Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest when lower court rejected appeal as vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision, which had rejected the appeal as inadmissible due to lack of legal interest. The appellant argued the lower court erred in finding no legal interest, claiming the original lawsuit should have been dismissed for lack of standing rather than being substantively rejected. The court ruled that since the lower court already dismissed the appeal as inadmissible without a substantive examination, the appellant lacked the necessary legal interest to challenge this procedural outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; Legal interest is a prerequisite for appeal, and an appeal is inadmissible if the lower court rejected the appeal as inadmissible without substantive examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 109 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 109/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Α., κατοίκου ΒΙ.ΠΕ. .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλεία Παπαδοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλιρρόη Λυμπερίδου, η οποία ανακάλεσε την από 30-09-2021 δήλωση της δικηγόρου Αικατερίνης Ασημακοπούλου για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι παρίσταται η ανώνυμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12659/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 952/2018 Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης. Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.
Για την άσκηση αναίρεσης νομιμοποιείται γενικά κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, μόνον ο ηττηθείς κατά κανόνα διάδικος. Ηττηθείς δε είναι ο διάδικος που βλάπτεται από το περιεχόμενο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015). Ειδικότερα, ο εναγόμενος βλάπτεται και συνεπώς έχει έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης ώστε να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση και να αποτραπεί η επιβλαβής γι' αυτόν συνέπεια, κατ' αρχήν, όταν γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του ενάγοντος.
Εξαίρεση του γενικού αυτού κανόνα, θεσπίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 556 ΚΠολΔ, που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης και από το διάδικο που νίκησε, εφόσον αυτός έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίησή του.
Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς, για το νικήσαντα διάδικο, συνέπειες (ΑΠ 41/2016). Έτσι, ο εναγόμενος μπορεί να δικαιολογήσει έννομο συμφέρον, ως νικήσας διάδικος, για την άσκηση αναίρεσης, αν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (ΑΠ 1850/2007, ΑΠ 175/2000), καθώς επίσης και αν έπρεπε, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, ενώ πρωτοδίκως απορρίφθηκε ως αόριστη, δεδομένου ότι, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής λόγω αοριστίας, η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής και συνεπώς ο ενάγων, έχει τη δυνατότητα, βελτιώνοντας την αγωγή ως προς την ανωτέρω δικονομική έλλειψη, να ασκήσει νέα, αλλά ορισμένη, αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, οπότε δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και η άσκηση της νέας αυτής αγωγής είναι παραδεκτή (ΑΠ 88/2015, ΑΠ 30/2010, ΑΠ 213/2008), ενώ, αντιθέτως, αν δηλαδή η αγωγή απορριφθεί λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, ο ενάγων δεν μπορεί να επανέλθει με νέα, ως άνω, αγωγή κατά του εναγομένου (ΑΠ 224/2016, ΑΠ1566/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 10-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 952/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως νικήσαντος διαδίκου, κατά της υπ' αριθ. 12659/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας κατ' αυτού ως αόριστη.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ ). Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 516 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση εφέσεως απαιτείται ο εκκαλών να έχει έννομο συμφέρον, τούτο δε συμβαίνει κατ' αρχήν, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, θεωρείται δε αυτός ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του.
Εξάλλου, το έννομο συμφέρον ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, που κατά το άρθρο 73 του ίδιου κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνίσταται στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος, η δε έλλειψή του έχει ως συνέπεια την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, ενώ η μη κήρυξη του απαραδέκτου αυτού ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 730/2019, ΑΠ 154/2019, ΑΠ 66/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ "έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Ειδικότερα, έννομο συμφέρον για την άσκηση εφέσεως έχει ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, όταν η στρεφόμενη κατ' αυτού αγωγή απορρίφθηκε για λόγους τυπικούς, αντί ν' απορριφθεί στην ουσία της ή όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως παράγεται βλαπτικό των συμφερόντων του νικήσαντος διαδίκου δεδικασμένο.
Στην περίπτωση όμως που η αγωγή κλπ απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, προϋπόθεση της δυνατότητας ασκήσεως κατά της αποφάσεως εφέσεως από τον διάδικο που νίκησε, γιατί δεν απορρίφθηκε η αγωγή κατ' ουσία, είναι ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή για λόγο τυπικό. Στην περίπτωση αυτή δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί νικητής διάδικος ο εναγόμενος, παρά μόνο αν είχε αρκεσθεί σε τέτοια απόρριψη.
Αν είχε ζητήσει και την απόρριψή της κατ' ουσία, δεν έλαβε, τότε, τη δικαστική προστασία που ζήτησε. Η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του, και συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί ηττημένος διάδικος, ο οποίος βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της αποφάσεως.
Συνεπώς υφίσταται γι' αυτόν η δυνατότητα, με την άσκηση της αναιρέσεως, να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση (ΑΠ 1212/2010). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης, κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας, των επικληθέντων προς θεμελίωση της νομιμοποίησης πραγματικών περιστατικών.
Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, όμως, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (Ολ ΑΠ 25/2008, ΑΠ 975/2020, ΑΠ 1157/2017, ΑΠ 199/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), με την από 31-10-2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυριζόμενη ότι με διαδοχικές συμβάσεις, κατά τους αναφερόμενους χρόνους, πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), για τις ανάγκες της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, τα αναφερόμενα με κωδικούς είδη προϊόντων, που αναγράφονται στα επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια πώλησης -δελτία αποστολής, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 131.544,82 ευρώ, ως ολικό τίμημα με τον ΦΠΑ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της 01.07.2011, χρόνο όχλησης του εναγόμενου για καταβολή του τιμήματος, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 12659/09.07.2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, επειδή δεν αναφέρονται, τα απαραίτητα από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και ειδικότερα, δεν περιγράφονται τα πράγματα που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν, διότι στα επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια των ένδικων πωλήσεων "...αναφέρεται το είδος που πωλείται μόνο με κωδικούς αριθμούς, χωρίς να εξειδικεύεται περαιτέρω σε τι ακριβώς συνίσταται αυτό, ώστε να προκύπτει από αυτά, ποια είναι τα συγκεκριμένα πράγματα των ένδικων πωλήσεων, δεδομένου μάλιστα ότι η ενάγουσα πωλήτρια εμπορεύεται διάφορα προϊόντα, όπως σωλήνες, ράβδους, φύλλα, ταινίες, δίσκους χαλκού, ορύχαλκου και ψευδάργυρου", όπως αναγράφεται στα επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια.
Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων, ως νικήσας διάδικος, άσκησε έφεση, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης α) και για άλλους λόγους αοριστίας της αγωγής και β) για την, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλλειψη της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα, ο νικήσας διάδικος ισχυρίστηκε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη λόγω μη αναφοράς στο δικόγραφο και των παρακάτω στοιχείων : 1.
αν τα ένδικα τιμολόγια εκδόθηκαν επί πιστώσει ή τοις μετρητοίς, 2. του ακριβούς χρόνου κατά τον οποίο κατέστη απαιτητό και ληξιπρόθεσμο το ποσό κάθε τιμολογίου, 3. της ποιότητας και ποσότητας κάθε είδους των εμπορευμάτων, 4. του χρόνου κατάρτισης των επιμέρους συμβάσεων, 5. του τόπου κατάρτισης των επιμέρους συμφωνιών, 6.
του τόπου εκτέλεσης των συμφωνιών, 7. της τυχόν παρέκτασης της κατά τόπον αρμοδιότητας, 8. του αριθμητικού υπολογισμού του οφειλόμενου χρηματικού ποσού, και 9. του μη προσδιορισμού του ύψους του Φ.Π.Α.. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, με την εξής αιτιολογία: "Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα, (αφού) εξέθετε ότι "στον εναγόμενο, διατηρούντος, στη ΒΙ.ΠΕ.Θ.
Σίνδου, βιοτεχνία ηλιακών συλλεκτών, για τις ανάγκες της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, με αντίστοιχες διαδοχικές συμβάσεις, κατά τους αναφερόμενους χρόνους, πώλησε και παρέδωσε, στην έδρα της επαγγελματικής εγκατάστασης του εναγόμενου, που τυγχάνει και ως αναφερόμενη στο δικόγραφο της αγωγής, κατοικία του, τα αναφερόμενα με κωδικούς είδη προϊόντων, που αναγράφονται στα επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, περιγράφοντας αυτά, κατά είδος, μόνο με κωδικούς αριθμούς, χωρίς να εξειδικεύεται περαιτέρω σε τι ακριβώς συνίσταται αυτό, ενώ αναφέρεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα πωλήτρια εμπορεύεται διάφορα προϊόντα, όπως σωλήνες, ράβδους, φύλλα, ταινίες, δίσκους χαλκού, ορύχαλκου και ψευδάργυρου".
Περαιτέρω, στο δικόγραφο της αγωγής περιγράφονται τα κατά κωδικούς εμπορεύματα κατά διαστάσεις, ποσότητα, τιμή μονάδας, και κατά μονάδα επιβάρυνσης ΦΠΑ 23%, με πίστωση του τιμήματος, ενώ αίτημα της αγωγής είναι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 131.544,82 ευρώ, ως ολικό τίμημα με το ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της 01.07.2011, ως χρόνο όχλησης του εναγόμενου, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.
Στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται ως προς το ορισμένο του αιτήματος τοκοδοσίας η επικαλούμενη, από 01.07.2011, όχληση εναγόμενου για την καταβολή του αναφερόμενου τιμήματος. Τα λοιπά επικαλούμενα από τον εναγόμενο στοιχεία, περιγραφή του τιμήματος κατά τιμή μονάδας, ποσότητα, και αντίστοιχη επιβάρυνση Φ.Π.Α., συνολικό ύψος της απαίτησης, με απλή αριθμητική πρόσθεση, διαλαμβάνονται, πλήρως και ορισμένως, στο δικόγραφο της αγωγής καταβολής του τιμήματος.
Τα στοιχεία του τόπου κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, του τόπου εκπλήρωσης της παροχής της ενάγουσας πωλήτριας, ανεξαρτήτως του ότι αυτός (τόπος παροχής) διαλαμβάνεται στην αγωγή, της τυχόν συμφωνίας της παρέκτασης της κατά τόπον αρμοδιότητας του δικαστηρίου, αφού η αποκλειστική κατά παρέκταση τοπική αρμοδιότητα θα μπορεί να αποτελεί ισχυρισμό του εναγόμενου, δεν είναι απαραίτητα στοιχεία της αγωγής καταβολής του τιμήματος επί πιστώσει, της οποίας ο χρόνος πίστωσης προσδιορίστηκε με όχληση της ενάγουσας - πωλήτριας.
Ακόμη, από την επισκόπηση της αγωγής, ειδικότερα των επισυναπτόμενων σ' αυτήν με αριθμούς.... τιμολογίων - δελτίων αποστολής, προκύπτει ότι πλην των αναφερόμενων προϊόντων, με περιγραφή των διαστάσεών τους, της τιμής μονάδας, της ποσότητας, του αναλόγου Φ.Π.Α., συνολικού ύψους 2.599,53 ευρώ, 5.320,52 ευρώ, 3.914,35 ευρώ, 1.111,19 ευρώ, 1.516,81 ευρώ, 1.543,90 ευρώ, 470,20 ευρώ, 2.888,87 ευρώ, 2.346,84 ευρώ, 833,62 ευρώ και 449,88 ευρώ, αντίστοιχα, αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι "Η οφειλή του παρόντος τιμολογίου έχει εκχωρηθεί στην "... " που έχει δικαίωμα είσπραξης.
Μόνο η πληρωμή στην ... εξοφλεί την οφειλή σας. Παρακαλούμε να απευθύνετε τις πληρωμές στην ... αναφέροντας πάντοτε την επωνυμία της εταιρίας μας ως προμηθεύτριας", και χωρίς, μάλιστα, να γίνεται στον όρο αυτό παραπομπή με το κείμενο της αγωγής, η ενάγουσα ζήτησε την επιδίκαση και του αναφερόμενου σε καθένα απ' αυτά τιμήματος και Φ.Π.Α..
Μόνη η ανωτέρω αναφορά, όμως, της εκχώρησης της απαίτησης δεν επάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας για το αντίστοιχο τίμημα των επικαλούμενων πωλήσεων, διότι... και η σύμβαση της επανεκχώρησης της απαίτησης είναι άτυπη και αναιτιώδης σύμβαση, που μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με το αίτημα επιδίκασης αυτής, ενώ η άσκηση της αξίωσης κατά του εναγόμενου, φερόμενου ως οφειλέτη, ενέχει αναγγελία της σχετικής άτυπης επανεκχώρησης, οπότε η ενάγουσα νομιμοποιείται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απευθύνει την αγωγή κατά του εναγόμενου, και για την απαίτηση καταβολής του τιμήματος και ΦΠΑ που αναφέρεται στα συγκεκριμένα τιμολόγια, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη της επανεκχώρησης, η οποία θα κριθεί από το δικαστήριο, κατά την κατ' ουσίαν εξέταση της αγωγής, η οποία δεν έλαβε χώρα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνονται και τα στοιχεία της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εξαιτίας μη περιγραφής μόνο του είδους των πωληθέντων προϊόντων που περιγράφονται μόνο με κωδικούς, ορθά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 513 ΑΚ και 68 του ΚΠολΔ ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρούται με την παρούσα απόφαση (άρθρ. 534 του ΚΠολΔ).
Έτσι, δεν υφίστανται δυσμενείς αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, με τις οποίες να ιδρύεται δεδικασμένο, στη νέα δίκη που θα ανοιγεί με την άσκηση νέας αγωγής, αφού η εκκαλούμενη απόφαση δεν υπολείπεται των προσδοκιών του εναγόμενου και, συνεπώς, δεν θεωρείται ότι είναι ηττημένος διάδικος, ο οποίος βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της απόφασης.
Επομένως, ελλείπει η απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος του νικητή εναγομένου με την εκκαλουμένη απόφαση να ασκήσει ως εκκαλών την κρινομένη έφεση, η οποία, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εφεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη".
Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αγωγή ήταν πράγματι αόριστη, αφού, από τα επικληθέντα με την έφεση από τον εναγόμενο ως ελλείποντα στοιχεία, άλλα αναφέρονται στο δικόγραφο και άλλα δεν ήσαν αναγκαία, και ότι διαλαμβάνονταν, επίσης, στο περιεχόμενο αυτής τα στοιχεία της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ως νικήσαντος διαδίκου, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος αυτού προς άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου, η απόρριψη δε αυτή προφανή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε κήρυξη απαραδέκτου, αφού το δικαστήριο αρκέστηκε μόνο στην διακρίβωση της έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος (τότε εκκαλούντος) να ασκήσει έφεση κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης.
Ενόψει αυτών, και εφόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση που η αγωγή απορρίφτηκε για τυπικό λόγο, προϋπόθεση της δυνατότητας ασκήσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, από τον διάδικο που νίκησε, εφέσεως για τη μη απόρριψη της αγωγής κατ' ουσίαν, είναι η εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αγωγής ως αόριστης, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση με την παραπάνω αιτιολογία, όχι παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και, επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αρ. 1) του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ενώ έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση και να απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του αναιρετικού αυτού λόγου (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης, ο αναιρεσείων προέβαλε με αυτήν ως έννομο συμφέρον ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως και όχι ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατ' ουσίαν, όπως προβάλλει με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 701/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη για έλλειψη της απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης του εννόμου συμφέροντος αυτού προς άσκηση του ενδίκου μέσου.
Εφόσον, όμως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, είναι απαράδεκτος .
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-11-2018 αίτηση του Σ. Α. του Α. για αναίρεση της υπ` αριθ. 952/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ