Legislator Case Law & Legislation
10/2014 AI generated

10/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 10/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/1/2007 και 29/1/2007 αγωγές του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22/4/2009 προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14646/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1548/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2011 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

10/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό του 20% επί του αντικειμένου της δίκης και κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ,η παραπάνω συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης ,ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.

Keywords

AI generated
lack of shareholder standing breach of loyalty duty company agreement transition indemnity breach of insurer duty agreement on an unopened succession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 10 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 10/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη …, τελούσα υπό εκκαθάριση, που εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της Π. Τ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδρονίκη Μ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/1/2007 και 29/1/2007 αγωγές του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22/4/2009 προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14646/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1548/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3/11/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την παρ.3 του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση ,όπως επίσης επιτρέπεται συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό του 20% επί του αντικειμένου της δίκης και κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ,η παραπάνω συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης ,ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου , ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό επιτυχώς η διαφορά ή περαιωθεί η εργασία.

Πέρας της υποθέσεως νοείται το στάδιο εκείνο, κατά το οποίο ο εντολέας δικαιώθηκε από τις ενέργειες του εντολοδόχου, δηλαδή ικανοποιήθηκε από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 ΑΚ.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές , καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή , δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( Ολ.

Α.Π. 7/2006 Ολ. Α.Π. 4/2005 ). Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες των δικαιοπραξιών εφαρμόζονται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος.

Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα εξής : Ο κυρίως ενάγων και πρώτος αναιρεσίβλητος Σ. Μ. είναι εν ενεργεία δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Η κυρίως εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα - και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "…" συστάθηκε με το από 18/9/1970 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Μοναδικά ομόρρυθμα μέλη, νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές αυτής ήταν οι Κ. Τ. και Ι. Π., οι οποίοι συμμετείχαν σ' αυτήν κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Με το υπ' αριθμ. ... /1972 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και εργολαβικό συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Λιάτση, η κυρίως εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, ανέλαβε την υποχρέωση να αναγείρει πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής στο επί της οδού ...

αρ. … στη .., οικόπεδο εκτάσεως 337 τ.μ. Με το ίδιο συμβόλαιο οι οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην κυρίως εναγομένη , ως εργολαβικό αντάλλαγμα , ποσοστό 181/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους που αντιστοιχεί στους παρακάτω διαιρετούς χώρους της οικοδομής : α ) σ' ένα ισόγειο κατάστημα της οικοδομής με πατάρι, συνολικού εμβαδού 152,80 τ.μ. ,β ) σ' ολόκληρο τον υπόγειο χώρο της οικοδομής εμβαδού 300 τ.μ.

και γ) σ' ολόκληρο τον πρώτο πάνω από τα καταστήματα όροφο ,συνολικού εμβαδού 265,50 τ.μ. με τα αντίστοιχα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και των κοινοχρήστων μερών. Στη συνέχεια τα ομόρρυθμα μέλη της εργολάβου εταιρείας, ήτοι ο Κ. Τ. και ο Ι. Π. συνέστησαν με το από 20/9/1974 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εμπορικών εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό ... /1974, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " …." και το διακριτικό τίτλο "…", με σκοπό την εκμετάλλευση των παραπάνω διαιρετών χώρων που είχαν περιέλθει στην κυριότητα της κυρίως εναγομένης, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, μετέχοντας σ' αυτή κατ' ισομοιρία , δηλαδή κατά ποσοστό 50% ο καθένας.

Ακολούθως ο Ι. Π., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της κυρίως εναγομένης εταιρείας, με τα υπ' αριθμ. .../1976 και .../1977 προσύμφωνα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Σαραγιώτη και το υπ' αριθμ. .../1977 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μαργαριτόπουλου, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον Κ.

Δ. ποσοστό 20/100, 10/100 και 20/100 αντίστοιχα, και συνολικά 50/100 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που περιήλθαν στην κυρίως εναγομένη , χωρίς τη συναίνεση του άλλου ομορρύθμου εταίρου Κ. Τ.. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι με αφορμή το γεγονός αυτό ο Κ. Τ. προέβη σε καταγγελία της κυρίως εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας, το έτος 1977 και έκτοτε αυτή βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθαρίσεως.

Λόγω διαφωνίας των ομορρύθμων μελών και εκ του εταιρικού εκκαθαριστών, σχετικά με τον τρόπο εκκαθαρίσεως, προσέφυγαν στο δικαστήριο για το διορισμό τρίτων ως εκκαθαριστών της , οι οποίοι θα περαίωναν την εκκαθάριση της .Αποτέλεσμα των σχετικών αιτήσεων τους ήταν να διοριστούν ,με την υπ' αριθμ 1445/1978 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως εκκαθαριστές της εταιρείας οι Ν.

Μ. και Σ. Γ., οι οποίοι όμως δεν περάτωσαν την εκκαθάριση της, διότι σε μικρό χρονικό διάστημα παραιτήθηκαν. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ, 46/1980 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου διορίστηκε εκκαθαριστής ο Κ. Π., υπάλληλος του Δήμου Θεσσαλονίκης, ο οποίος όμως αντικαταστάθηκε με αίτηση του Ι. Π. από το Δ. Π., με την υπ' αριθμ. 1451/1982 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Και αυτοί δεν κατόρθωσαν να περαιώσουν την εκκαθάριση της εταιρείας. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ., 455/1990 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου διορίστηκε εκκαθαριστής ο Α. Π., ο οποίος και πάλι στη συνέχεια παραιτήθηκε . Σε αντικατάσταση αυτού διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 4505/1996 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Α.

Π. που πράγματι ασχολήθηκε με την εκκαθάριση της εταιρείας και παρέμεινε εκκαθαριστής μέχρι το 2006. Παρά το γεγονός ότι αυτός παρέμεινε εκκαθαριστής της εταιρείας επί δέκα (10 ) περίπου έτη, δεν κατόρθωσε να φέρει σε πέρας την εκκαθάριση της και αντικαταστάθηκε προσωρινά, με την από 4/5/2006 προσωρινή διαταγή του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από την κληρονόμο του ομορρύθμου εταίρου Κ.

Τ. ,που εν τω μεταξύ απεβίωσε, Π. Τ.. Τον Α. Π. αντικατέστησε οριστικά με την υπ' αριθμ,.10932 / 2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η Μ. Τ., που αποποιήθηκε το διορισμό της και αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. 33702/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου από το Β. Μ. και την Π. Τ., ενώ με την υπ' αριθμ. 14696/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου διορίστηκε ως τελευταία εκκαθαριστής η Π.

Τ., η οποία εκπροσωπεί πλέον ως νόμιμος εκπρόσωπος της την κυρίως εναγομένη. Σε εκτέλεση των παραπάνω τριών προσυμφώνων καταρτίσθηκε το υπ' αριθμ. ... /1981 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Νάσλα, που μεταγράφηκε νόμιμα , με το οποίο μεταβιβάστηκε το ποσοστό συγκυριότητας 50/100 εξ αδιαιρέτου των προαναφερομένων ακινήτων της κυρίως εναγομένης στον Κ.

Δ.. Ακολούθως ο τελευταίος με το υπ' αριθμ.../1981 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μαργαριτόπουλου , υποσχέθηκε να μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου των προαναφερθέντων ακινήτων της κυρίως εναγομένης, που είχε αποκτήσει με το .../-1981 ως άνω συμβόλαιο, στον Π.

Π. του Ι. , υιό του ομορρύθμου μέλους της εταιρείας Ι. Π. του Π. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση του αμέσως παραπάνω προσυμφώνου καταρτίστηκε το υπ' αριθμ. .../1986 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μαργαριτόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάστηκε με αυτοσύμβαση το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας 50/100 εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων στον Π.

Π. Ο τότε εκκαθαριστής της εταιρείας Κ. Π., όπως και το ομόρρυθμο μέλος της Κ. Τ., θεώρησαν ότι οι ανωτέρω μεταβιβάσεις, με τις οποίες υπέστη σοβαρή ζημία η εταιρεία ήταν άκυρες, άλλως εικονικές. Για το λόγο αυτό ο Κ. Π., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, έδωσε προφορική εντολή στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μιλτιάδη Νικολαϊδη, να ασκήσει αγωγή κατά του Κ.

Δ. , με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η μεταβίβαση της συγκυριότητας των 50/100 εξ αδιαιρέτου, με το υπ'αριθ..../-1981 ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο είναι άκυρο, άλλως εικονικό. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο ως άνω δικηγόρος ,επειδή δεν ήταν γνώστης της υπόθεσης και δεν είχε τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία ,ανέθεσε με τη σύμφωνη γνώμη του εκκαθαριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας Κ.

Π. , στον κυρίως ενάγοντα Σ. Μ., που μαζί με το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αθανάσιο Βουτυρά από τη σύσταση της εταιρείας ήταν νομικός παραστάτης του Κ. Τ. ,και εκ του λόγου αυτού γνώριζε την υπόθεση με κάθε λεπτομέρεια , να συντάξει την ως άνω αγωγή, την οποία στη συνέχεια ο Μ. Ν. κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό εκθ.

καταθ. 1185-14/5/1982.Το αίτημα της αγωγής αυτής που άσκησε η κυρίως εναγομένη εταιρεία κατά του Κ. Δ. ήταν να αναγνωριστεί ότι η μεταβίβαση των 50/100 εξ αδιαιρέτου των παραπάνω ακινήτων από τον εταιρεία προς αυτόν είναι άκυρη , άλλως εικονική. Το γεγονός ότι την αγωγή αυτή συνέταξε ο κυρίως ενάγων και όχι ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Μ.

Ν. ,ούτε ο πατέρας του επίσης δικηγόρος Νικόλαος Νικολαΐδης, την οποία στη συνέχεια υπέγραψε και κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, βεβαιώνει ενόρκως ο τελευταίος στην 1839/2009 ένορκη βεβαίωση του .Εναντίον των ως άνω δύο δικηγόρων η κυρίως εναγομένη .εκπροσωπούμενη από την Π. Τ. υπέβαλε την από 20/10/2009 μήνυση , υποστηρίζοντας ότι τα ενόρκως ως άνω βεβαιωθέντα είναι ψευδή, η μήνυση δε αυτή, μετά από προκαταρκτική εξέταση τέθηκε στο αρχείο, με διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.

Ακολούθως .συνεχίζει το Εφετείο, επειδή ο δικηγόρος Μ. Ν. δεν θέλησε να συνεχίσει τη δίκη που ανοίχθηκε με την ως άνω αγωγή, το ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας Κ. Τ. , ενεργώντας ως εκπρόσωπος της, αν και δεν είχε εξουσία προς τούτο , έδωσε προφορική εντολή στον κυρίως ενάγοντα να περαιώσει την υπόθεση. Επειδή δε η εκκαθάριση της εταιρείας δεν περατώθηκε παρά την παρέλευση δέκα (10) ετών και οι εκκαθαριστές ,άλλαζαν συνεχώς , ο κυρίως ενάγων που είχε ιδιαίτερο δεσμό με τον ομόρρυθμο εταίρο Κ.

Τ., μαζί με τη συνεργάτιδα του δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ευφημία Ανδρεοπούλου , κατάρτισαν και υπέγραψαν το από 29/8/1991 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης , σύμφωνα με το οποίο αναγνωρίζεται από τον Κ. Τ., ότι αυτός είχε δώσει εντολή στον κυρίως ενάγοντα να συντάξει την ως άνω αγωγή, για λογαριασμό της κυρίως εναγομένης, ενώ επαναλαμβάνεται η εντολή να συνεχίσει ο κυρίως ενάγων τη διεκπεραίωση της υπόθεσης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αγωγή.

Ως αμοιβή του κυρίως ενάγοντος συμφωνήθηκε, ενόψει της σφοδρής αντιδικίας και της μακροχρόνιας διαμάχης της κυρίως εναγομένης με τον Κ. Δ., αλλά και της σοβαρότητας της υπόθεσης, ποσοστό 10% επί του ποσού που θα εισέπραττε ο εντολέας με δικαστική απόφαση ή με συμβιβασμό ή επί του αντικειμένου που θα περιέλθει σ' αυτόν ως συμμετοχή στην εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας.

Το συμφωνητικό αυτό ήταν άκυρο ακόμη και ως προς τον εντολέα Κ. Τ., ο οποίος, εφόσον περαιωνόταν η υπόθεση θα ήταν μόνος υπόχρεως προς πληρωμή της αμοιβής του κυρίως ενάγοντος, αφού αυτός έδωσε την εντολή, διότι σ' αυτό δεν αναφέρεται ο ουσιώδης όρος μη λήψης αμοιβής από τον κυρίως ενάγοντα σε περίπτωση αποτυχίας και η συμφωνία λογίζεται σαν να μην υπήρχε.

Παρά ταύτα ,ο κυρίως ενάγων (μόνον αυτός αφού η ως άνω συνεργάτιδα του δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση), συνέχισε τη διεκπεραίωση της υπόθεσης , κατ' εντολή του Κ. Τ. ,αλλά συνάμα και του εκάστοτε εκκαθαριστή της, ο οποίος εάν δεν ήθελε να εκπροσωπήσει την εταιρεία ο κυρίως ενάγων στην εν λόγω δίκη θα ανακαλούσε την εντολή.

Ο κυρίως ενάγων ενήργησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας τουλάχιστον από τις 27/9/1982, καταθέτοντας και υπογράφοντας τις από 27/9/1982 και από 24/1/1983 προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου παρέστη, όπως επίσης παρέστη κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων ενώπιον εισηγητή δικαστή.

Ο κυρίως ενάγων θεωρώντας ως άκυρο το από 29/8/1991 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης .προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να εισπράξει την αμοιβή του από την εντολέα του κυρίως εναγομένη εταιρεία, της οποίας η εκκαθάριση δεν πιθανολογείτο ότι θα περατωνόταν πριν από την τελεσίδικη περάτωση της εν λόγω υπόθεσης, στις 26/7/1996 κατάρτισε με αυτήν, όπως εκπροσωπείτο από τον τότε εκκαθαριστή της και νόμιμο εκπρόσωπο της Α.

Π., δικηγόρο Θεσσαλονίκης , το υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό αμοιβής του από εργολαβία δίκης. Με το συμφωνητικό αυτό οι εκεί συμβληθέντες , αφού εξιστορούσαν ότι ο κυρίως ενάγων στα πλαίσια της εντολής που ήδη είχε λάβει προέβη για λογαριασμό της κυρίως εναγομένης στις δικαστικές ενέργειες που ήδη αναφέρθηκαν, μνημονεύοντας το από 29/8/1991 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης και τη μη νομιμότητα του .συμφώνησαν και τα εξής : "Στο στάδιο αυτό η εντολέας αναθέτει στον εντολοδόχο δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει στα πολιτικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και να υποστηρίξει την ως άνω αγωγή σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ώστε να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επ' αυτής.

Την εντολή αυτή αποδέχεται ο εντολοδόχος δικηγόρος με τους εξής ειδικούς όρους και συμφωνίες. : Α) Η αμοιβή του εντολοδόχου δικηγόρου συμφωνείται σε ποσοστό 10% επί του αντικειμένου της αγωγής, ήτοι της εμπορικής αξίας των ακινήτων κατά το χρόνο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή εξώδικης λύσης της διαφοράς με συμβιβασμό.

Στον εντολοδόχο θα περιέλθουν και οι δικαστικές δαπάνες που θα επιδικαστούν ή θα συμφωνηθούν συμβατικά σε περίπτωση συμβιβασμού. Β ) Τα έξοδα που θα απαιτηθούν θα βαρύνουν τον εντολοδόχο και δεν θα αναζητηθούν σε περίπτωση τελεσίδικης απόρριψης της αγωγής. Γ) Ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να χειριστεί την υπόθεση μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου ή να επέλθει με συμβιβασμό το προσδοκώμενο αποτέλεσμα με τη φροντίδα αυτού ,χωρίς να δικαιούται αμοιβή αν απορριφθεί τελεσίδικα η αγωγή ή αποτύχει η επίλυση της διαφοράς με συμβιβασμό.

Με άλλα λόγια με το παρόν συμφωνητικό συνάπτεται σύμβαση εργολαβίας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954 )...". Με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό , που είναι καθ' όλα έγκυρο, τόσο ως προς την εκπροσώπηση της εταιρείας, όσο και ως προς το περιεχόμενο του, συνήφθη μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων νόμιμη σύμβαση εργολαβίας δίκης με τους ως άνω όρους και επικυρώθηκε, ανανεούμενη η σχετική εντολή που δόθηκε στον κυρίως ενάγοντα, με το από 29/8/1991 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης.

Η εντολή, με το από 26/7/1996 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, δόθηκε από τον Α. Π. προς τον κυρίως ενάγοντα, καθό χρόνο αυτός ήταν ακόμη ,ως εκκαθαριστής, νόμιμος εκπρόσωπος της κυρίως εναγομένης, νόμιμα διορισμένος με την υπ' αριθμ. 4505/ 2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δέχεται, ακολούθως το Εφετείο, ότι αποτέλεσμα των ανωτέρω δικαστικών ενεργειών του κυρίως ενάγοντος και του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αθανάσιου Βουτυρά, ως πληρεξουσίων δικηγόρων της κυρίως εναγομένης, ήταν η έκδοση της υπ' αριθ 11648/1998 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής η κυρίως εναγομένη άσκησε την από 7/7/1999 υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 3437/1999 έφεση της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε ο κυρίως ενάγων. Κατά τη συζήτηση της έφεσης αυτής ,στις 5/10/2001, ο κυρίως ενάγων με το δικηγόρο Αθανάσιο Βουτυρά, συνέταξαν και κατέθεσαν προτάσεις για λογαριασμό της κυρίως εναγομένης.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 353/5 12 /2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση της κυρίως εναγομένης κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν εναντίον του Κ. Δ., εξαφανίστηκε η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο της απόρριψης της αγωγής ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της μεταβίβασης των 50/100 εξ αδιαιρέτου των εν λόγω ακινήτων, κρατήθηκε η υπόθεση, έγινε δεκτή ηώς άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1981 οριστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωάννη Νάσλα , μεταβίβαση των 50/100 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων προς τον Κ.

Δ. Στη συζήτηση της ως άνω έφεσης παραστάθηκαν ως πληρεξούσιοι δικηγόροι της κυρίως εναγομένης, ο κυρίως ενάγων και ο Αθανάσιος Βουτυράς. Στις ως άνω δίκες ,τόσο πρωτόδικος όσο και ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου Κ. Δ. ο Ι. Π. .Κατά της απόφασης αυτής ο Ι.

Π. άσκησε την από 4/3/2002 αίτηση αναίρεσης , επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1159/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση. Και κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής στις 5/3/2003 η κυρίως εναγομένη παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις δια του κυρίως ενάγοντος. Καταλήγει το Εφετείο , ότι με την έκδοση της 353- 5/2/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η επέλευση των αποτελεσμάτων της εργολαβίας δίκης του κυρίως ενάγοντος και με τον τρόπο αυτό περατώθηκε η υπόθεση, αφού η κυρίως εναγομένη, ως εντολέας δικαιώθηκε από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου της, δηλαδή ικανοποιήθηκε από τη δικαστική επίλυση της διαφοράς, καθ' όσον η υπόθεση κερδήθηκε τελεσιδίκως.

Συνακόλουθα με την πλήρωση της αίρεσης αυτής γεννήθηκε η αξίωση του κυρίως ενάγοντος προς λήψη της συμφωνηθείσας αμοιβής του .ανερχόμενη σε ποσοστό 10% επί του αντικειμένου της αγωγής, ήτοι της εμπορικής αξίας των ως άνω ακινήτων κατά το χρόνο της τελεσιδικίας της ως άνω απόφασης. Κατά το χρόνο αυτό η εμπορική αξία του 50% των ως άνω ακινήτων ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 650.000 ευρώ και ο κυρίως ενάγων δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 65.000 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της κυρίως εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι η αμοιβή που δικαιούται ο ενάγων, με βάση το ως άνω εργολαβικό δίκης .ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ. Όσον αφορά την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ως άνω αγωγής, το Εφετείο ,με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η άσκηση της πρώτης αγωγής από τον κυρίως ενάγοντα κατά της κυρίως εναγομένης , ενόψει των ως άνω παραδοχών ,δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Στη συνέχεια, ως προς τη δεύτερη αγωγή του κυρίως ενάγοντος κατά της κυρίως εναγομένης ,με την οποία ο πρώτος ζητούσε αμοιβή για τις αναλυτικά σ' αυτή αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που προέβη κατ' εντολή της κυρίως εναγομένης, το Εφετείο δέχθηκε, εκτός των άλλων, ότι την από 13/9/1996 με αριθ.

εκθ. κατ.31564/1996 αγωγή της τώρα κυρίως εναγομένης κατά του Π. Π., με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης του ποσοστού 50/100 εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων που βρίσκονται στην οικοδομή της οδού ... αρ. …στη .., τη συνέταξε και υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος και εκκαθαριστής αυτής Α. Π. και όχι ο κυρίως ενάγων, ο οποίος δεν δικαιούται αμοιβής από την ως άνω αιτία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου , των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 281 ΑΚ ,οι δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι το από 26/6/1996 εργολαβικό δίκης με το οποίο ανατέθηκε στον ενάγοντα η άνω υπόθεση δεν ήταν νόμιμη και ισχυρό, γιατί μ' αυτό περιοριζόταν η υπόθεση μόνο στην αρχική αγωγή ,με την ευδοκίμηση της οποίας δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η αξίωση της εταιρείας, και ως εκ τούτου με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πρώτης αγωγής, κατά του Κ.

Δ. δεν είχε περατωθεί η δίκη, ώστε ο ενάγων να δικαιούται αμοιβής, αλλ' έπρεπε να περατωθεί και η δεύτερη δίκη που άνοιξε με την ασκηθείσα από το δεύτερο αναιρεσίβλητο και εκκαθαριστή της εταιρείας Α.Π. το 1996 αγωγή κατά του Π. Π., γεγονός που γνώριζαν και οι δύο αναιρεσίβλητοι, ότι συνεπεία των ανωτέρω η άσκηση της ως άνω αγωγής, με την οποία ζητείται αμοιβή από το εργολαβικό δίκης είναι καταχρηστική και ότι το εργολαβικό αυτό δίκης έπρεπε να ερμηνευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ , είναι αβάσιμες.

Τούτο δε γιατί σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, οι δύο υποθέσεις δεν σχετίζονται μεταξύ τους κατά τρόπο ώστε για την ευδοκίμηση της πρώτης να απαιτείται και η ευδοκίμηση της δεύτερης και ειδικότερα : α ) Το από 26/6/1996 εργολαβικό δίκης αφορούσε μόνο την περαίωση της δίκης που είχε ανοίξει με την αγωγή που είχε ασκηθεί το έτος 1982 και στρεφόταν κατά του Κ.Δ.

και στο ως άνω εργολαβικό οριζόταν ρητά, ότι η αναιρεσείουσα έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον πρώτο αναιρεσίβλητο να την εκπροσωπήσει στα πολιτικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και να υποστηρίξει την ως άνω αγωγή στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό και ότι ο εντολοδόχος ανέλαβε την υποχρέωση να χειριστεί την υπόθεση μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου, και β ) η δεύτερη αγωγή της κυρίως εναγομένης ασκήθηκε το έτος 1996, δηλαδή 15 χρόνια μετά την πρώτη, στρεφόταν κατ' άλλου διαδίκου (Π.

Π.) και το δικόγραφο της αγωγής συντάχθηκε όχι από τον κυρίως ενάγοντα και πρώτο αναιρεσίβλητο αλλά από τον Α. Π. (δεύτερο αναιρεσίβλητο) που τότε ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και εκκαθαριστής της αναιρεσείουσας. Επιπλέον, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν παρεβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200ΑΚ,σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα Περί Δικηγόρων ,αφού δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, που εκφράστηκε στο ως άνω εργολαβικό δίκης, ούτε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ,δεν συνιστούν το πραγματικό της φερόμενης ως παραβιασθείσας ως άνω διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 α' Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 339, 409 παρ. 1 και 2,410 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ ,συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας , αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος.

Τούτο συνάγεται κυρίως από το άρθρο 415 Κ.Πολ.Δ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων , η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο ( επώνυμο ) αποδεικτικό μέσο ,καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος, λύση προδήλως άτοπη.

Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ,κατά το άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τις οποίες ο ενόρκως βέβαιων τρίτος καταθέτει ό, τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά .Η ένορκη, λοιπόν, βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο .

Η έννομη όμως αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ,κατά το χρόνο της ένορκης βεβαιώσεως που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαιώσεως (ή καταθέσεως) ως ανυπόστατης. Αντίθετα, αν προϋπήρχε η ιδιότητα του διαδίκου και εξέλιπε κατά το χρόνο της ένορκης βεβαιώσεως ή αν απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου σε χρόνο μεταγενέστερο αυτού της ένορκης βεβαιώσεως ή της καταθέσεως, η μαρτυρική κατάθεση ή η ένορκη βεβαίωση είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.

Εξάλλου, η συνένωση περισσοτέρων δικών σε κοινή διαδικασία δεν ανατρέπει την αυτοτέλεια τους. Για το λόγο αυτό, έγκυρα εξετάζεται ως μάρτυρας στη μία ο διάδικος της άλλης, εκτός αν οι διάδικοι τραπούν σε ομοδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11α'Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ,γιατί με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ένορκη βεβαίωση του πρώην εκκαθαριστή , δικηγόρου της και πρώτου εξαδέλφου του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεύτερου αναιρεσίβλητου Α.

Π., που ήταν κατά το χρόνο λήψης της ένορκης βεβαιώσεως διάδικος, καταστάς με την τότε ασκηθείσα εναντίον του και συνεκδικασθείσα με τις αγωγές του πρώτου αναιρεσίβλητου , αγωγή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ο Α. Π., ο οποίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και εκκαθαριστής της αναιρεσείουσας κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1996 - 2006 , έδωσε την υπ' αρ. 1389/2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτας Μακρίδου στις 28/4/2009 , δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και εκκαθαριστή της κυρίως εναγομένης (οιονεί διαδίκου),με επιμέλεια του κυρίως ενάγοντος για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη που ανοίχθηκε με τις δύο ως άνω αγωγές που αυτός άσκησε κατά της κυρίως εναγομένης.

Την ιδιότητα του διαδίκου ο Α. Π. απέκτησε, με την άσκηση από την κυρίως εναγομένη της υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 16082-24/4/2009 προσεπικλήσεως, ενωμένης με παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ερειδόμενη στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του ενάγοντος έναντι αυτής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και μόνον έναντι αυτής .Το γεγονός ότι οι δύο αγωγές του κυρίως ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Σ.

Μ. κατά της κυρίως εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας συνεκδικάσθηκαν με την παρεμπίπτουσα αγωγής αποζημιώσεως αυτής κατά του Α. Π., δεν κατέστησε τον τελευταίο διάδικο στη δίκη των δύο αγωγών του Σ. Μ. κατά της αναιρεσείουσας, για την οποία δόθηκε η ως άνω ένορκη βεβαίωση, αφού διατηρήθηκε η αυτοτέλεια της δίκης αυτής σε σχέση με τη δίκη της αναιρεσείουσας κατά του Α.Π., ο οποίος ουδέποτε κατέστη απλός ομόδικος του Σ.

Μ. ,κατά το άρθρο 74 Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι δεν υφίσταται κοινωνία δικαιώματος ή υποχρεώσεως μεταξύ αυτών, ούτε τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια νομική αιτία, καθώς επίσης οι απαιτήσεις ή υποχρεώσεις τους δεν είναι ομοειδείς.

Επειδή, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 και 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί απαραβίαστη την απαιτούμενη υπέρ του εντολέως του εχεμύθεια για όσα αυτός του εμπιστεύθηκε. Για όσα άλλα περιέρχονται σε γνώση του εξ αφορμής της ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος του, αφήνεται σ' αυτόν να κρίνει, κατά συνείδηση, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει καλούμενος να εξετασθεί ως μάρτυρας (παρ. 1 ).

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να εξετάζεται ως μάρτυρας σε υπόθεση στην οποία αναμίχθηκε ως δικηγόρος , χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ανήκει, ή σε κατεπείγουσα περίπτωση, του Προέδρου αυτού (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές που τέθηκαν προς προστασία των διαδίκων και ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχουν μεταξύ αυτών και των δικηγόρων, προκύπτει ότι ακυρότητα δημιουργεί η κατάθεση από δικηγόρο γεγονότων που εμπιστεύθηκε σ' αυτόν ο πελάτης του, αφήνεται δε στο δικηγόρο να κρίνει κατά συνείδηση , αν πρέπει να καταθέσει για γεγονότα που έμαθε κατά την άσκηση του λειτουργήματος του.

Περαιτέρω ,η έλλειψη άδειας του δικηγορικού συλλόγου ή του Προέδρου δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεως , αλλά συνεπάγεται πειθαρχικές κυρώσεις κατά του παραβάτη δικηγόρου. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το σχετικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 α'Κ.ΠολΔ.

προβάλλει , κατ' εκτίμηση του σχετικού μέρους, την αιτίαση ότι η ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο Α. Π. είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, γιατί ήταν δικηγόρος της την επίμαχη περίοδο και συμμετείχε σε σωρεία διαδικαστικών ενεργειών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικηγόρου, που κρίνει κατά συνείδηση, αν θα καταθέσει ή όχι για γεγονότα που έμαθε κατά την άσκηση του λειτουργήματος του και ουδεμία ακυρότητα επάγεται η κατάθεση για τα γεγονότα αυτά.

Περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος εχεμύθειας και καταθέσεως σχετικά με όσα εμπιστευτικά πληροφορήθηκε, ως εκ της ιδιότητας του δικηγόρου της αναιρεσείουσας (άρθρο 49 παρ. 1 εδ'α' Κώδικα Δικηγόρων) ,που δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεως ,δεν επικαλείται η τελευταία και συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 , 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, έναντι των οποίων επιδιώκεται και είναι δυνατή , με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως , η αναίρεση αυτής.

Συνεπώς είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον αντιδίκου του αναιρεσείοντος, τον οποίο δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τον οποίο δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα απευθύνει την αίτηση αναιρέσεως και κατά του Α. Π., ο οποίος ήταν αντίδικος της στη δίκη ενώπιον του Εφετείου και εφεσίβλητος στην έφεση που η πρώτη είχε ασκήσει για την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως, επειδή η αγωγή της είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν και η οποία (έφεση ) απορρίφθηκε . Επομένως, εφόσον οι προβαλλόμενοι με το αναιρετήριο λόγοι αναιρέσεως, που εκτέθηκαν παραπάνω , αναφέρονται σε πλημμέλειες μόνον ως προς την κρίση του Εφετείου κατά το μέρος που έγιναν δεκτές οι αγωγές του πρώτου αναιρεσίβλητου Σ. Μ. κατ' αυτής όχι δε και κατά το μέρος που απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατά του Α. Π., η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον τελευταίο ( δεύτερο αναιρεσίβλητο ) είναι απορριπτέα ,ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/11/2011 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1548/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ