και ουσιαστικά ο πραγματικός τους εργοδότης, με την οποία αυτοί τελούσαν σε νομική και προσωπική εξάρτηση, κανένα δε από τα στοιχεία νομικής και προσωπικής εξάρτησης δεν υφίστατο μεταξύ αυτών και της εναγομένης.

Ότι, η κατά τα άνω αυτοτέλεια της … ΑΕ σε επίπεδο οικονομικό, διοικητικό, οργανωτικό αλλά κυρίως και σε επίπεδο εργασιακών σχέσεων με το προσωπικό της, ήταν σαφής όπως καταφαίνεται και από την από 5-5-2006 πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 15 Ν. 1264/1982 της Ένωσης Επαγγελματικών Σωματείων των Εργαζομένων στον … με την επωνυμία "…" (…), όπου κατά λέξη.αναφέρονται "...Πλην της μητρικής … ΑΕ σήμερα ο Όμιλος εταιρειών … αε περιλαμβάνει πολλές θυγατρικές εταιρείες...ειδικά για την … ΑΕ αναφέρουμε ότι αποτελεί πλέον ένα αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έχει δική του οργανωτική δομή, διακριτές λειτουργίες και αυτοτελείς σκοπούς...

Δηλώνουμε απερίφραστα ότι η Ομοσπονδία μας δεν είναι αρμόδια να διαπραγματευτεί... με τη θυγατρική της … ΑΕ εταιρεία με την επωνυμία … ΑΕ με σκοπό την υπογραφή επιχειρησιακής ΣΣΕ για τους εργαζόμενους της θυγατρικής εταιρείας, που υπάγονται στο διευθυντικό της δικαίωμα". Τα ίδια προσεπιβεβαιώνονται με την από 15-6-2007 έκθεση λήξης διαμεσολάβησης της μεσολαβήτριας του ΟΜΕΔ ...Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, η εναγομένη και η … ΑΕ (μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών της στις 19-12-2007), ήταν "συνδεδεμένες" επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42 Ε Ν.2190/1920 και η δεύτερη ήταν θυγατρική της πρώτης, όπως συνομολογεί και η εναγομένη, πλην όμως δεν υφίστατο στενή συγκεντρωτική δόμηση, ούτε αυστηρά εξουσιαστική σχέση και εξάρτηση με εξοβελισμό κάθε δυνατότητας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας της θυγατρικής από τη μητρική καθόσον η … ΑΕ ασκούσε σύμφωνα με τον ειδικό και διακριτό σκοπό του καταστατικού της αυτοτελή εμπορική δραστηριότητα και δράση, ανεξάρτητη αυτή της εναγομένης, συναλλασσόμενη στο όνομα της, για λογαριασμό της και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και προώθηση των εμπορικών, οικονομικών της στόχων, αναπτύσσοντας προς τούτο επιχειρηματική πρωτοβουλία, επεκτείνοντας τη δράση της σε εξειδικευμένα εμπορικά προϊόντα, έχοντας διακριτή διοίκηση και εκπροσώπηση, δική της οργανωτική δομή, επιχειρησιακό σχέδιο, εταιρική περιουσία, λογιστική, ταμειακή και γενικότερα οικονομική αυτοτέλεια, φέροντας η ίδια τις επιχειρηματικές δαπάνες και τον επιχειρηματικό κίνδυνο και ασκώντας η ίδια τις διευθυντικές εξουσίες και το διευθυντικό έλεγχο στο προσωπικό που απασχολούσε προς εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, επωφελούμενη αυτή από την εργασία τους και φέροντας αυτή τον εργοδοτικό κίνδυνο.

Ότι, τα ανωτέρω, ουδόλως αναιρούνται από τα αναφερόμενα από τους ενάγοντες περιστατικά περί ύπαρξης κοινής έδρας, κοινού πελατολογίου, παρόμοιας επωνυμίας, τοποθετήσεως στελεχών της εναγομένης σε θέσεις του ΔΣ της … ΑΕ, στελέχωσης της τελευταίας κυρίως από υπαλλήλους της εναγομένης σε διευθυντικές θέσεις, εξουσιοδοτήσεως του Προέδρου του … να φροντίσει για τη λειτουργία και στελέχωση της … ΑΕ, κοινών παροχών - ευργετημάτων, κοινής ασφαλίσεως στο …, κοινής εκπαιδεύσεως και περί επιβραβεύσεως των εργαζομένων της … ΑΕ από τον Πρόεδρο του …, καθόσον όλα αυτά επιβεβαιώνουν μόνο την πράγματι μεταξύ της εναγομένης και της … ΑΕ υφιστάμενη νομική και οικονομική σχέση που τις συνέδεε ως μητρικής και θυγατρικής του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων αντίστοιχα και ουδόλως καταδεικνύουν στενή συγκεντρωτική δόμηση και αυστηρά εξουσιαστική εξάρτηση έως την πλήρη εξουδετέρωση κάθε δυνατότητας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας της … ΑΕ, η οποία εντελώς αντίθετα είχε διαρθρωθεί και αναπτυχθεί με σημαντική διάκριση, αυτοτέλεια και αυτονομία έναντι της εναγομένης και εξαιτίας της αυτοτελούς και ανεξάρτητης οικονομικής επιχειρηματικής και οργανωτικής της ανάπτυξης και πορείας κατέστη αντικείμενο, αυτοτελούς και ανεξαρτήτου της εναγομένης, επενδυτικού ενδιαφέροντος και μεταβιβάστηκε κατόπιν πωλήσεως των μετοχών της σε άλλο επιχειρηματία.

Ότι, στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, όλα τα ανωτέρω που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν ειδικότερο δεσμό ανάμεσα στους εργαζόμενους της … ΑΕ και στην εναγομένη, πέραν της ιδιότητας ως μητρικής της θυγατρικής … ΑΕ, στην οποία είχαν προσληφθεί και εργάζονταν, ούτε φανερώνουν κάποια συνδετικά στοιχεία που θα μπορούσαν να προσδώσουν στην εναγομένη την ιδιότητα της εργοδότριας, όπως άσκηση εργοδοτικού δικαιώματος, φορέας εργοδοτικού κινδύνου, παροχή της εργασίας τους επ' ωφελεία των συμφερόντων του δικού της διακριτού επιχειρηματικού σκοπού και ουδόλως αναιρούν την νομική και προσωπική εξάρτηση τους, κατά την παροχή της εργασίας τους, από την … ΑΕ που ήταν τυπικά και ουσιαστικά φορέας άσκησης των διευθυντικών-εργοδοτικών εξουσιών και αναλήψεως του εργοδοτικού κινδύνου.

Ότι, ειδικότερα, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος επ' αυτών ελάμβανε χώρα από υπαλλήλους της εναγομένης, καθόσον, όπως οι ίδιοι συνομολογούν, οι υπάλληλοι αυτοί της εναγομένης "είχαν τοποθετηθεί στην … ΑΕ και συνεπώς δεν ασκούσαν διευθυντικά καθήκοντα και εξουσίες απευθείας από τις θέσεις που κατείχαν στην εναγομένη ως φορείς διευθυντικών εξουσιών άμεσα αυτής και για λογαριασμό της, αλλά κατόπιν "τοποθέτησης" και ανάληψης υπευθυνοτήτων και καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης στην … ΑΕ, έχοντας υποχρέωση λόγω της ειδικής και διακριτής αυτής τοποθέτησης τους, να ασκήσουν εξουσίες για λογαριασμό και προς προώθηση των επιχειρηματικών στόχων και οικονομικών συμφερόντων της τελευταίας, ενώ επίσης δεν ευσταθεί και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι υπήρχε σύγχυση ως προς το προσωπικό της εναγομένης και της … ΑΕ;

καθόσον η με απόσπαση παροχή υπηρεσιών από τη μια εταιρεία στην άλλη, όπως αποδείχθηκε ότι γινόταν η απασχόληση εργαζομένων της μιας των εν λόγω εταιρειών στην άλλη, ουδόλως επέφερε σύγχυση ή αβεβαιότητα ως προς την εργοδότρια εταιρεία των αποσπασμένων αυτών, αφού το προσωπικό των δυο εταιρειών ήταν σαφώς οριοθετημένο και οργανωτικά προσδιορισμένο μεταξύ τους, ενώ ειδικά ως προς τους ενάγοντες, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κανείς δεν προσέφερε την εργασία του, όπως αποδείχθηκε, σε υπηρεσίες της εναγομένης, αλλά μόνο στις διακριτές κατακτά άνω, υπηρεσίες της … ΑΕ.

Επίσης ο ισχυρισμός των εναγόντων περί κοινής έδρας των δυο εταιρειών είναι εν μέρει αληθής, καθόσον μόνο στην αρχή της συστάσεως της … ΑΕ, αυτή είχε κοινή έδρα με την εναγομένη (Δήμο …), ενώ ακολούθως έδρα της … ΑΕ ήταν ο Δήμος …, οδός …, αριθμ. … και στη συνέχεια επίσης ο Δήμος …, οδός … … και …, γεγονός που επίσης δηλώνει την αυτονόμηση και σαφώς διακριτή και ανεξάρτητη ανάπτυξη της εν λόγω θυγατρικής εταιρείας.

Ακόμα η εξουσιοδότηση του Προέδρου του … να φροντίσει για τη λειτουργία και τη στελέχωση της … ΑΕ αφορά το χρονικό στάδιο πριν τη σύσταση της και το πρώτο αμέσως μετά την ίδρυση και ουσιαστική λειτουργία της εταιρείας αυτής, η οποία αποσχίσθηκε οριστικά από την εναγομένη στις Β-10-2002 όπως συνομολογούν οι ενάγοντες στην αγωγή τους και εντάσσεται στις θεμιτές και αναγκαίες ενέργειες της εναγομένης ως μητρικής εταιρείας για την παροχή κάθε δυνατής βοήθειας σε επίπεδο οργανωτικό κυρίως ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά η ως άνω θυγατρική της εταιρεία, χωρίς αυτό να φανερώνει στενά εξουσιαστικό έλεγχο και συγκεντρωτική δομή, αλλά αντίθετα υποχρέωση στοιχειώδους πρόνοιας ως προς την εν λόγω θυγατρική της εταιρεία προς κάλυψη των αναγκών της και περαιτέρω επίτευξη των στόχων της.

Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο κατέληξε ότι τυπικά και ουσιαστικά άμεσος και πραγματικός εργοδότης των εναγόντων ήταν η … ΑΕ, ενώ η εναγομένη δεν υπήρξε ούτε άμεσος, ούτε έμμεσος εργοδότης τους, με συνέπεια να μην μπορεί να θεωρηθεί η μη απασχόληση τους από την ίδια, μετά τη μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε της … ΑΕ, ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, ούτε επίσης να νοηθεί υποχρέωση της να τους απασχολεί η ίδια μετά την άνω μεταβίβαση, ούτε και υποχρέωση πρόνοιας έναντι αυτών, ως εργοδότριας τους, αφού δεν είχε ως προς τους ενάγοντες τέτοια ιδιότητα.

Τέλος, δέχθηκε ότι μόνη η κατοχή από την εναγομένη του ανωτέρω ποσοστού των μετοχών της … ΑΕ και η άσκηση ελέγχου της πρώτης, ως μητρικής, επί της δεύτερης, ως θυγατρικής, δεν επαρκεί για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της … ΑΕ, ούτε δικαιολογείται η ταύτιση της δεύτερης με την πρώτη - μητρική και η μεταφορά σε αυτή των ευθυνών που βαρύνουν το νομικό πρόσωπο της θυγατρικής, ούτε και στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων...

αλλά πρέπει για καμφθεί η νομική προσωπικότητα της … να συντρέχουν περιστατικά καταχρήσεως της νομικής προσωπικότητας της (…) από την εναγομένη...τέτοια όμως περιστατικά καταχρηστικότητας ουδόλως αποδείχθηκαν. Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την ασκηθείσα από τους ενάγοντες έφεση, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της από 19.12.2007 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, ως καταχρηστικής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ., 651, 652, 653 ΑΚ, 42Ε Ν. 2190/1920 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη ως προς την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών:

α) ότι ουσιαστικός εργοδότης των εναγόντων ήταν η εναγομένη και δη ότι τελούσαν σε σχέση εξαρτήσεως μ' αυτήν, ότι ασκούσε επί των εναγόντων τις εργοδοτικές εξουσίες, έφερε τον εργοδοτικό κίνδυνο και προς όφελος της παρείχαν ουσιαστικά την εργασία τους, β) ότι η τυπικά εργοδότρια τους … ΑΕ, συνέχισε να λειτουργεί ως υπηρεσία τηλεφωνικού καταλόγου της μητρικής, ελεγχόταν απολύτως διοικητικά, οικονομικά και επιχειρηματικά απ' αυτήν στα πλαίσια στενά εξουσιαστικά και συγκεντρωτικά δομημένου Ομίλου Επιχειρήσεων που διατηρούσε αυτή (εναγομένη) και έφθανε στον πλήρη εξοβελισμό της επιχειρηματικής βουλήσεως και πρωτοβουλίας της θυγατρικής … ΑΕ, γ) ότι συνεπεία τούτων η εναγομένη - ως πραγματική εργοδότρια- παρέλειψε μετά την 19-12-2007, κατά την οποία η … ΑΕ εξήλθε του ελέγχου της, λόγω μεταβιβάσεως, συνεπεία πωλήσεως των μετοχών της σε τρίτο επιχειρηματία, να συνεχίσει να απασχολεί τους ενάγοντες στις υπηρεσίες της, ενώ λόγω της άνω ιδιότητας όφειλε να τους απασχολεί, το οποίο ήταν εφικτό, ενεργώντας έτσι καταχρηστικά και αντίθετα προς την υποχρέωση πρόνοιας που είχε, ως πραγματική εργοδότρια, με συνέπεια η παράλειψη της αυτή, να συνιστά απόλυση των εναγόντων από την ίδια, η οποία εχώρησε ακύρως, παραθέτοντας στην προσβαλλόμενη, ως προς τα κρίσιμα αυτά ζητήματα, σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς και με πληρότητα από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία εμφαίνεται η αβασιμότητα όλων των ανωτέρω αγωγικών ισχυρισμών και ότι αντιθέτως πραγματικός εργοδότης των εναγόντων ήταν η … ΑΕ, η οποία ασκούσε αυτοτελή δραστηριότητα και δράση, ανεξάρτητη αυτή της εναγομένης, συναλλασσόταν στο δικό της όνομα, για λογαριασμό της και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και προώθηση των εμπορικών, οικονομικών της στόχων, ανέπτυσσε προς τούτο επιχειρηματική πρωτοβουλία, επεκτείνοντας τη δράση της, διέθετε διακριτή διοίκηση και εκπροσώπηση, δική της οργανωτική δομή, επιχειρησιακό σχέδιο, εταιρική περιουσία, λογιστική, ταμειακή και γενικότερα οικονομική αυτοτέλεια, έφερε η ίδια τις επιχειρηματικές δαπάνες και τον επιχειρηματικό κίνδυνο και ασκούσε η ίδια τις διευθυντικές εξουσίες και το διευθυντικό έλεγχο στους ενάγοντες που απασχολούσε προς εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, επωφελούμενη αυτή από την εργασία τους και φέροντας αυτή τον εργοδοτικό κίνδυνο, ενώ δεν υφίστατο στενή συγκεντρωτική δόμηση, ούτε αυστηρά εξουσιαστική σχέση και εξάρτηση με εξοβελισμό κάθε δυνατότητας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας της θυγατρικής από τη μητρική εταιρεία, η οποία θυγατρική διατηρούσε την αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της.

Τα ανωτέρω, δεν μεταβάλλονται από το διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη ότι "δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος επ' αυτών ελάμβανε χώρα από υπαλλήλους της εναγομένης, καθόσον, όπως οι ίδιοι συνομολογούν, οι υπάλληλοι αυτοί της εναγομένης "είχαν τοποθετηθεί" στην … ΑΕ και συνεπώς δεν ασκούσαν διευθυντικά καθήκοντα και εξουσίες απευθείας από θέσεις που κατείχαν στην εναγομένη ως φορείς διευθυντικών εξουσιών άμεσα αυτής και για λογαριασμό της, αλλά κατόπιν "τοποθέτησης" και ανάληψης υπευθυνοτήτων και καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης στην … ΑΕ, έχοντας υποχρέωση λόγω της ειδικής και διακριτής αυτής τοποθέτησης..", ενόψει του ότι, πέραν της συνομολογηθείσας "τοποθετήσεως" τους στη θυγατρική και της ασκήσεως των άνω καθηκόντων τους, μετά απ' αυτήν, οι λοιπές προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, αναφορικά με τα άνω κρίσιμα ζητήματα, και η έλλειψη, στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, συνδετικών στοιχείων ικανών να προσδώσουν στην εναγομένη την ιδιότητα της άμεσης ή έμμεσης εργοδότριας των εναγόντων, στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της.

Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμα. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους αναιρετικούςλόγους αυτούς αιτιάσεις, και υπό την επίφαση των ίδιων, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμελειών, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.

Μετά από αυτά, πρέπει, κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες, (πλην αυτών για τους οποίους απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση), να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσείοντες Ε. Κ., Ε. Χ., Μ. Σ., Γ. Ξ., Φ. Γ., Ε. Π., Α. Β., Β. Τ., Ε. Υ., Α. Κ., Ε. Μ., Α. Π., Ε. Β., Ό. Τ., Τ. Χ., Κ. Κ., Δ. Ι., Μ. Κ., Α. Κ., Μ. Κ. και Ι. Α., ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ για τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 18-11-2013 αίτηση για αναίρεση της 6418/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες αυτούς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ