Supreme Court dismisses appeal against final judgment where defendant died after oral debate concluded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Third-instance Court of Lamia. The appellant, who had initiated the lawsuit, died after the oral debate concluded but before the final judgment was issued. The court ruled that the procedural rules require a party to be alive only until the oral debate ends, rendering the appeal inadmissible. Consequently, the court ordered the appellant to pay the legal costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 35A, 313, 573, 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; The right to appeal ceases upon the death of a party after the conclusion of the oral debate, as the final judgment has already been pronounced.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 109 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 109/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Κυριάκο Οικονόμου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια και Μαρία Κουβίδου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Ι. Κ. και 2) Β. Μ..
Των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου Γ. Π. του Δ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λιάγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 120/2007 του Εφετείου Λαμίας, που παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, 39/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και 102/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-5-2016 αίτησή του. Μετά από ματαίωση της προκειμένης υπόθεσης στις 15-5-2017, η συζήτησή της επαναφέρεται εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου αυτού με την από 17-10-2017 κλήση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των καλούντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35ΑΚ).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά αν, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.
α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ` αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 717/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από 17-10-2017 κλήση των αναιρεσιβλήτων προς συζήτηση της από 30-5-2016 αίτησης αναίρεσης κατά της 102/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας σε συνδυασμό με τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και δη α) την από 6-6-2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου Γ. Π. εκδοθείσα από το Δήμο …, β) το …70/23-5-2016 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης, γ) την από 7-9-2015 ιδιόγραφη διαθήκη και δ) το ….86/2-10-2017 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Λαμίας περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης πλην της ανωτέρω, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος Γ. Π. αποβίωσε στις 26-3-2016 δηλ. μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του κατέλειπε στην περιουσία του τους γιούς του Δ. και Ε. Π. κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, οι οποίοι παραδεκτά, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, συνεχίζουν την δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου επισπεύδοντες τη συζήτηση της άνω αναίρεσης και παριστάμενοι, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καίτοι από 30-5-2016 η ένδικη αναίρεση στρεφόταν κατά του πατέρα τους Γ. Π., αφού δεν αποδείχθηκε γνώση του θανάτου του ανωτέρω από τον αναιρεσείοντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του [ ολΑΠ 7/2002].
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211,216, 217 και 229 του ΑΚ προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ` υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον αντιπρόσωπο πράξεις εμπίπτουν μεν τυπικά μέσα στα όρια της δοθείσης πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος.
Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα, αλλά κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ` άρθρο 174 ΑΚ (ΑΠ986/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθου559αρ 1 ΚΠολΔ .Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο πληρεξούσιος του αντιδίκου του ενήργησε κατά κατάχρηση της χορηγηθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας κατά τη σύναψη του 6231/16-5-1991 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών σ' αυτόν εξ αδιαιρέτου αγροτικού ακινήτου, αλλά ο αντίδικος του όψιμα μετά την παρέλευση 13 ετών από την υπογραφή του άνω προσυμφώνου και αφού εισέπραξε το τίμημα, το πρώτον την 4-11-2004, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, προέβαλε τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο υπερβαίνοντα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δεν υπαναχώρησε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ενώπιον του Εφετείου, το οποίο κρίνοντας διαφορετικά, παραβίασε ευθέως άλλως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 174,178,179 και 281 ΑΚ και παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των άνω κανόνων δικαίου και εσφαλμένα προέβη στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ'αυτούς, απορρίπτοντας την ως άνω αντένσταση.
O λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού τα υπ'αυτού επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή η εκ μέρους του πωλητή είσπραξη του τιμήματος ευθύς αμέσως με την υπογραφή του προσυμφώνου, η μη εκδήλωση οποιασδήποτε διαμαρτυρίας για χρονικό διάστημα 13 ετών και πλέον και η μη άσκηση δικαιώματος υπαναχωρήσεως σε εύλογο χρονικό διάστημα από την υπογραφή του προσυμφώνου, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος και ορθώς το εφετείο απέρριψε σιγή ως μη νόμιμη τη σχετική αντέστανση του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1300/2011).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Επίσης δεν αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και ,πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ2086/2017) Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008).
Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/ 2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αυτοτελή, περί παροχής έννομης προστασίας, αίτηση, η οποία αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων (ΑΠ474/2010). Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υφίσταται όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος (ΑΠ 528/09) πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύεται αυτός αν από την επισκόπηση της απόφασης (αρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το δικαστήριο προέβη σε εξέταση και ακολούθως στην απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης δικαστικής προστασίας (ΑΠ 920/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 8 και 9 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι ο αντίδικός του όχι μόνον εισέπραξε ανεπιφύλακτα το τίμημα των 600000 δρχ σε πλήρη εξόφληση του μελλοντικά μεταβιβασθομένου σ'αυτόν εξ αδιαιρέτου μεριδίου του επίδικου ακινήτου αλλά υπέγραψε και το σχετικό πληρεξούσιο στον πατέρα του για να συνάψει ο τελευταίος προσύμφωνο πώλησης, ενέργειες που καταδεικνύουν την βούλησή του για μεταβίβαση του άνω ακινήτου, η δε μεταβίβαση δεν πραγματοποιήθηκε επί 12 έτη λόγω οφειλών του πωλητή προς την εφορία, τις οποίες και δεν τακτοποίησε αυτός, καίτοι από το έτος 1991 είχε λάβει το τίμημα, η δε επίκληση εκ μέρους του πωλητή της καταχρηστικότητας της πώλησης, λόγω του χαμηλού τιμήματος είναι η ίδια καταχρηστική αφού επί τόσα χρόνια ο πωλητής δεν προέβαλλε κάποια αντίρρηση ή επιφύλαξη για το τίμημα και συνέχισε να διαβιοί με ξένα χρήματα χωρίς να εργάζεται και χωρίς να επιδιώξει δικαστικά την ανατροπή της σε σύντομο και εύλογο χρονικό διάστημα και μόνο κατά την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής προέβαλε αντιρρήσεις για την άνω μεταβίβαση σχετικά δε επικαλέστηκε και προσκόμισε:
α)φωτοαντίγραφο του ….31/16-5-1991 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου αγροτικού ακινήτου της Σ/φου Μ. Μ.-Ρ., β)φωτοαντίγραφο του …17/13-5-1991 πληρεξουσίου της ίδιας Σ/φου και γ)φωτοαντίγραφο της από 13-5-1991 απόδειξης είσπραξης του πωλητή. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση ούτε έλαβε υπόψη της τα άνω πράγματα καταλυτικά των ισχυρισμών του πωλητή που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ούτε αποφάνθηκε για την προβληθείσα αντένστασή του εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος, κατά κύριο λόγο συνιστούν αρνήσεις και επιχειρήματα και όχι πράγματα κατά την έννοια του νόμου. Ομοίως, δεν αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ενώ την αντένστασή εκ του 281 ΑΚ, την οποία πρότεινε παραδεκτά με τις προτάσεις του ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου, εφόσον δεν ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει ρητά, εφόσον δεν συνιστούσε "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559αρ 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Εξάλλου απαράδεκτος είναι ο λόγος εκ του άρθρου 559 αρ 9 ΚΠοΛΔ, καθόσον η απόρριψη του ισχυρισμού περί καταχρηστικότητας και αν ήθελε θεωρηθεί νόμιμη, αφορά αντένσταση και όχι αίτηση για παροχή έννομης προστασίας και δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.
Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη :α)φωτοαντίγραφο του …17/13-5-1991 πληρεξουσίου της Σ/φου Μ. Μ.-Ρ., β)φωτοαντίγραφο της από 13-5-1991 απόδειξης είσπραξης του πωλητή και γ) φωτοανατίγραφο της …46/20-3-2003 πράξης ανάκλησης πληρεξουσίου της Σ/φου Π.Γ..
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ,διότι από τη ρητή βεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης-ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την 115/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, οι οποίες (καταθέσεις) λαμβάνονται νόμιμα ως τεκμήρια, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στο συγκεκριμένο λόγο της αναίρεσης, τα οποία μάλιστα ρητά μνημονεύει και σχολιάζει.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ1909/2014).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της αντίθεσης της σύμβασης πώλησης στα χρηστά ήθη και της κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας του αναιρεσείοντος καταρτίσεως του προσυμφώνου πωλήσεως του επίδικου ακινήτου και την αντένστασή του εκ του άρθρου 281 ΑΚ.
Όσον αφορά στην απόρριψη ως μη νομίμου του ισχυρισμού του εκκαλούντος- εναγομένου σχετικά με το καταπλεονεκτικό χαρακτήρα της σύμβασης πώλησης, ο λόγος αυτός κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, καθόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο.
Όσον αφορά δε την ένσταση του αυτού διαδίκου περί καταχρηστικής ασκήσεως της πληρεξουσιότητας που του είχε χορηγήσει ο αναιρεσείων με το προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου, κατ'αποδοχή της οποίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή, ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της άνω πλημμέλειας πλήττει απαράδεκτα την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εφόσον τα αναφερόμενα σχετικά με την άνω αντένστασή του εκ του άρθρου 281 ΑΚ, που απορρίφθηκε σιγή, και αληθή υποτιθέμενα δεν συγκροτούν την ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, και πάλι ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού.
Μετά ταύτα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν'απορριφθεί να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου το δημόσιο ταμείο (άρθ 495ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (αρθ 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2016 αίτηση αναίρεσης του Α. Π. κατά της 102/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ