109/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή του άρθρου 246 ΚΠολΔ, το οποίο έχει ισχύ και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 573 παρ.1), πρέπει να συνεκδικασθούν οι συζητηθείσες ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-10-2016), αιτήσεις αναιρέσεως (Α) από 2-4-2015 ασκηθείσα εκ μέρους του εναγομένου και εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά των Κ. Β. κλπ και (Β) από 8-4-2015 ασκηθείσα εκ μέρους εναγόντων και εκκαλούντων Κ. Β. κλπ κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 6586/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διότι με τον τρόπο αυτόν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Legislator headnote
AI generated109/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. 3.
Full text
Απόφαση 109 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 109/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα,, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μυρτώς Γερμάνη, που κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Κ. Β. του Ν., 2) Ι. Δ. του Ε., 3) Ν. Ζ. του Α., 4) Σ. Ζ. του Ι., 5) Α. Κ. του Ι., 6) Κ. Κ. του Α., 7) Α. Κ. του Δ., 8) Α. Κ. του Ι., 9) Α. Κ. του Μ., 10) Ε. Μ. του Ν., 11) Α. Π. του Ι., 12) Α. Σ.-Μ. του Ν., 13) Ε. Τ. του Γ., 14) Α. Χ. του Γ., 15) Α. Ψ. του Ε., 16) Μ. Β. του Γ., 17) Κ. Π. του Η., 18) Ε. Μ. του Μ., 19) 1, 20) Α. Π. του Ν., 21) Μ. Γ. του Κ., 22) …, 42) Β. Χ. του Π. και 43) Φ. Χ. του Ν., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Νικολουτσόπουλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των εκατόν έξι (106) αρχικά διαδίκων μεταξύ των οποίων και οι σαράντα τρεις (43) ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6586/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο με την από 2-4-2015 αίτησή του και οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 8-4-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε τις από 9-10-2015 αντίστοιχες εκθέσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Γεωργίου Αναστασάκου, με τις οποίες εισηγείται να γίνουν δεκτές. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης των πελατών του, την απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου και την καταδίκη του τελευταίου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή του άρθρου 246 ΚΠολΔ, το οποίο έχει ισχύ και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 573 παρ.1), πρέπει να συνεκδικασθούν οι συζητηθείσες ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-10-2016), αιτήσεις αναιρέσεως (Α) από 2-4-2015 ασκηθείσα εκ μέρους του εναγομένου και εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά των Κ. Β. κλπ και (Β) από 8-4-2015 ασκηθείσα εκ μέρους εναγόντων και εκκαλούντων Κ. Β. κλπ κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 6586/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διότι με τον τρόπο αυτόν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3320/2005 "1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. 3.
Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5. [...]".
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες ο ιστορικός νομοθέτης απέβλεψε στην τακτοποίηση του προσωπικού, το οποίο, αν και είχε προσληφθεί για την εξυπηρέτηση διαρκών και παγίων αναγκών διαφόρων υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, παρείχε εξαρτημένη εργασία με διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου λογιζόμενο κατ' επίφαση ότι εξυπηρετεί πρόσκαιρες ή επείγουσες ανάγκες του οικείου φορέα απασχόλησης και, κυρίως, από τις διατάξεις της παρ.4 συνάγονται (σαφώς, σύμφωνα με την ερμηνεία η οποία γίνεται από την παρούσα σύνθεση του δικαστηρίου) οι εξής δύο κατευθυντήριες αρχές ως προς τους όρους αμοιβής των κατατασσόμενων σε θέσεις ΙΔΑΧ.
Η πρώτη αρχή συνίσταται στο ότι οι κατατασσόμενοι δικαιούνται τις αποδοχές της θέσεως στην οποία κατατάσσονται από την ημερομηνία της κατάταξής τους (ημέρα έκδοσης της πράξης κατάταξης) και στο εξής. Πράγμα που σημαίνει ότι για το χρονικό διάστημα πριν από την εν λόγω ημερομηνία δεν δικαιούνται τις αποδοχές της θέσεως αυτής, άσχετα προς το αν στην πραγματικότητα παρείχαν την ίδια εργασία, την οποία παρέχουν και μετά την κατάταξή τους.
Διότι η προηγηθείσα απασχόλησή τους είχε συντελεσθεί μη νομίμως, με συνέπεια να συνιστούν εργαζόμενους διαφορετικής κατηγορίας από τους υπηρετούντες σε νομοθετημένες θέσεις με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καταρτισθείσες με τήρηση των προβλεπόμενων διατυπώσεων και να μη μπορούν να υπαχθούν στο μισθολόγιο εκείνων, ούτε ευθέως, ούτε με εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), αλλά ούτε και με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904), αφού ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης προσωπικού στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο.
Δικαιούνται μόνο τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία οφείλονται απ' ευθείας εκ του νόμου (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της Υ.Α. 19040/1981 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του α.ν. 539/1945), σε κάθε εργαζόμενο που παρέχει εξαρτημένη εργασία, ανεξάρτητα προς το αν η παροχή της γίνεται με έγκυρη ή άκυρη σύμβαση (ΑΠ 460/2014, ΑΠ 1040/2011, άλλως ΑΠ 276, 277/2015, ΑΠ 2203/2014).
Η δεύτερη αρχή συνίσταται στο ότι οι κατατασσόμενοι, ήδη από την κατάταξή τους, δικαιούνται να προσμετρήσουν τον προηγηθέντα χρόνο απασχόλησής τους με συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου ως προϋπηρεσία για τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξή τους στη θέση ΙΔΑΧ, στην οποία κατατάσσονται. Αυτό είναι εύλογο και συνάδον προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η κατάταξη έχει ως προϋπόθεση τη διαπίστωση ότι η προηγηθείσα απασχόληση, ανεξάρτητα προς το πώς την είχαν χαρακτηρίσει οι συμβληθέντες, συνιστούσε στην πραγματικότητα παροχή εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1694/2014 και ΑΠ 694/2014).
3. Εν όψει των ως άνω διακυμάνσεων της αναιρετικής νομολογίας ως προς την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.4 εδ. α' του ν. 3320/2005, εκδόθηκε η 942/2015 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία διατύπωσε ερμηνεία σύμφωνη με την εδώ προκρινόμενη και παρέπεμψε το σχετικό ζήτημα, ως ενέχον ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην πλήρη ολομέλεια αυτού. Παρά την εξέλιξη αυτή και πριν αποφανθεί η ΟλΑΠ, ακολούθησε η έκδοση των ΑΠ 85, 86/2016 και ΑΠ 21, 22, 23/2016, με τις οποίες το παρόν Β1 τμήμα διατύπωσε αντίθετη άποψη. Καθίσταται, λοιπόν, εμφανές ότι στην προκείμενη διαφορά, της οποίας αντικείμενο αποτελεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, το δικαστήριο δεν πρέπει να αποφανθεί πριν από την έκδοση απόφασης από την πλήρη ολομέλεια, ενώπιον της οποίας η υπόθεση συζητήθηκε την 20-10-2016. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της (πρβλ. ΑΠ 355/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 942/2015 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ