Legislator Case Law & Legislation
10/2008 AI generated

10/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 10/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80,81,82, 556 παρ.1 , 558 εδ.α', 495 και 569 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Ενωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου με το από 22-11-2005 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-11-2005, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος Χ1 ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η ίδια δικάσιμος της 24-10-2006, που είχε ήδη οριστεί και για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με τα παραπάνω, παραδεκτώς, με βάση το άρθρο 669 ΚΠολΔ, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το παρεμβαίνον, κατά τα προβαλλόμενα με την παρέμβαση, αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο, εργαζομένων και μέλος του είναι ο αναιρεσείων, υπέρ του οποίου έγινε η πρόσθετη αυτή παρέμβαση. Επομένως πρέπει η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

10/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διατηρεί στην Αθήνα, όπου και η έδρα της, ιδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό με την επωνυμία ".....", ενώ Γραφεία στη Θεσσαλονίκη δεν διατηρεί. Αυτή (αναιρεσίβλητη) μεταδίδει πρόγραμμα σε 24ωρη βάση και κυρίως αθλητικά θέματα. Ο αναιρεσείων είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος και μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης, δηλαδή της προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάσας.

Keywords

AI generated
broadcasting fee right to install an antenna broadcasting right journalist access to files quasi-fiscal charge freedom of the press
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 10 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 10/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Μαυραγάνη. Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Μπελίτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και με την υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο από το επαγγελματικό σωματείο "Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2033/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2005 αίτησή του και το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 22-11-2005 πρόσθετη παρέμβαση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 28-9-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της στο σκεπτικό από 22-11-2005 πρόσθετης παρεμβάσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και της πρόσθετης παρεμβάσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80,81,82, 556 παρ.1 , 558 εδ.α', 495 και 569 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Ενωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου με το από 22-11-2005 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-11-2005, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος Χ1 ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η ίδια δικάσιμος της 24-10-2006, που είχε ήδη οριστεί και για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με τα παραπάνω, παραδεκτώς, με βάση το άρθρο 669 ΚΠολΔ, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το παρεμβαίνον, κατά τα προβαλλόμενα με την παρέμβαση, αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο, εργαζομένων και μέλος του είναι ο αναιρεσείων, υπέρ του οποίου έγινε η πρόσθετη αυτή παρέμβαση. Επομένως πρέπει η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως.

2. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ'άριθμ. 324/1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, που παρέχει την εργασία του με μισθό, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία, που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του εργαζομένου προς επίτευξη με αυτήν ορισμένου αποτελέσματος. Διακρίνεται δε από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, διότι σ'αυτήν, εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του έχει ανατεθεί, χωρίς όμως και στη σύμβαση αυτή να αποκλείεται κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διατηρεί στην Αθήνα, όπου και η έδρα της, ιδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό με την επωνυμία ".....", ενώ Γραφεία στη Θεσσαλονίκη δεν διατηρεί. Αυτή (αναιρεσίβλητη) μεταδίδει πρόγραμμα σε 24ωρη βάση και κυρίως αθλητικά θέματα. Ο αναιρεσείων είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος και μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης, δηλαδή της προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάσας.

Για τις ανάγκες των αθλητικών της εκπομπών και για το χώρο της Θεσσαλονίκης η αναιρεσίβλητη συμφώνησε με τον αναιρεσείοντα την 1-12-1996 ο τελευταίος να παρουσιάζει σε αθλητικές εκπομπές ειδήσεις αθλητικές στους ακροατές του σταθμού με ζωντανές συνδέσεις από τη Θεσσαλονίκη έναντι αμοιβής. Για την πραγματοποίηση αυτών των εκπομπών και για την εμφάνισή του σ'αυτές ο αναιρεσείων κάλυπτε όλα τα αθλητικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης, που γίνονται σε κάποιες ημέρες της εβδομάδας και κυρίως Σάββατα και Κυριακές.

Το δημοσιογραφικό αυτό υλικό από τις καλύψεις αυτές, που ήταν προϊόν της απασχόλησής του με αθλητικά θέματα, όπως αθλητικά γεγονότα των ομάδων Θεσσαλονίκης από αθλητικούς παράγοντες κλπ. δεν τα ενέκρινε κανείς από τα στελέχη της αναιρεσίβλητης, αφού δεν υπήρχαν γραφεία της στην Θεσσαλονίκη ούτε κάποιος τρίτος υπεύθυνος του σταθμού, ενόψει του ότι, ιδίως, ο αναιρεσείων τα εκφωνούσε προφανώς δια τηλεφώνου στις ζωντανές συνδέσεις του με το σταθμό στην Αθήνα.

Καθημερινό ωράριο δεν είχε ο αναιρεσείων και μάλιστα υποχρεωτικό, όπως προφανώς το άλλο υπαλληλικό προσωπικό του σταθμού της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα. Αλλά και σχέση εξάρτησης από τον διευθυντή του ως άνω σταθμού ή από άλλο ορισμένο υπάλληλο δεν είχε ο αναιρεσείων, αφού κανείς δεν του καθόριζε ποιο θα ήταν το το καθημερινό του πρόγραμμα και ιδίως τι θα ήταν το περιεχόμενο της ζωντανής του σύνδεσης με το σταθμό, με δεδομένο ότι οι αθλητικές ειδήσεις είναι ρευστές και τρέχουσες καθημερινώς, ούτε και υφίστατο θέμα έγκρισης της εκφώνησης, αφού διαρκούσε κάποιο χρόνο.

Ενόψει των παραπάνω αναφερομένων είναι φανερό ότι η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη εταιρία ήταν αυτή της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών (κάλυψη αθλητικών γεγονότων και παρουσίασή τους στον σταθμό της αναιρεσίβλητης) και όχι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου.

Και αυτό γιατί : 1) Υπήρχε έλλειψη εξάρτησης του αναιρεσείοντος ως προς τον τρόπο, το χρόνο και το είδος της παρεχόμενης υπηρεσίας, αφού δεν είχε καμία εποπτεία, έλεγχο της εργασίας του και οδηγίες δεσμευτικές από την εργοδότιδά του αναιρεσίβλητη. 2) Υπήρχε έλλειψη ωραρίου, που άλλωστε δεν δικαιολογείται από τη φύση της κάλυψης των αθλητικών γεγονότων, 3) Ο αναιρεσείων εργαζόταν και σε άλλο σταθμό και ειδικότερα από 1-4-2002 στον ραδιοφωνικό σταθμό "......" τουλάχιστον μέχρι τον Νοέμβριο του 2002. 4) Μετά από διακοπή της εργασίας τον Νοέμβριο (προφανώς του 2002) με τον σταθμό Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων μετέδωσε αποσπασματικά έξι αγώνες των ομάδων Θεσσαλονίκης, για τις οποίες πληρώθηκε με έξτρα αμοιβή και μόνο γι'αυτές. 'Ετσι αποδείχθηκε ότι δεν υφίστατο το κύριο στοιχείο της νομικής εξάρτησης, δηλαδή η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασία του, ενώ δεν διαφαίνεται καν και κάποια χαλαρή εξάρτηση από την εργοδότιδά του αναρεσίβλητη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.467/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από 15-4-2003 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή διαφορών αποδοχών κλπ.

με βάση επικληθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στη συνέχεια δέχτηκε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας αποφάσεως, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς:

α) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 και επόμ. του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ'αριθ.324/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, πράγματι η σύμβαση που υπήρχε μεταξύ αναιρεσείοντος αφενός και αναιρεσίβλητης αφετέρου είχε το χαρακτήρα όχι συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά τον χαρακτήρα συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων κατά την παροχή της εργασίας του δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και στην εποπτεία της εργοδότιδάς του αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του είχε ανατεθεί, και συγκεκριμένα δεν ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εν λόγω εργασίας του, έστω και αν, παρά το αντιθέτως στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενο, πράγματι φαίνεται να υπήρχε σύμφωνα με όσα στην εν λόγω απόφαση διαλαμβάνονται, κάποια χαλαρή εξάρτηση από την εργοδότιδα αναιρεσίβλητη, εξάρτηση όμως η οποία δεν έφθανε μέχρι το σημείο ώστε να καθιστά τη σύμβαση ως τέτοια εξαρτημένης εργασίας.

Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτεθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του, αυτήν αναφορικά με το χαρακτήρα της ανωτέρω συμβάσεως ως τέτοιας ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, και επαρκείς και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που κυρώθηκε με την υπ'αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, Δεν υπάρχει δε παραδοχή του Εφετείου, έστω και έμμεση, ότι ο αναιρεσείων "είχε συγκεκριμένο ωράριο στον οποίο έπρεπε να στείλει τις ανταποκρίσεις του...

σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας..", αλλ' ούτε και ότι ο αναιρεσείων έκανε "καθημερινό ρεπορτάζ... μετά από εντολή του καναλιού ή του αρχισυντάκτη ή του παραγωγού της εκπομπής...", όπως, αβασίμως όμως, υποστηρίζεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Ενόψει αυτών: 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με το να μην εφαρμοστούν) των διατάξεων των άρθρων 648, 652 και επ.

του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που κυρώθηκε με την υπ'αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και 2) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

3. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, αλλ' ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.

α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, στα οποία βασίστηκε για να καταλήξει στην κρίση ότι δεν υπήρχε εξάρτηση του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη εργοδότιδά του λόγω μη υπάρξεως δικαιώματος της τελευταίας προς άσκηση εποπτείας, ελέγχου της εργασίας και δόση εντολών και οδηγιών δεσμευτικών αναφορικά με το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της παροχής της εργασίας του πρώτου (αναιρεσείοντος).

Και η λήψη υπόψη των πραγματικών αυτών περιστατικών έλαβε χώρα παρά το ότι η αναιρεσίβλητη, πέραν της γενικής αρνήσεως της ένδικης αγωγής και της προβολής του ισχυρισμού ότι η σύμβαση ήταν τέτοια ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν είχε προβάλει τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως ανάγονται στο περιεχόμενο των αποδείξεων, καθώς και στα επιχειρήματα και στα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τη μη ύπαρξη της επικληθείσας με την ένδικη αγωγή συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά με την ύπαρξη συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών και ως εκ τούτου δεν αποτελούν και "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ώστε να μη στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως.

4. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι'αυτά.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, παρά την ύπαρξη αποδείξεων που αποδεικνύουν το αντίθετο, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς αναφερόμενα. 'Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως, ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι'αυτό ο αμέσως πιο πάνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται, το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αριθ.4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.

σχ. Ολ.ΑΠ 43/1990). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τέτοιο μη επιτρεπόμενο (μη νόμιμο) αποδεικτικό μέσο είναι και η ένορκη βεβαίωση που προβλέπεται από το άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ, αν αυτή δεν έγινε ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες.

Ακόμη, κατά την περ. β' του ίδιου αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ως μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται και εκείνα τα οποία είχαν προσκομιστεί, αλλά αυτά δεν είχαν επικληθεί με τις προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του αριθμού 11 περ.α' και β' αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του:

α) τις υπ'αριθ.525 και 526/12-11-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.Κασκαρέλη, που με επίκληση είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, παρά το ότι η κλήτευση του αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν είχε καθοριστεί η ημέρα και ώρα εξετάσεως των προσώπων που θα βεβαίωναν ενόρκως, και β) όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, παρά το ότι κανενός από τα έγγραφα αυτά η επίκληση δεν ήταν εξειδικευμένη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθεί στο σύνολό του, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενό του προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και δη με τις προτάσεις, ή έστω με την προσθήκη σ'αυτές, που ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. 6.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.

β', 524 παρ.1, 591 παρ.1 στοιχ.β' και δ', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του.

Μπορεί δε να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως που προσκομίζονται, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ, η οποία, παρά το ότι αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", εν τούτοις έχει εφαρμογή και αναφορικά με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (βλ.

σχ. Ολ.ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., στην οποία περιέχεται εξολοκλήρου η από 13-3-2003 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, έγγραφο το οποίο, κατά το λόγο αναιρέσεως, είχε επικαλεστεί ως προσκομιζόμενο (και συγχρόνως είχε προσκομίσει) με τις προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη, πάντοτε κατά το λόγο αναιρέσεως, "των ισχυρισμών του περί νομικών ενεργειών, στις οποίες προέβη για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, περί διαμαρτυριών για τη μη νόμιμη, καταβολή των μισθών του και περί ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας μετά την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, που αυτός υπέβαλε στο Εφετείο (τόσο επί της δικής του εφέσεως όσο και επί της εφέσεως της αντιδίκου του αναιρεσίβλητης) κατά τη συζήτηση των εν λόγω εφέσεων, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έγινε με τις προτάσεις αυτές νόμιμη επίκληση του εν λόγω εγγράφου και συγκεκριμένα σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού.

Βέβαια στις εν λόγω προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων γίνεται απλή αντιγραφή των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που έγινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), στις οποίες πράγματι γίνεται επίκληση του προαναφερόμενου εγγράφου, πλην όμως τούτο δεν αρκεί, για να καταστήσει, σύμφωνα με τα παραπάνω, νόμιμη (σαφή και ορισμένη) την επίκληση του εγγράφου και κατά τη συζήτηση που έγινε ενώπιον του Εφετείου, αφού με τις προαναφερόμενες προτάσεις ενώπιόν του δεν γίνεται ειδική αναφορά, έστω και περιληπτικώς, στο συγκεκριμένο μέρος των πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντος και δη με την έννοια της επικλήσεως και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη του εν λόγω, φερόμενου ως μη ληφθέντος υπόψη, εγγράφου. 7.

Επειδή οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

8. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει οι υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου του (αναιρεσίβλητης), κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Παρά όμως το σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης έστω και αν αυτή νίκησε, δεν πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη υπέρ αυτής και εις βάρος του προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάντος, εφόσον η πρώτη (αναιρεσίβλητη) δεν υποβλήθηκε σε κάποια πρόσθετη εξαιτίας της παρεμβάσεως δαπάνη (άρθρα 183 και 182 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Συνεκδικάζει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση.

Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2033/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 22 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετη παρέμβαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ