Supreme Court dismisses appeal for lack of specific facts in property ownership claim regarding inheritance and title transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her husband against the First Instance Court of Rhodes regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court erred by considering inadmissible evidence and failing to properly evaluate specific documents. The court rejected these claims, ruling that the appeal lacked the necessary factual specificity required by law to establish a valid ground for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; Articles 1094, 118, and 216(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 974, 1041, 1045, and 1051 of the Civil Code: An indeterminate claim regarding property ownership fails to meet the requirements of a valid appeal if it does not fully state the factual circumstances necessary for the application of the legal rule.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 109 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 109/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. χήρας Ε. Κ., το γένος Χ. Κ., 2) Ε.-Δ. συζ. Κ. Φ., το γένος Ε. Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ε., 2) Α. Κ. του Ε., 3) Π. Κ. του Ε., 4) Κ. Κ. του Ε., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Καστρινάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2014 μη οριστική και 257/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η αοριστία της αγωγής, εφόσον είναι ποσοτική, δηλαδή, όταν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ενώ, σε περίπτωση ποιοτικής αοριστίας του δικογράφου, ήτοι εάν γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς αναφορά στα αναγκαία περιστατικά, θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1359/14).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 118, 216 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, είναι, εκτός των άλλων: α) Η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, η οποία, εφόσον αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο και δη με σύμβαση (1033 ΑΚ), θα πρέπει να εκτίθεται στην αγωγή ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου μεταβιβάστηκε από τον αληθή κύριό του σε αυτόν για ορισμένη αιτία με μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο και, σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο της κυριότητας του μεταβιβάσαντος, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει με τις προτάσεις του (ή καθ' υποφορά να αναφέρει στην αγωγή) τον τρόπο κτήσης του δικαιοπαρόχου του, με αναγωγή έως την πρωτότυπη κτήση. 'Ετι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος για μία δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
β) Η κατάληψη του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο, ο οποίος το νέμεται και το κατέχει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) ο ακριβής προσδιορισμός του ακινήτου, κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, θα πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του.
Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου (ΑΠ 1014/14).
ΙΙ. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ωσαύτως, κατά τον αρ. 8α του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια αυτή είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Προσέτι, σύμφωνα με τον αρ. 14 του άρθρου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, το οποίο συναρτάται με τους δικονομικούς κανόνες και όχι με το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο (από ακυρότητα ή ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου ή την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος).
ΙΙΙ. Με την παραδεκτώς επισκοπούμενη υπό κρίση αγωγή οι αρχικώς ενάγοντες (ήδη οι τέσσερεις αναιρεσίβλητοι) εξέθεταν ότι έχουν στη συγκυριότητά τους ένα οικόπεδο με το επ'αυτού ισόγειο κτίσμα που βρίσκεται στο ... και το οποίο κληρονόμησαν από την αποβιώσασα το 1967 Ε. Κ. (σύζυγο του 1ου αρχικού ενάγοντα και μητέρας των λοιπών) και ότι έκτοτε το (συν-) νέμονται, είτε οι ίδιοι είτε δι' αντιπροσώπων (καθόσον είναι κάτοικοι ...), ασκώντας συγκεκριμένες πράξεις νομής (όπως λ.χ. επίβλεψη, επίσκεψη, επισκευές, οίκηση στο υπάρχον εντός του οικοπέδου ισόγειο κτίσμα). Ότι η συννομή τους ήταν αδιατάρακτη και συνεχής έως το 2004 (όταν η πρώτη αναιρεσείουσα με συμβόλαιο γονικής παροχής μεταβίβασε στην 2η αναιρεσείουσα θυγατέρα της το επίδικο ακίνητο). Ζήτησαν δε (καθόσον ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση) την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία).
ΙV. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες των άρ. 8 και 14 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, διότι τόσο πρωτόδικα, όσο και στο Εφετείο, είχαν προβάλει την αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, καθότι το αντικείμενο της διαφοράς και συγκεκριμένα ο πρωτότυπος τρόπος κτήσης συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων (με έκτακτη χρησικτησία) επί του επιδίκου ακινήτου δεν περιγράφεται, κατ' άρθρ. 118 αρ.4 ΚΠολΔ, με τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις πράξεις. Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες επιρρίπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αρ. 1α του ίδιου άρθρου, διότι, κατ' αυτές, το Εφετείο παραβίασε (κατ' εκτίμηση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) το άρθρο 1045 ΑΚ και, δη, δέχθηκε την αγωγική βάση της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη, αφού, (όπως υποστηρίζουν), στο δικόγραφο της αγωγής, θα έπρεπε να διαλαμβάνονται συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις. Αμφότεροι αυτοί οι λόγοι αναίρεσης (5ος - 7ος) είναι αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση της αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) καταδεικνύεται, ότι εμπεριέχονται οι προαναφερόμενες πράξεις νομής και γι' αυτό το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη, 257/19, απόφασή του έκρινε την αγωγή αυτή ότι είναι ορισμένη, δεν υπέπεσε στις προειπωθείσες πλημμέλειες.
V. Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση). Η εν λόγω σώρευση υπάρχει όταν ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντα κατά του ίδιου εναγόμενου, δηλαδή, αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται δε κατά νόμο μόνον, εφόσον πηγάζουν από τη ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν στο ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στο ίδιο ή διαφορετικό λόγο, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, υπάγονται στο σύνολό τους λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου και στο ίδιο είδος διαδικασίας, η σύγχρονη δε εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.
Η αντικειμενική σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντα, εναπόκειται, δηλαδή, στη βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται γι’ αυτή, ούτε δημιουργείται στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθύλην αρμοδιότητας (ΟλΑΠ 451/1971). Αντικειμενική σώρευση αγωγών υπάρχει και όταν το ίδιο αίτημα στηρίζεται σε πλείονες βάσεις, όπως λ.χ.
επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής που έχει ως βάσεις τον παράγωγο και τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητος. Η σώρευση περισσότερων αγωγών (αιτήσεων) στο ίδιο δικόγραφο χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, που ρητά ορίζονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ όπως λ.χ.
η σώρευση αντιφασκουσών αγωγών, δεν επιφέρει την ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση διατάσσεται από το δικαστήριο, με οριστική απόφαση, ο χωρισμός τους, όπως επιτάσσει η διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, που τέθηκε για την άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει κατά το προϊσχύσαν δίκαιο.
Επομένως, η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας της υποχρέωσης να διατάξει το χωρισμό, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφού δεν πρόκειται για κήρυξη ή μη απαραδέκτου της ακυρότητας. Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη (αναγνωριστική κυριότητας) αγωγή όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, οι αναιρεσίβλητοι, σε σχέση με το διαφιλονικούμενο ακίνητο, ανέφεραν ότι το κληρονόμησαν το 1967 (από την παραπάνω δικαιοπάροχό τους και ότι έκτοτε το χρησιδέσποσαν, έχοντας έτσι αποκτήσει την επ' αυτού συγκυριότητα τόσο παράγωγα, όσο και με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας.
Οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλομένη, διότι παρά το νόμο: 1) δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την πιο πάνω αγωγή, η οποία περιέχει τρείς αντιφατικές μεταξύ τους κύριες βάσεις ως προς την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο (παράγωγο με κληρονομική διαδοχή και πρωτότυπο με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), χωρίς την επίκληση επικουρικότητας της μιάς έναντι της άλλης και 2) προχώρησε στη συζήτηση της αγωγής ως προς τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ είχε απορρίψει τη βάση από την κληρονομική διαδοχή, η οποία ήταν αντιφατική ως προς την πρώτη, τους ισχυρισμούς δε αυτούς είχαν προβάλει και με λόγο της έφεσής τους.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, η αναφορά σ' αυτή περισσότερων επάλληλων τρόπων (παράγωγου και πρωτότυπου) κτήσης κυριότητας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων δεν ενέχει αντιφατικότητα μεταξύ των περισσότερων αντικειμενικά σωρευόμενων αγωγικών βάσεων, αφού το αίτημά της κατατείνει στην αναγνώριση του αμφισβητούμενου από τις εναγόμενες - αναιρεσείουσες δικαιώματος κυριότητάς τους, το οποίο, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αποκτήθηκε μια φορά, ανεξάρτητα από τη δημιουργία των κατ' ιδίαν τρόπων κτήσης αυτού, σε διαφορετικά χρονικά σημεία και με διαφορετικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1014/14).
Σε κάθε περίπτωση, η ένωση αντιφασκουσών αγωγών στο ίδιο δικόγραφο, κατά παράβαση του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην περίπτωση αυτή διατάσσεται από το δικαστήριο ο χωρισμός τους, ο οποίος όμως δεν διατάχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι εξαιτίας της απόρριψης της βάσης της αγωγής που στηριζόταν στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των εναγόντων, εξέλειπε ο νομικός λόγος του χωρισμού της παραλλήλως και αντικειμενικώς σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο βάσης που στηριζόταν στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (χρησικτησία).
Με τα δεδομένα αυτά ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, γιατί δεν κήρυξε το δικόγραφο της ένδικης αγωγής απαράδεκτο, εξαιτίας της πιο πάνω επικαλούμενης ακυρότητας αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VI. Κατά τον αρ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 47, που δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, εφόσον με την προσβαλλομένη αποφασίσθηκε για υπόθεση της υλικής αρμοδιότητας κατωτέρου δικαστηρίου. Ειδικότερα, επί απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος ιδρύεται μόνον επί αναρμοδιότητας του Εφετείου και όχι του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 5/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 5 του πιο πάνω άρθρου, καθόσον η αναγνωριστική της συγκυριότητας των εναγόντων αγωγή υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του Πολ/λούς Πρωτοδικείου, κατ' άρθρο 18 του ΚΠολΔ και όχι σε αυτήν του κρίναντος την υπόθεση Μον/λούς Πρωτοδικείου. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί βάλλει κατά της καθ' ύλην αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όχι κατά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. V
ΙΙ. Εάν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε περισσότερες (ισοδύναμες) επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού, και εάν γίνουν δεκτοί οι ασκηθέντες λόγοι αναίρεσης, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν θα θιγεί, εφόσον θα στηρίζεται αυτοτελώς επί εκάστης των λοιπών, μη προσβληθεισών αιτιολογιών (ΑΠ 1688/2018). Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι λυσιτελής, ήτοι σε περίπτωση βασιμότητας των αιτιάσεων του περιεχομένου του και ευδοκίμησής του να είναι δυνατόν να επέλθουν οι αντίστοιχες (κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης) έννομες συνέπειες. Εάν όμως είναι αλυσιτελή τα αποδιδόμενα με το λόγο αναίρεσης στην προσβαλλομένη παράπονα, ο λόγος καθίσταται ατελέσφορος από πλευράς επαγωγής εννόμων συνεπειών και συνεπώς απορριπτέος.
VIII. Κατά τον αρ. 1β του άρθρου άρθρου, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (δηλαδή των αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων από την εμπειρική πραγματικότητα των εκφάνσεων του καθημερινού βίου, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατ' άρθρ. 336§4 ΚΠολΔ για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων ή για να γίνει η υπαγωγή τους σε ουσιαστικούς κανόνες), αποτελεί λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά για να ανεύρει την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύει αόριστες νομικές έννοιες. Τέλος, κατά του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
VIV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την υπ' αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να δεχθεί ότι: "Η δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. Κ. απέκτησε το 1952 με άτυπη δωρεά από την μητέρα τους Μ., σύζυγο Α. Π., το γένος Π. Κ., το επίδικο ακίνητο, δια την ταυτότητα του οποίου δεν υπάρχει αμφισβήτηση ...
Η μητέρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων είχε επίσης αποκτήσει το επίδικο ακίνητο από τη μητέρα της Κ., σύζυγο Π. Κ., σύμφωνα με το έθιμο που κρατούσε στο νησί να προικοδοτείται η πρώτη θυγατέρα με την πατρική οικία της". Οι αναιρεσείουσες αιτιώνται περαιτέρω ότι σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλομένη με το να δεχθεί το ως άνω έθιμο, όφειλε να διαλάβει και επαρκή αιτιολογία, με την απαρίθμηση συγκεκριμένων περιπτώσεων ενσυνείδητης υπαγωγής στον άγραφο κανόνα δικαίου, για να μπορεί να κριθεί αν τα γενόμενα δεκτά αποτελούν έθιμο και εάν, έτσι, ορθά εφαρμόσθηκε ο νόμος. 'Ετι περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες, υποστηρίζουν, ότι οι παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης είναι ανεπαρκείς, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ύπαρξη και την εφαρμογή του εθίμου, αφού δεν περιέχει απαρίθμηση συγκεκριμένων περιπτώσεων υπαγωγής στον άγραφο κανόνα δικαίου, για να μπορεί να ελεγχθεί αν τα δεκτά γενόμενα αποτελούν πράγματι έθιμο και εάν, έτσι, ορθά εφαρμόσθηκε ο νόμος.
Γι’ αυτό και κατά τις αναιρεσείουσες η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Προσέτι, οι αναιρεσείουσες καταλογίζουν στο Εφετείο, ότι άλλως υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άνω άρθρου, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1β του πιο πάνω άρθρου, διότι είχαν προβάλει ενώπιόν του, (όπως και πρωτόδικα) τον ισχυρισμό ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν εξηγείται "για ποιο λόγο η Κ. συζ. Π. Κ., ενώ συμβίωνε με την κόρη της Δ.
Π. Κ., η οποία και της παρείχε κάθε φροντίδα και περιποίηση, εδώρησε το επίδικο ακίνητο στην δικαιοπάροχο των αντιδίκων, η οποία είχε μεταναστεύσει στην ... μαζί με τα άλλα πέντε αδέλφια της". Ακόμη, οι αναιρεσείουσες αναφέρουν ότι παρόμοιο έθιμο να παίρνει η πρωτοκόρη όλη τη μητρική περιουσία δεν υφίσταται στο …, αλλά μόνο στην ...
και εφόσον η τιτλούχος του επιδίκου ακινήτου συμβίωνε με την κόρη της Δ., η οποία της παρείχε κάθε φροντίδα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά λογική συνέπεια, θα έπρεπε να καταλήξει ότι το επίδικο ακίνητο είχε δωρηθεί στη δικαιοπάροχό τους (αναιρεσειουσών). Προσέτι, οι αναιρεσείουσες με τον ίδιο λόγο αποδίδουν στην προσβαλλομένη, ότι δεν διαλαμβάνει επί των προεκτεθέντων αιτιολογία και ότι γι’ αυτό υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άνω άρθρου.
Αμφότεροι αυτοί οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού αναφέρονται στον ισχυρισμό των εναγόντων περί παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας του επιδίκου, τον οποίο το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία.
VV. Κατά τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, η μαρτυρία που δίδεται με τη δήλωση ή βεβαίωση τρίτων του άρθρου 1 του ν.δ. 105/69 ή 8 του ν. 1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις του άρθρου 422 ΚΠολΔ (για ένορκες βεβαιώσεις), ούτε των άρθρων του ΚΠολΔ για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1182/12).
Προσέτι, κατά τον αρ. 11γ του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τα άρθρα 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
VVI. Η παραδεκτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη 257/19, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου έχει ως εξής: "Από την επανεκτίμηση, της ένορκης καταθέσεως της μάρτυρα των εναγόντων, που περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της με αριθ. 75/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία διέταξε επανάληψη συζήτησης, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, που το δικαστήριο έλαβε υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις νομίμως προσκομιζόμενες από τους διαδίκους παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις, από τις ομολογίες των διαδίκων, τις φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψιν από το Δικαστήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. Κ. απέκτησε το 1952 με άτυπη δωρεά από την μητέρα της Μ. συζ. Α. Π., το γένος Π. Κ., το επίδικο ακίνητο, για την ταυτότητα του οποίου δεν υπάρχει αμφισβήτηση, και είναι ένα οικόπεδο 268,80 τμ μετά του επ'αυτού κτίσματος 64 τ.μ. κείμενο στη ... ...υ Δωδεκανήσου, στη θέση ... εντός του οικισμού στην περιφέρεια του ομώνυμου Δήμου, άρτιο και οικοδομήσιμο, επί της δημοτικής οδού ...
και σε απόσταση 25 μ από τη θάλασσα, όπως εμφαίνεται με αλφαβητικά στοιχεία Λ Β Γ Δ ΙΑ στο από Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα που πολιτικού μηχανικού Ν. Π., το οποίο προσαρτάται στην με αριθμ. …/07 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθήνας Μαρίας Ανδρίτσου-Πετρουλάκη. Η μητέρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων είχε επίσης αποκτήσει το επίδικο από τη μητέρα της Κ.
συζ. Π. Κ., σύμφωνα με το έθιμο που κρατούσε στο νησί, να προικοδοτείται η πρώτη θυγατέρα με τη πατρική οικία. Η Ε. Κ., σύζυγος του αρχικού πρώτου ενάγοντος Ε. Κ., πλέον θανόντος και μητέρα των λοιπών γεννήθηκε και κατοικούσε με την οικογένεια της στην ... και όπως αποδείχθηκε ασκούσε τη νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου, με τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις, είτε αυτοπροσώπως όταν επισκεπτόταν το νησί, είτε διά του ως αντιπροσώπου αυτής ενεργούντος, αδελφού της μητέρας της, του Μ.
Κ., ο οποίος διέμενε στην Αθήνα και επισκεπτόταν συχνά το νησί για να επιβλέπει, να φροντίζει και να περιποιείται το ακίνητο για λογαριασμό της Ε. Κ., η οποία το επισκέφτηκε τελευταία φορά με την οικογένεια της το καλοκαίρι του έτους 1965 οπότε και διέμειναν εκεί για 4 μήνες. Η τελευταία απεβίωσε στις 28-11-1967 (χωρίς να συμπληρώσει τον απαραίτητο χρόνο νομής) και κλήθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ο σύζυγος της αρχικός πρώτος ενάγων κατά 1/4 και τα πέντε παιδιά της κατά 3/4 εξ αδιαιρέτου.
Η κληρονομούμενη γεννήθηκε από Έλληνες γονείς, τον Α. και Μ. Π. και έτσι απέκτησε την αρχική ελληνική ιθαγένεια, ήτοι βάσει του κριτηρίου της γέννησης, συνεπώς ως προς τις κληρονομικές σχέσεις εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο απορριπτομένου του ισχυρισμού των εναγομένων περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και περί εφαρμογής του αυστραλιανού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο, η κληρονομιά δεν περιέρχεται αμέσως στους κληρονόμους αλλά στους προσωπικούς αντιπροσώπους, τη γνώση περί του οποίου το Δικαστήριο λαμβάνει κατόπιν της προσκομισθείσας Γνωμοδότησης του Ινστιτούτου Αλλοδαπού και Διεθνούς Δικαίου.
Οι αρχικοί ενάγοντες υπεισήλθαν στη νομή του ανωτέρω ακινήτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και άρχισαν να νέμονται με διάνοια κυρίου από το έτος 196 έως και το έτος 2007, δηλαδή για χρόνο πέραν της συνεχούς εικοσαετίας, είτε αυτοπροσώπως όταν επισκέπτονταν το νησί κάθε 2 με 3 χρόνια και παραμένοντας για τουλάχιστον 4 με 5 μήνες είτε διά αντιπροσώπων.
Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε ο θείος τους Μ. Κ., Μ. Π. είχε αφήσει κλειδιά του σπιτιού αρχικά στους κατοίκους του νησιού Μ. Χ., Β. Χ. και Α. Β., προκειμένου να το επιβλέπουν, ενώ ο ίδιος, συνέχισε να επισκέπτεται το επίδικο και μετά το θάνατο της Ε. Κ. το 1967 προκειμένου να το φροντίζει και να το επιμελείται για λογαριασμό των εναγόντων.
Ειδικότερα ο Μ. Κ., επιμελήθηκε για τη σύνδεση του ακίνητου με τη ΔΕΗ, το οποίο όπως προκύπτει από τους λογαριασμούς ρεύματος είναι καταχωρημένο στο επίθετο "Κ." και πλήρωνε τους λογαριασμούς με χρήματα που του έστελναν από την ... οι ενάγοντες. Περαιτέρω, κατόπιν συναπόφασης των εναγόντων, το 1983 ο Σ. Κ. με τον αδερφό του Π.
πήγαν στο νησί όπου έμειναν τουλάχιστον για 4 με 5 μήνες προκειμένου να επιμεληθούν της επισκευής και ανακαίνισης του επίδικου ακινήτου, για το σκοπό αυτό δε σονήψε σύμβαση έργου ο Σ. Κ. με τον εργολάβο Γ. Μ.. Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης διενεργήθηκαν κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης και επισκευής του ακινήτου, τις οποίες επέβλεπαν οι ίδιοι, παρέχοντας μάλιστα ο ίδιος ο Σ.
Κ. και την προσωπική του εργασία, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσαν οι ενόρκως εξετασθέντες με επιμελεία των εναγόντων μάρτυρες. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο ανακαινίστηκε πλήρως, αφού τοποθετήθηκαν επιχρίσματα προκειμένου να σοβατιστεί (βλ. φωτογραφίες επιδίκου, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν), επισκευάστηκε η οροφή και τα παράθυρα, έγιναν εσωτερικές εργασίες ανακαίνισης και συντήρησης, αντικαταστάθηκε η υδραυλική εγκατάσταση (βλ.
το από 25-7-1983 ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο ιδιωτικού συμφωνητικού με το οποίο συμφωνήθηκε η κατασκευή επιχρισμάτων στο ακίνητο με λεπτομερή αναφορά των εργασιών, τις με αριθμό …/…-7-1983, …/…-8-1983, …/…-8-183 φορτωτικές υλικών, τα με αριθμό …/…-7-1983, το από …-9-1983, τα με αριθμό …/…-8-1983, …/6-6- τιμολόγια, τις με αριθμό …./…- 8-1983, …/…-9-1983, …/…-9-1983 ταχυδρομικές επιταγές).
Τα παραπάνω αποδειχθέντα γεγονότα, τα οποία αποτελούν συνεχείς εμφανείς πράξεις νομής, επιβεβαίωσε και η μάρτυρας των εναγόντων κατά την κατάθεση της στο ακροατήριο, που γεννήθηκε το έτος 1949 στο … η οποία τυγχάνει αδελφή της πρώτης εναγομένης και θεία της δεύτερης. Η τελευταία με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα κατέθεσε ότι το επίδικο ακίνητο "ανήκει στους Κ." για τους οποίους και κατέθεσε ότι "Πηγαινοερχόντουσαν οι Κ., η Ε., ο σύζυγος της είχε κήπο μέσα στο οικόπεδο".
Επίσης κατέθεσε ότι γνώριζε από τη μητέρα της ότι το σπίτι ανήκει στην Μ. δηλαδή τη μητέρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ότι το δικό τους σπίτι βρισκόταν στο λιμάνι και ότι ουδέποτε δόθηκε το επίδικο στην μητέρα της. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι αυτή με την αδελφή της Μ. Κ. και τη μητέρα της Δ. επισκέπτονταν το ...
για διακοπές και μένανε σε ξενοδοχείο, γιατί το δικό τους σπίτι με την αποθήκη που ήταν στο λιμάνι είχε καταστραφεί και ότι πολλές φορές το φρόντιζαν για λογαριασμό της Ε. Κ. και της οικογένειας της όταν αυτοί έλειπαν ενώ επίσης κατέθεσε ότι ξαφνικά η αδερφή της επτά χρόνια πριν της ανακοίνωσε ότι θα ιδιοποιηθεί επίδικο.
Για την αξιοπιστία και την πειστικότητα της κατάθεσης της εν λόγω μάρτυρος το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει καθώς έχει άμεση αντίληψη των περιστατικών για τα οποία κατέθεσε, ενόψει του ότι τα έζησε από κοντά λόγω της συγγενικής σχέσης με τους διαδίκους και κυρίως σημειούμενου του γεγονότος ότι είναι και αδερφή της πρώτης εναγομένης.
Τα ίδια ως άνω γεγονότα επιβεβαιώνουν μέσω των ενόρκων βεβαιώσεων τους και ο Λουκάς Π.ς, γεννημένος το 1926, πρώτος ξάδελφος του αρχικώς πρώτου ενάγοντος, ο οποίος επισκεπτόταν το ... όπως κατέθεσε κάθε δύο με τρία χρόνια για πενήντα συναπτά έτη, ο Ι. Π., αδελφός της δικαιοπαρόχου των εναγόντων, ο οποίος επισκεπτόταν το νησί ανά τρία με τέσσερα χρόνια για τριάντα συναπτά έτη, για την αξιοπιστία και την πειστικότητα τους το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει καθώς έχουν άμεση αντίληψη των περιστατικών για τα οποία κατέθεσαν όπως τα έζησαν από κοντά λόγω της συγγενικής τους σχέσης, μάλιστα ο αδελφός της κληρονομουμένης κατέθεσε εξ ιδίας αντίληψης ότι από το 1953 ουδείς από την οικογένεια τους και τα αδέλφια αμφισβήτησε ότι το επίδικο ανήκει στην αδελφή του.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια συνάγεται, ότι οι ενάγοντες ασκούσαν στο επίδικο, συνεχώς και αδιατάρακτα, εμφανείς και προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, κατά τα ανήκοντα σ' αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου με τις κατάλληλες πράξεις φυσικού εξουσιασμού, όπως διαμονή σε αυτό, μόνιμη ή ευκαιριακή (σε διακοπές), συντήρηση των εντός αυτού κτισμάτων, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτων, επίβλεψη αυτού αυτοπροσώπως ή μέσω προστηθέντων προσώπων εμπιστοσύνης τους, του Μ.
Κ. και αυτών που διέμεναν μόνιμα στην περιοχή, όταν εκείνοι απουσίαζαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με επιτήρηση των ορίων του, από προσβολές τρίτων, ο δε τρόπος διορισμού των οποίων δεν ενδιαφέρει παρά μόνο το πραγματικό γεγονός ότι αυτοί ασκούσαν τη νομή, στο όνομα και για λογαριασμό όχι των ίδιων αλλά των εναγόντων συνεχώς από το έτος 1967 και για παραπάνω από 20 χρόνια μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής εκδηλώνοντας κατά τρόπο σταθερό και συνεχή τη βούληση τους να το έχουν δικό τους κατά τα ανήκοντα σ' αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Συνεπώς, συνέτρεξαν στο πρόσωπο τους αυτοτελώς και χωρίς να προσμετρηθεί ο οποιασδήποτε χρόνος δικαιοπαρόχου, οι απαιτούμενες από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ προϋποθέσεις για την απόκτηση της συγκυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Εν συνεχεία όπως αποδείχθηκε το έτος 2007 με τη με αριθμό …/…-3-2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς οι αρχικοί ενάγοντες απεδέχθησαν τη κληρονομιά της συζύγου -μητέρας τους Ε. Κ., η οποία είχε αποβιώσει το έτος 1967, μεταξύ δε αυτής περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, το οποίο όπως αναφέρεται περιήλθε στην αποβιώσασα με άτυπη δωρεά της μητέρας της το έτος 1952. Ωστόσο η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου.
Εν προκειμένω ωστόσο οι ενάγοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι και με παράγωγο τρόπο δια κληρονομικής διαδοχής καθώς η αποβιώσασα δεν είχε καταστεί κυρία με πρωτότυπο τρόπο αυτοτελώς (1952-1967). Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εναγόμενων κατέστη κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και κατά συνέπεια, δεν κατέστη κυρία του ούτε η δεύτερη με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το αριθμ …/2004 συμβόλαιο γονικής παροχής ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ρόδου Αθηνάς Κουταλιανού, καθότι δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, εμφανείς διακατοχικές πράξεις της πρώτης εναγόμενης ή των δικαιοπαρόχων της στο επίδικο. Εξάλλου τα παραπάνω αποδειχθέντα κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορούν να αναιρεθούν από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόμενων Ν. Α., ο οποίος δεν έχει ιδία γνώση για το παρελθόν αλλά μεταφέρει γεγονότα που έμαθε από τρίτους, ενώ αναφέρει γεγονότα μετά το 2004, τα οποία και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούν να θεμελιώσουν χρησικτησία της πρώτης εναγόμενης καθότι ξεκινούν από το έτος 2004 οπότε και φαίνεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι η πρώτη εναγόμενη προσπάθησε να ασκήσει πράξεις νομής επί του επιδίκου (βλ. το από 1-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, και τις από 10-2-2009 και 4-12-2012 βεβαιώσεις του Δημάρχου Μεγίστης).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στη αγωγή αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη, δεν έσφαλε κατά νόμον και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση των αναιρεσειουσών κατά των αναιρεσιβλήτων και της 257/17 απόφασης του ΜΠρΡόδου που δέχθηκε την αναγνωριστική των τελευταίων αγωγή κατά των αναιρεσειουσών για συγκυριότητά τους επί ακινήτου στη ..., (εδώ σημειώνεται ότι ο αρχικός πρώτος ενάγων αποβίωσε και τη δίκη συνέχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του - λοιποί ενάγοντες, ενώ περαιτέρω η αρχικώς πέμπτη ενάγουσα Χ. συζ. Ν. Κ., το γένος Ε. Κ., δεν είναι εν προκειμένω διάδικος).
VVII. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες καταλογίζουν, ότι το Εφετείο στην προσβαλλομένη βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, στη συνέχεια όμως έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι μεταξύ των επικαλούμενων από τους αναιρεσίβλητους είναι και οι έχουσες βέβαιη χρονολογία υπεύθυνες δηλώσεις της μητέρας τους Ε.
Κ. και του Μ. Κ., από 20-6-1983 και 5-8-1983 αντίστοιχα, που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν και στην έκκλητη δίκη. O λόγος είναι αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείουσες λανθασμένα υπολαμβάνουν ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη και τις υπεύθυνες αυτές δηλώσεις (υπό τη μνεία της λήψης υπόψη όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν), καθόσον οι υπεύθυνες δηλώσεις, όπως αναπτύσσεται στη νομική σκέψη, όχι μόνο δεν είναι έγγραφα (432 επ.
ΚΠολΔ), αλλά (σε κάθε περίπτωση) είναι ανυπόστατα αποδεικτικά, κατά τα ως άνω μέσα (339 ΚΠολΔ), δυνάμενες μόνο, όπως προεκτίθεται, να χρησιμεύσουν ως μαρτυρία τρίτου, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγιναν με το σκοπό να χρησιμοποιηθούν και στην δίκη, κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (πιο πάνω ΟλΑΠ 8/87, ΑΠ 311/12).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αιτιώνται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην υπ' αρ. 11γ του ίδιου άρθρου πλημέλλεια, διότι δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο πιο πάνω λόγο έγγραφα. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όχι μόνο από την αρχή του πορίσματος, αλλά και από τις παραδοχές, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ενώ ορισμένα από τα έγγραφα αυτά ρητά μνημονεύονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης, όπως το …/…-8-2004 συμβόλαιο, το από 1-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και οι από 10-2-09 και 4-12-12 βεβαιώσεις του Δημάρχου Μεγίστης.
Ο σχηματισμός διαφορετικής από τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών δικανικής πεποίθησης και κρίσης του Εφετείου, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη των παραπάνω έγγραφα.
VVIII. Κατά συνέπεια, πρέπει: 1)Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, (μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση), 2) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και 3) να επιβληθούν στις ηττώμενες αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση των: Μ. χας Ε. Κ. και Ε.-Δ. Φ. για αναίρεση της 257/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ