Legislator Case Law & Legislation
109/2018 AI generated

109/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 109/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

109/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται " αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 109 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 109/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Β. και 2) ..., κατοίκων Καρδίτσας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σιαμπαλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-7-2010, 9-8-2010 και 20-8-2010 ανακοπές της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", του ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2015 του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς κρίση η από 10-06-2016 αίτηση αναιρέσεως της υπ` αριθ. 46/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μετά από αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα, απερρίφθη η από 30-11-2012 έφεσή των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, επειδή δεν επεδόθη αυτή στον Υπουργό των Οικονομικών, ακολούθως δε εκρίθη η αντέφεση του αναιρεσιβλήτου ως αυτοτελής έφεση και έγινε δεκτή αυτή από τυπική και ουσιαστική άποψη. Με την πρωτοβάθμια υπ' αριθ. 114/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας συνεκδικάσθηκαν αντίθετες ανακοπές, μεταξύ αυτών και των διαδίκων, απορρίφθηκε η ανακοπή του πρώτου των αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων, μεταρρυθμίστηκε δε ο ανακοπτόμενος πίνακας κατατάξεως, περιορίσθηκαν τα έξοδα εκτελέσεως που αναφέρονται στην αμοιβή του δευτέρου των αναιρεσειόντων στο ποσό των 565,59 ευρώ και κατετάγη το Ελληνικό Δημόσιο για το επιπλέον ποσό των 5.886,91 ευρώ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς του λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται " αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 498 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι μετά την άσκηση της εφέσεως κάθε διάδικος δύναται να ζητήσει τον προσδιορισμό δικασίμου, αν προσαγάγει στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αντίγραφα του δικογράφου της εφέσεως και της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο δε γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο αντίγραφο της εφέσεως, της ημέρας και ώρας συζητήσεως της, την εγγράφει στο πινάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους, καθώς και το αντικείμενο της δίκης.

Η επίσπευση της εφέσεως προς συζήτηση γίνεται με κλήση, κάτω από το αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της εφέσεως ή και με αυτοτελές δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του καλούντος εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν αυτός διαμένει στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, και η οποία δεν αναπληρώνεται από την καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο γνώση του προσδιορισμού της δικασίμου από τον μη κλητευθέντα διάδικο.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΠολΔ, που καθορίζουν τη διαδικασία προσδιορισμού και συζητήσεως της εφέσεως, έκρινε ότι όφειλαν ούτοι να επιδώσουν την έφεσή τους στον Υπουργό των Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

…, παρά το γεγονός ότι η έφεσή προσδιορίσθηκε με πράξη καταθέσεως δικογράφου από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και έφερε αυτή( έφεση) προς συζήτηση, επιδίδοντας σε αυτούς αντίγραφο της εφέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση. Η προσβαλλομένη, μεταξύ άλλων, εδέχθη τα εξής: " Στην προκειμένη περίπτωση από τη μελέτη των εγγράφων της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες, Ι.

Σ. και Θ. Λ., επέδωσαν, ως όφειλαν, ακριβές αντίγραφο της από 3 0-11-2012 υπό κρίση έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, για τη δικάσιμο της 2ας Απριλίου 20 14, οπότε και η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στον Υπουργό των Οικονομικών, αλλά ούτε και στο αρμόδιο όργανο (Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ …), ούτε άλλωστε τις επιδόσεις αυτές επικαλούνται στις έγγραφες προτάσεις τους.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ήταν αναγκαία από το νόμο η επίδοση της έφεσης και στον Υπουργό των Οικονομικών για την ολοκλήρωση της επίδοσης, ώστε αυτή να παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα από την έλλειψη αυτή να είναι απαράδεκτη η από 30-11-2012 έφεση, ανεξάρτητα από το αν επήλθε ή όχι συγκεκριμένη δικονομική βλάβη, του Ελληνικού Δημοσίου από την παραπάνω έλλειψη, απορριπτομένης της έφεσης για το λόγο τούτο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, αλλά και κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του εφεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου".

Εν προκειμένω, από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά της υπ' αριθ. 114/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Ευβοίας την από 30-11-2012 έφεσή τους, που κατετέθη στην Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με αριθμό κατάθεσης …/7-12-2012. Ο προσδιορισμός της εφέσεως έγινε από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς ενώπιον της Γραμματείας του Εφετείου την 10-4-2013 εμφανίσθηκε η πληρεξουσία τούτου Γεωργία Ζουγανέλη, συνετάγη δε προς τούτο η υπ' αριθ. …/2013 έκθεση καταθέσεως δικογράφου και ωρίσθη δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 2-4-2014. Αντίγραφο της ανωτέρω εφέσεώς με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επεδόθη προς τους εκκαλούντες- αναιρεσείοντες από τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας Δ. Σ., κατόπιν της από 17-4-2013 παραγγελίας προς επίδοση της άνω πληρεξουσίας του Δημοσίου.

Συνεπώς, εφ' όσον την συζήτηση της εφέσεως επέσπευδε το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ετήρησε την κατά νόμον ως άνω προβλεπομένη διαδικασία, δι' επιδόσεως προς τους εκκαλούντες αντίγραφο της ανωτέρω εφέσεώς με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, δεν υπήρχε πλέον νόμιμη υποχρέωση των εκκαλούντων προς επίδοση της αυτής εφέσεως στον Υπουργό των Οικονομικών και στον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ Σοφάδων.

Τούτο δε διότι η κατά νόμον( άρθρα 5 παρ.1, 2 τού από 2 6 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 διατάγματος "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ) επιβαλλομένη, επί ποινή απαραδέκτου, υποχρέωση επιδόσεως προς τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου τού σχετικού δικογράφου εφέσεως επιβάλλεται προς γνώση του Δημοσίου και προς μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του , όταν την συζήτηση της υποθέσεως επί της εφέσεως επισπεύδει ο αντίδικος του Δημοσίου.

Όταν την συζήτηση αυτή επισπεύδει το ίδιο το Δημόσιο, το οποίο μάλιστα καταθέτει το υπηρεσιακώς ληφθέν υπ' αυτού αντίγραφο της εφέσεως για τον προσδιορισμό δικασίμου και ακολούθως επιδίδει τούτο στους εκκαλούντες, δεν δύναται να γίνει λόγος περί υποχρεώσεως επιδόσεως του δικογράφου της εφέσεως στο Δημόσιο.

Κατά ταύτα, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη εξέφερε την ως άνω κρίση, παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 30-11-2012 έφεση των αναιρεσειόντων, εντεύθεν είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση καθ' όλες αυτής τις διατάξεις, και να παραπεμφθεί, συμφώνως προς το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αυτών, που υπέβαλαν προτάσεις, μετά από σχετικό αίτημά τους (176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα οποία, όμως, πρέπει να περιορισθούν κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 46/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατατέθηκε.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ