Supreme Court allows appeal against debt restructuring order, remanding case for retrial on payment terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's order regarding debt restructuring, rejecting the argument that the debt must be paid via salary deduction. The court found the First Instance Court's modification of the monthly payment amount under Law 3869/2010 was legally sound, but the reasoning regarding the payment method was flawed. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded to a different judge for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 9 para. 2 of Law 3869/2010; The Supreme Court held that while the First Instance Court could adjust the monthly payment amount based on the debtor's financial capacity, it erred in ruling that the payment method must change from salary deduction, thereby invalidating the specific procedural aspect of the original judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 109 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 109/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Σ., κατοίκου Πρέβεζας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλίκη Κοντοδήμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείων και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-4-2023).
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την ως άνω δικάσιμο, οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες, "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε." και "Τ. Π. Α.Ε.", ατομικώς και ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικώς τετάρτης των καθών η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ.
Τ. Τ. Ε. Α.Ε." αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων.
Από τις υπ' αριθμ. 1209/21-12-2021 και 1223/21-12-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκαν, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στις προαναφερόμενες δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, πρέπει αυτές να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η κρινόμενη, από 28-9-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/30-9-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 35/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για την ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, την από 24-10-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 166/24-10-2014) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτηση πιστωτές του, ήτοι την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Ε.
Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", το ήδη αναιρεσείον, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." και την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε." και την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ." ζήτησε να επικυρωθεί το αναφερόμενο σε αυτήν σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010 και να ορισθούν οι μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του, λαμβανομένης υπ' όψη της περιουσιακής του καταστάσεως, πλέον της εξαιρέσεως από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του.
Το ανωτέρω Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 182/2017 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 20-10-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 70/20-10-2017) έφεσή του, με τους λόγους της οποίας παραπονείτο κατά της οριστικής, ως άνω, αποφάσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 35/2020, απόφαση, με την οποία η έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή εν μέρει η αίτησή του, καθορίστηκαν οι μηνιαίες καταβολές του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς τις πιστώτριες τράπεζες με την επωνυμία "Ε.
Τ. Τ. Ε. Α.Ε." και "Τ. Π. Α.Ε." επί τριετία στο ποσό των 7,64 ευρώ και των 92,36 ευρώ μηνιαίως αντιστοίχως, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση ης αποφάσεως (πλην του αναιρεσείοντος), στα πλαίσια της ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Με την ίδια απόφαση εξαιρέθηκε από την εκποίηση το δικαίωμα επικαρπίας επί της κύριας κατοικίας του, και επιβλήθηκε σ' αυτόν η υποχρέωση να καταβάλει στο αναιρεσείον για τη διάσωση του άνω ποσοστού το ποσό των 63,92 ευρώ μηνιαίως και για διάστημα 15 ετών, με έναρξη καταβολής των δόσεων αυτών το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός μετά την πάροδο πενταετίας από τη δημοσίευση της αποφάσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε στις 30-9-2020 κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
Α.Π. 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και, ιδιαιτέρως, γεγονότων, που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της εννόμου σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 του Κ.Πολ.Δ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπ' όψιν ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, επειδή, αν και ήλεγξε τα χρέη του αιτούντος προς τους πιστωτές του, μεταξύ των οποίων και την οφειλή του προς αυτό (αναιρεσείον) από σύμβαση στεγαστικού δανείου και δέχθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, εν τούτοις, παρέλειψε να περιλάβει και την απαίτησή του στη ρύθμιση αυτή και τις μηνιαίες καταβολές του αιτούντος.
Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, σχετικώς με τις αναιρετικές αιτιάσεις, τα ακόλουθα: "Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) γεννήθηκε στις 30-09-1952 και είναι συνταξιούχος του Δημοσίου.
Τον μήνα Ιούνιο του 2011 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Πρέβεζας με σοβαρό καρδιακό πρόβλημα. Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (δύο μπαλονάκια) στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων και από τότε ακολουθεί συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του.
Είναι έγγαμος με δύο ενήλικα τέκνα. Διαμένει με τη σύζυγό του Κ. στην οικία του στην Πρέβεζα. Το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος πλέον ανέρχεται στο ποσό των 1.080 ευρώ ..... και της συζύγου του στο ποσό των 540 ευρώ περίπου μηνιαίως από την εκμετάλλευση ακινήτων. Παλαιότερα αποκόμιζε από την εργασία του ως συνταξιούχος (πρώην δημόσιος υπάλληλος - αστυνομικός Τμήματος Λευκάδας) περίπου 2.000 ευρώ μηνιαίως και συμπεριλαμβανομένων και των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα λάμβανε ποσό περίπου 2.250 ευρώ μηνιαίως.
Η σύζυγός του Κ. την εν λόγω χρονική περίοδο λάμβανε εισόδημα από την εκμετάλλευση ακινήτων που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Άρα το συνολικό τους οικογενειακό εισόδημα ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 2.750 ευρώ. Επομένως ήταν εφικτή η κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων που απαιτούσε το ποσό των 1.600 ευρώ μηνιαίως, χωρίς ακόμη τότε να έχει εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα υγείας στον αιτούντα.
Οι ως άνω δανειακές υποχρεώσεις του αιτούντος οφείλονται σε πιεστικές οικογενειακές υποχρεώσεις, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή του, που τον ανάγκασαν να καταφύγει, όσο επέτρεπε τότε η οικονομική του κατάσταση, στον τραπεζικό δανεισμό, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις ανάγκες τις δικές του και της οικογένειάς του.
Ωστόσο από το έτος 2012 και έπειτα, ολόκληρος ο οικονομικός του προγραμματισμός ανατράπηκε, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατο να καλύπτει τις απαιτήσεις των πιστωτών του. Λόγω της οικονομικής κρίσης στην οποία περιήλθε η χώρα μας, το οικονομικό περιβάλλον μεταβλήθηκε εκ των υστέρων, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από τον αιτούντα.
Από τη μεταβολή αυτή η παροχή του αιτούντος, υπό την ιδιότητά του ως δανειολήπτη οφειλέτη, ενόψει και της εξεταζόμενης αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής χωρίς δική του υπαιτιότητα. Το γεγονός αυτό μετέτρεψε τις μέχρι τότε κανονικά εξυπηρετούμενες απαιτήσεις σε επαχθή οικονομικά βάρη, τα οποία πλέον ο αιτών αντικειμενικά και υπαιτίως αδυνατεί να εξυπηρετήσει από λόγους τους οποίους ούτε μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει.
Αποτέλεσμα όλων αυτών των παραπάνω είναι να μην επαρκεί το μηνιαίο εισόδημά του για την εξόφληση των δανειακών του υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα ο αιτών να περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Εξάλλου, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος, ανέρχεται στο ποσό των 1.400 ευρώ περίπου, ποσό εύλογο και ανάλογο με την οικονομική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας αλλά και με το δεδομένο των εξόδων της ασθένειάς του.
Όσον αφορά την ακίνητη περιουσία του αιτούντος, αυτή αποτελείται από τα εξής εμπράγματα δικαιώματα (όπως αυτά αποτυπώνονται στη δήλωση Ε.Ν.Φ.Ι.Α. έτους 2016): α) δικαίωμα επικαρπίας (κατά ποσοστό 100%) επί ισογείου διαμερίσματος επιφάνειας 112,75 τ.μ. στο Δήμο Πρέβεζας επί της οδού …, έτους κατασκευής 1999, αντικειμενικής αξίας 17.980,10 ευρώ, β) δικαίωμα επικαρπίας (κατά ποσοστό 50%) επί υπόγειας αποθήκης επιφάνειας 109,87 τ.μ.
στο Δήμο Πρέβεζας επί της …, έτους κατασκευής 1999, γ) δικαίωμα συγκυριότητας (κατά ποσοστό 50%) επί υπόγειας αποθήκης επιφάνειας 67,25 τ.μ. στο Δήμο Πρέβεζας επί της οδού …, έτους κατασκευής 1999, δ) δικαίωμα συγκυριότητας (κατά ποσοστό 50%) επί ημιτελούς διαμερίσματος πρώτου ορόφου επιφάνειας 82 τ.μ. στο Δήμο Πρέβεζας επί της οδού …, έτους κατασκευής 2007, ε) δικαίωμα συγκυριότητας (κατά ποσοστό 50%) επί διαμερίσματος πρώτου ορόφου επιφάνειας 32,26 τ.μ.
στο Δήμο Πρέβεζας επί της οδού …, έτους κατασκευής 2007, στ) δικαίωμα συγκυριότητας (κατά ποσοστό 50%) επί διαμερίσματος πρώτου ορόφου επιφάνειας 30,69 τ.μ. στο Δήμο Πρέβεζας επί της οδού …, έτους κατασκευής 2007, ζ) δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 50% επί οικοπέδου επιφάνειας 782,48 τ.μ. στο Νομό Πρέβεζας, στο Δήμο Ζαλόγγου, στη Νέα Σινώπη, η) δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 11,11% επί οικοπέδου επιφάνειας 3.000 τ.μ.
στο Νομό Πρέβεζας, στο Δήμο Ζαλόγγου, στη Νέα Σινώπη, θ) δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 33,33% επί αγροτεμαχίου επιφάνειας 5.700 τ.μ. στο Νομό Πρέβεζας, στο Δήμο Ζαλόγγου, στη Νέα Σινώπη, στη θέση "…", ι) δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 33,33% επί αγροτεμαχίου επιφάνειας 1.500 τ.μ. στο Νομό Πρέβεζας, στο Δήμο Ζαλόγγου, στη Νέα Σινώπη, στη θέση "…".
Το υπό στοιχείο α) διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειας του. Το ως άνω διαμέρισμα, το οποίο ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στον αιτούντα μέχρι το έτος 2007, οπότε ο αιτών μεταβίβασε δυνάμει της με αριθμό 11911/10-12-2007 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Μαγδαληνής Παππά - Αυδίκου την κυριότητα στον υιό του, Κωνσταντίνο Κοσμίδη και ο τελευταίος την επικαρπία στον αιτούντα, είναι βεβαρημένο με υποθήκη υπέρ του δεύτερου των καθ' ων η αίτηση (ήδη αναιρεσείοντος) (βλ.
το με αριθ. πρωτ. 854/2014 αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου με ΚΑΕΚ…). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών προέβη σε μεταβίβαση του μοναδικού ακινήτου που του ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, το οποίο αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του ως με αριθμό 8 περιουσιακό του στοιχείο, ήτοι του αγροτεμαχίου έκτασης 8.000 τ.μ., ευρισκόμενο στο Νομό Πρέβεζας, στο Δήμο Ζαλόγγου, στη θέση "…" (βλ.
Ε9 έτους 2014), όπως προκύπτει από τα με αριθμό 35/2015 πρακτικά της προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας και τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των επόμενων ετών στις οποίες παραλείφθηκε (βλ. Ε9 ετών 2015 και 2016), για να αποπληρώσει χρέη έναντι της Εφορίας (βλ. τα με αριθμό 35/2015 πρακτικά της προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας).
Όσον αφορά την κινητή περιουσία του αιτούντος, αυτή συνίσταται στο δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 60% επί Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας …, μάρκας BMW, 1596 c.c., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2004. Περαιτέρω ο αιτών χωρίς δόλο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχει.
Ειδικότερα ο αιτών οφείλει προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές τις κάτωθι οφειλές: 1) Στην πρώτη των καθ' ων η αίτηση "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ως οφειλέτης δυνάμει της με αριθμό … λογαριασμού καταναλωτικής σύμβασης στεγαστικού δανείου οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 12.598,29 ευρώ (σχετ.
η από 02-10-2015 αναλυτική βεβαίωση οφειλών της ως άνω μετέχουσας Τράπεζας). 2) Στο δεύτερο των καθ' ων η αίτηση "Τ. Π. Κ. Δ." (ήδη αναιρεσείον) ως οφειλέτης δυνάμει της με αριθμό 01/81667 λογαριασμού σύμβασης στεγαστικού δανείου οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 53.693,23 ευρώ (σχετ. η από 16-12-2016 αναλυτική βεβαίωση του Τ.Π.Δ.).
Η ως άνω απαίτηση του δεύτερου των καθ' ων η αίτηση είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος, η οποία ενεγράφη στον τόμο 197 με α.α. 88 στις 05-04-2000 για το ποσό των 25.000.000 δραχμών (βλ. το με αριθ. πρωτ. 854/2014 αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου με ΚΑΕΚ 400502305001/0/3. 3) Στην τρίτη των καθ' ων η αίτηση "Τ.
Π. Α.Ε." (ήδη Τρίτη αναιρεσίβλητη) : α) ως οφειλέτης δυνάμει της με αριθμό ……… σύμβασης πιστωτικής κάρτας οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 181,79 ευρώ, β) ως οφειλέτης δυνάμει της με αριθμό … σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 7.582,57 ευρώ, γ) ως εγγυητής δυνάμει της με αριθμό … σύμβασης στεγαστικού δανείου οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 66.319,82 ευρώ, δ) ως εγγυητής δυνάμει της με αριθμό … σύμβασης στεγαστικού δανείου οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 73.094,62 ευρώ, ε) ως εγγυητής δυνάμει της με αριθμό … σύμβασης στεγαστικού δανείου οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 25.191,33 ευρώ (σχετ.
η από 06-10-2016 αναλυτική βεβαίωση οφειλών της ως άνω μετέχουσας Τράπεζας). Οι υπό στοιχεία γ, δ και ε απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης. Άρα, το συνολικό ποσό των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος προς τους καθ' ων η αίτηση ανέρχεται στο ποσό των 238.661,65 ευρώ. Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2.
Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πρώτη και τρίτη των εφεσιβλήτων - πιστωτριών του από τα εισοδήματά του, ο χρόνος των οποίων κρίνεται ότι πρέπει να οριστεί σε τρία (3) έτη (36 μήνες) (άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 4161/2013 σε συνδυασμό με άρθρο 2 παρ.
A υποπαρ. Α.4, άρθρο 2 παρ. 5 και άρθρο 4 του Ν. 4336/2015). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των βασικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία του, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αυτού και της συζύγου του, το προς διάθεση στους πιστωτές ποσό πρέπει να οριστεί σε εκατό (100) ευρώ το μήνα, όπως αναλύεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
Επίσης θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση του ως άνω ακινήτου του αιτούντος, του οποίου τυγχάνει επικαρπωτής σε ποσοστό 100%, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του, για το οποίο ο αιτών θα πρέπει να καταβάλλει κατ' άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 το 60% στο "Τ. Π. Κ. Δ." ως προς τη με αριθμό … λογαριασμού σύμβαση στεγαστικού δανείου που υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια.
Δεδομένου ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου του αιτούντος που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του ανέρχεται στο ποσό των 19.178,78 ευρώ ο αιτών θα πρέπει να καταβάλλει και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών (180 μήνες) το συνολικό ποσό των (19.178,78 ευρώ x 60 : 100 =) 11.507,26 ευρώ, ήτοι το ποσό των (11.507,26 ευρώ : 180 μήνες =) 63,92 ευρώ μηνιαίως και για δεκαπέντε (15) έτη".
Με τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας αν και καθόρισε μηνιαίες καταβολές στους πιστωτές του αιτούντος και, συγκεκριμένα, στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε." και "Τ. Π. Α.Ε.", χωρίς καμία αιτιολογία δεν καθόρισε μηνιαίες καταβολές και για το αναιρεσείον, το οποίο είναι ενυπόθηκος πιστωτής του από σύμβαση στεγαστικού δανείου, παραβιάζοντας έτσι ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή αν και καθόρισε το ποσοστό της αξίας του ακινήτου του αιτούντος σε 60%, μέχρι το οποίο υποχρεούται αυτός να καταβάλει στους δανειστές του, για τη διάσωσή του, όμως, δεν αιτιολόγησε τη μείωση αυτή από το ανώτατο όριο του ποσοστού του 80%, που προβλέπεται από το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869. Η αναιρετική αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, αφενός μεν, αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιστατικά των συνθηκών ζωής, ατομικής και οικογενειακής του αναιρεσιβλήτου, αφετέρου δε, απόκειται στην ευχέρειά του να καθορίσει το ποσοστό της αξίας του ακινήτου, μέχρι το οποίο υποχρεούται να καταβάλει ο αιτών στους δανειστές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του (Α.Π. 81/2018).
Στην παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 προβλέπεται η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη "εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών". Υπό τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις (ρευστοποιήσιμη περιουσία - απαραίτητη η εκποίηση) είναι προφανές ότι τα κριτήρια για να διαταχθεί η εκποίηση (και αυτεπαγγέλτως) από το Δικαστήριο είναι: α) το αντικείμενο της εκποιήσεως να προκαλεί αγοραστικό ενδιαφέρον, δηλ. να υπάρχει πιθανότητα εκδηλώσεως ενδιαφέροντος από πιθανό αγοραστή και β) το προϊόν της εκποιήσεως να καλύπτει τα έξοδα της εκποιήσεως και να αφήνει ως υπόλοιπο ένα ουσιώδες ποσό για την αποπληρωμή των πιστωτών (Α.Π. 778/2022).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διότι, χωρίς αιτιολογία, δεν αποφάνθηκε για την δυνατότητα ρευστοποιήσεως της λοιπής περιουσίας του αιτούντος. Από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παρέλειψε να κρίνει για τη δυνατότητα ή μη ρευστοποιήσεως της λοιπής περιουσίας του αιτούντος, ώστε να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις των πιστωτών του έναντι αυτού. Ως εκ τούτου, ο σχετικός τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.
του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακρατήσεως από τις συντάξιμες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου των ποσών που καθορίστηκαν καταβλητέα σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν. 3.869/2010. Το ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όσον αφορά την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατ' άρθρον 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις ακόλουθες διατάξεις: "ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση το παρακάτω ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του αιτούντος, ήτοι ένα ισόγειο διαμέρισμα επιφάνειας 112,75 τ.μ., στο Νομό Πρέβεζας, στο Δήμο Πρέβεζας, στην Πρέβεζα στην …, έτους κατασκευής 1999.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση του ως άνω ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του το ποσό των εξήντα τριών ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (63,92 ευρώ) μηνιαίως για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών (180 μηνών) στο δεύτερο εφεσίβλητο "Τ. Π. Κ. Δ." για εξυπηρέτηση της με αριθμό … λογαριασμού σύμβασης στεγαστικού δανείου.
Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει πέντε (5) έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα καταβάλλεται το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός, θα πρέπει να γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος".
Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το ως άνω δικάσαν Δικαστήριο, τόσο στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον και στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου υφισταμένη σύμβαση εκχωρήσεως, αναφορικώς με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων, (η οποία καταβολή συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχωρήσεως, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών του πρώτου αναιρεσιβλήτου - οφειλέτη), αλλά, στα πλαίσια της ρυθμίσεως του χρέους κατά το Ν. 3869/2010 του τελευταίου, αναπροσάρμοσε μόνο και, ειδικότερα, περιόρισε, κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει αυτός προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς, όμως, να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αναιρεσιβλήτου, των καθορισθέντων πλέον, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχωρήσεως, που εξακολουθεί να ισχύει παραλλήλως με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, μόνο το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από τη σύνταξη του πρώτου αναιρεσιβλήτου - οφειλέτη και όχι, όπως προαναφέρεται, τον, με παρακράτηση από την σύνταξή του, τρόπο καταβολής του.
Συνεπώς, ο κρινόμενος τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς αυτό δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντιστοίχου τμήματος από τη μηνιαία σύνταξη του τελευταίου, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχωρήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βασίμων του πρώτου και του τρίτου των λόγων της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από το Δικαστή που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 35/2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ