109/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 7-3-2005 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2685/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated109/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 109 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 109/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τανταρούδα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ο. Γ. χήρας Κ. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Α. Ν. και 2. Α. Ν., κατοίκου ..., η οποία παρίσταται αυτοπροσώπως ως δικηγόρος η ίδια κατοίκου ... και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 7-3-2005 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2685/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 21-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).
Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ.
α'-δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως , ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 30-8-2007 εφέσεως του αναιρεσείοντος, με την οποία προσβάλλετο η υπ' αριθ. 2685/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε συνεκδικάσει την από 25-7-2003 αγωγή του με την από 7-3-2005 αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που και οι δύο είχαν ως αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "O ενάγων-εναγόμενος Γ.
Α. είχε συστήσει το έτος 1986 με τον αδελφό του Κ. Α. την εταιρία "ΝΑΒΙΜΑΡ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε.", η οποία συνήψε με τα πολωνικά ναυπηγεία GDANSK-REMONTOWA σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης- πρακτόρευσης για την έναντι προμηθείας επισκευή στα πολωνικά ναυπηγεία πλοίων ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων με τη μεσολάβηση της εταιρίας αυτής.
Το έτος 1992, λόγω διεύρυνσης του κύκλου εργασιών με τα ανωτέρω ναυπηγεία, οι Γ. και Κ. Α., αποφάσισαν, προκειμένου να τύχουν φορολογικών και συναλλαγματικών ελαφρύνσεων και διευκολύνσεων, να συστήσουν άλλη εταιρία με έδρα τη Λιβερία και πραγματική εγκατάσταση στην Ελλάδα με την επωνυμία "NAVIMAR HELLAS LTD", της οποίας μοναδικός μέτοχος εμφανιζόταν ο Κ.
Α., ο οποίος ήταν και διαχειριστής των εταιριών αυτών. Η λιβεριανή εταιρία σκοπό είχε να εισπράττει τα έσοδα από τις συμβάσεις αντιπροσώπευσης με τα πολωνικά ναυπηγεία. Στις 22/2/1997 απεβίωσε αιφνίδια ο Κ. Α., οπότε ανέκυψαν διαφωνίες και προστριβές μεταξύ του Γ. Α. και της συζύγου του Κ. Α., Ο. Α. (πρώην εναγόμενης), όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λιβεριανής εταιρίας και τα δικαιώματα της Ο.
Α. από την εταιρία αυτή. Προκειμένου να ενημερωθεί η Ο. Α. για την οικονομική κατάσταση της εταιρίας αυτής απευθύνθηκε στην τράπεζα AMERICAN EXPRESS στην οποία η εταιρεία τηρούσε τους λογαριασμούς μέσω των οποίων γίνονταν οι συναλλαγές με τα πολωνικά ναυπηγεία. Ειδικότερα, με την από 17/2/1998 αίτησή της προς την εν λόγω τράπεζα η Ο.
Α. ζήτησε να της γνωστοποιήσει την ύπαρξη οποιουδήποτε λογαριασμού στον οποίο ήταν δικαιούχος ή συνδικαιούχος ο σύζυγός της Κ. Α. , καθώς και τους τηρούμενους από την λιβεριανή εταιρεία λογαριασμούς, την κίνηση και το υπόλοιπό τους μέχρι την 31/3/1997. Με την από 3/4/1998 απαντητική επιστολή η ανωτέρω τράπεζα ενημέρωσε την Ο.
Α. σχετικά με τους τηρούμενους στο κατάστημά της προσωπικούς λογαριασμούς αυτής και του αποβιώσαντος συζύγου της με αριθμούς ..., ... και ..., οι οποίοι ήδη είχαν κλείσει από την ίδια την Ο. Α. μέχρι 31/3/1997, χορηγώντας σ' αυτή αντίγραφα της κίνησης και των παραστατικών κλεισίματος των λογαριασμών αυτών. Επειδή το αίτημά της να γνωστοποιηθούν και να λάβει αντίγραφα της κίνησης των λογαριασμών της λιβεριανής εταιρίας δεν έχει ικανοποιηθεί, η Ο.
Α. επανήλθε με την από 22/5/1998 αίτησή της προς την ανωτέρω τράπεζα και ζήτησε αναλυτική κατάσταση και αντίγραφα της κίνησης των εταιρικών λογαριασμών από το έτος 1992 και εφεξής. Στην αίτηση αυτή η τράπεζα απάντησε με την από 26/5/1998 επιστολή της, στην οποία απλώς ανέφερε την ύπαρξη του λογαριασμού .../AMIVAN, τον οποίο είχαν ανοίξει από κοινού η Ο.
Α., ο Γ. και Α. Α. στις 18/11/1997. Ακολούθως, η τράπεζα με τις από 10/6/1998, 18/6/1998 και 20/7/1998 επιστολές της ενημέρωσε την Ο. Α. για την κίνηση του λογαριασμού .../RAMIVAN, ο οποίος ήταν ο κοινός, του Γ. Α. και του αποβιώσαντος συζύγου της, δηλαδή σε καμία από τις παραπάνω επιστολές της η τράπεζα AMERICAN EXPRESS δεν έκανε αναφορά για τους εταιρικούς λογαριασμούς και την κίνησή τους.
Την υπόθεση της διαλεύκανσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της λιβεριανής εταιρείας και τη διεκδίκηση των απορρεόντων από αυτή δικαιωμάτων της η Ο. Α. ανέθεσε στη δικηγόρο Α. Ν. (δεύτερη εναγόμενη-ενάγουσα), η οποία ως εντολοδόχος και πληρεξούσια δικηγόρος της έλαβε γνώση των πιο πάνω τελευταίων απαντητικών επιστολών της τράπεζας.
Στις εξώδικες ενέργειες στις οποίες προέβη η Α. Ν. στα πλαίσια της ανατεθείσας εντολής, περιλαμβανόταν και η επικοινωνία της με τα πολωνικά ναυπηγεία, τα οποία την πληροφόρησαν σχετικά με τα εισερχόμενα στους εμπορικούς λογαριασμούς εμβάσματα κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1995 μέχρι 31/12/1997 και συγκεκριμένα στους λογαριασμούς ..., ...
και .... Επειδή από όλα τα παραπάνω στοιχεία δεν προέκυπτε ούτε ποιούς συγκεκριμένα λογαριασμούς τηρούσε η λιβεριανή εταιρία στην τράπεζα της AMERICAN EXPRESS, ούτε η κίνηση των λογαριασμών αυτών για το ενδιαφέρον, από την ίδρυση της εταιρίας μέχρι τον θάνατο του Κ. Α., χρονικό διάστημα, η Ο. Α. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 30/6/1998 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε την επίδειξη κρισίμων για τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας εγγράφων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, την οποία υπέγραφε άλλος πληρεξούσιος δικηγόρος της Ο. Α., στις 4/8/1998 εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας η Α. Ν., έχοντας προηγουμένως λάβει σχετική άδεια από το Δικηγορικό Σύλλογο, η οποία μεταξύ άλλων στην κατάθεσή της αναφέρθηκε και στην άρνηση της τράπεζας AMERICAN EXPRESS να παράσχει πληροφορίες στην Ο.
Α. σχετικά με τους εταιρικούς λογαριασμούς, γεγονός το οποίο εκτός των άλλων στοιχείων (απαντητικές επιστολές της τράπεζας προς την Ο. Α.) προέκυπτε και το από 3/8/1998 έγγραφο, το οποίο απέστειλε προς αυτή η τράπεζα την προτεραία της δικασίμου και μ' αυτό η τράπεζα την πληροφορούσε ότι κατόπιν εντολής της NAVIMAR HELLAS LTD και ενόψει της αντιδικίας που υπήρχε σε σχέση με την εκπροσώπηση της εταιρίας, δεν μπορούσε να δώσει πληροφορίες σχετικά με την κίνηση των λογαριασμών της εταιρίας αυτής.
Επί της πιο πάνω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3455/1998 απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε ο Γ. Α. (και οι άλλοι καθών) να επιδείξει στην Ο. Α. με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 500.000 δραχμών και προσωπικής κράτησης έξι (6) μηνών τα αναφερόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα αντίγραφα της κίνησης των λογαριασμών, οι οποίοι εμφαίνονται στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας από 2/6/1992 μέχρι την άσκηση της αίτησης.
Ο Γ. Α. και οι άλλοι με την απόφαση υπόχρεοι (εταιρία NAVIMAR και Κ. Β.) αρνήθηκαν την επίδειξη της κίνησης των εταιρικών λογαριασμών με τη δικαιολογία ότι η εν λόγω αλλοδαπή εταιρία τηρεί βιβλία Β' κατηγορίας στα οποία καταχωρούνται μόνο κινήσεις εσόδων-εξόδων και όχι η κίνηση των διαθεσίμων της. Ενόψει της διαφαινόμενης σκόπιμης από την πλευρά των υπευθύνων της εταιρίας υπεκφυγής να ενημερώσουν την Ο.
Α. για τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας, το έννομο συμφέρον της οποίας να λάβει γνώση ήταν προφανές, η ενδιαφερόμενη Ο. Α. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 11/2/1999 αγωγή με αντικείμενο την διάγνωση της παράβασης του διατακτικού της 5455/1998 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και την εκτέλεση των διαταχθεισών ποινών.
Επί της αγωγής, κατά τη συζήτηση της οποίας ως πληρεξούσια δικηγόρος της Ο. Α. παρέστη η Α. Ν., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 35/2000 απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι και μεταξύ αυτών και ο Γ. Α. στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι ούτε η Ο.
Α., ούτε η πληρεξούσια δικηγόρος της Α. Ν. είχαν καθόλη την ανωτέρω χρονική διαδρομή πλήρη γνώση και σαφή εικόνα των τραπεζικών λογαριασμών της λιβεριανής εταιρίας, ούτε ποτέ τους χορηγήθηκαν είτε από τη τράπεζα AMERICAN EXPRESS είτε από μέρους της εταιρίας και το Γ. Α. αντίγραφα και παραστατικά της κίνησης των λογαριασμών αυτών.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το έγγραφο της τράπεζας ΑΜΕRICAN EXPRESS με ημερομηνία 22/9/2000 αποσταλέν προς τον Κ. Β., τότε διαχειριστή της εταιρίας, με το οποίο η τράπεζα του γνωστοποιεί παραθέτοντας τους τηρούμενους στο κατάστημά της λογαριασμούς της εταιρίας με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ότι τους λογαριασμούς αυτούς και την κίνησή τους παρέλαβε η Ο.
Α. στις 21/7/1998, καθόσον το έγγραφο αυτό απευθυνόμενο προς την εταιρία δύο και πλέον χρόνια μετά την προσφυγή της Ο. Α. στο δικαστήριο, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το προαναφερόμενο από 3/8/1998 έγγραφο, το οποίο απέστειλε η ίδια η τράπεζα την προτεραία της δικασίμου των ασφαλιστικών μέτρων προς την Α. Ν., όπου δηλώνει την άρνησή της να παράσχει πληροφορίες για την κίνηση των λογαριασμών της εταιρίας.
Επομένως, τα περιστατικά που κατέθεσε η Α. Ν. εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, αναφορικά με την άγνοια των εταιρικών λογαριασμών εκ μέρους της Ο. Α., καθώς και τα διαλαμβανόμενα στην από 11/2/1999 αγωγή της Ο. Α. περί της συμμόρφωσης των υπόχρεων και η κατάγνωση των διαταχθεισών με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ποινών, στην συζήτηση της οποίας παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος η Α.
Ν., είναι αντικειμενικώς αληθή και δεν στοιχειοθετούν συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος Γ. Α., ούτε άλλη άδικη πράξη, καθώς οι ανωτέρω ενέργειες των εναγομένων Ο. Α. και Α. Ν. υπαγορεύτηκαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την προάσπιση του νόμιμου δικαιώματος της πρώτης να πληροφορηθεί τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας του αποβιώσαντος συζύγου της, στην οποία μάλιστα αυτός εμφανιζόταν ως μοναδικός μέτοχος.
Εξάλλου, με τους ισχυρισμούς τους ενώπιον των πιο πάνω δικαστηρίων οι εναγόμενες δεν υπερέβησαν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τους μέτρο και με τον τρόπο που διατυπώθηκαν δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του Γ. Α.. Κατά συνέπεια, η από 25/7/2003 αγωγή, με την οποία ο ενάγων Γ. Α. ζητεί χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του είναι για τους παραπάνω λόγους ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά λογική ακολουθία τα περιεχόμενα στην πιο πάνω αγωγή του Γ. Α. πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή. Ειδικότερα, είναι ψευδές ότι η Α. Ν. καθοδηγούμενη από την Ο. Α. κατέθεσε ως μάρτυρας εν γνώσει της ψευδή γεγονότα αποκρύπτοντας δολίως από το δικαστήριο ότι αυτή και η πελάτισσά της είχαν πλήρη γνώση για την κίνηση των λογαριασμών της λιβεριανής εταιρίας και ότι κατόπιν με την ιδιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου παραπλάνησε το δικαστήριο επικαλούμενη ότι δήθεν δεν συμμορφώθηκε ο Γ.
Α. με το διατακτικό της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων. Περαιτέρω, ο Γ. Α. διέλαβε στην αγωγή του και ότι η δεύτερη εναγόμενη Α. Ν. προέβη στις προαναφερόμενες πράξεις από ταπεινά ελατήρια, επιδιώκοντας να πετύχει ευδοκίμηση των παράνομων αξιώσεων της εντολέως της Ο. Α. με προφανή σκοπό να ωφεληθεί οικονομικά ως πληρεξούσια δικηγόρος και η ίδια από μια επιτυχή έκβαση της υπόθεσης.
Τα παραπάνω ψευδή περιστατικά, τα οποία ισχυρίστηκε ο Γ. Α. γνωρίζοντας την αναλήθειά τους και οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί και κρίσεις για το πρόσωπο της Α. Ν., βλάπτουν την φήμη και την υπόληψή της και προσβάλλουν την προσωπικότητα της ως κοινωνικού ατόμου και επαγγελματία δικηγόρου και τα εξέθεσε στη αγωγή του με προφανή σκοπό την καταφρόνηση και την επαγγελματική απαξίωση της Α.
Ν.. Εφόσον λοιπόν, στη περίπτωση της Α. Ν., συντρέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 367, ώστε να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεών του, απορριπτόμενης ως αβασίμου της προβαλλόμενης από τον Γ. Α. ως εναγόμενου της σχετικής ένστασης. Από την ανωτέρω προσβλητική και συκοφαντική συμπεριφορά του εναγομένου Γ.
Α., προς το πρόσωπο της Α. Ν., η τελευταία υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει των συνθηκών που τελέστηκε η αδικοπραξία, του βαθμού του πταίσματος του προσβάλλοντος, του μεγέθους της προσβολής και της οικονομικής και κοινωνικής θέσης των διαδίκων, ποσό για το οποίο πρέπει να γίνει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της Α.
Ν.. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή του Γ. Α., ενώ δέχθηκε εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της Α. Ν., στην οποία επιδίκασε το ίδιο πιο πάνω ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών Γ.
Α. προβάλλει αιτιάσεις για την απόρριψη της αγωγής του, τη μη παραδοχή της ένστασης του άρθρου 367 ΠΚ και το ύψος της επιδικασθείσας στην ενάγουσα Α. Ν. χρηματικής ικανοποίησης είναι ουσιαστικά αβάσιμοι". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του τελευταίου.
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ και 361, 362, 363 και 367 ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, δεν συνιστούν αντίφαση οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι τα περιστατικά που κατέθεσε η Α. Ν. (δεύτερη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα-εναγομένη) εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, αναφορικά με την άγνοια των εταιρικών λογαριασμών εκ μέρους της Ο. Α., καθώς και τα διαλαμβανόμενα στην από 11-2-1999 αγωγή της Ο.
Α. (πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης) περί μη συμμορφώσεως των υπόχρεων και η κατάγνωση των διαταχθεισών με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ποινών, στη συζήτηση της οποίας παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος η Α. Ν., είναι αντικειμενικώς αληθή και δεν στοιχειοθετούν συκοφαντική δυσφήμιση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), β) ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν στοιχειοθετούν άλλη άδικη πράξη (απλή δυσφήμιση), καθώς οι ανωτέρω ενέργειες των εναγομένων Ο.
Α. και Α. Ν. υπαγορεύτηκαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την προάσπιση του νομίμου δικαιώματος της πρώτης να πληροφορηθεί τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας του αποβιώσαντος συζύγου της, στην οποία μάλιστα αυτός εμφανιζόταν ως μοναδικός μέτοχος και γ) ότι με τους ισχυρισμούς τους ενώπιον των πιο πάνω δικαστηρίων οι εναγόμενες δεν υπερέβησαν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τους μέτρο και με τον τρόπο που διατυπώθηκαν δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του Γ.
Α.. Τούτο δε διότι, μετά τη διαπίστωση ότι δεν συνιστούσαν τα ανωτέρω περιστατικά συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος, ενόψει της ενστάσεως από το άρθρο 367 παρ. 1 περ.δ' ΠΚ των αναιρεσίβλητων ως εναγομένων και της αντένστασης, από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ του αναιρεσείοντος ως ενάγοντος, ερεύνησε αν τα πριστατικά αυτά συνιστούσαν απλή δυσφήμηση ή αν από αυτά προκύπτει σκοπός εξύβρισης, οπότε, μετά τη διαπίστωση, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον οι εναγόμενες-αναιρεσίβλητες προέβησαν στους παραπάνω ισχυρισμούς, ώστε να μη συντρέχει περίπτωση απλής δυσφήμισης, λόγω άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης αυτής, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς τους, και ότι με τους ισχυρισμούς αυτούς δεν επιδιώκετο σκοπός εξύβρισης, έκρινε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την σχετική αντένσταση του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα και την αγωγή του.
Εξάλλου, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι: α) τα περιεχόμενα στην αγωγή του Γ. Α. πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναφέρονται αναλυτικώς ανωτέρω, είναι ψευδή και ισχυρίσθηκε αυτά ο τελευταίος εις βάρος της Α. Ν. γνωρίζοντας την αναλήθειά τους, οι δε μειωτικοί χαρακτηρισμοί και κρίσεις για το πρόσωπο της τελευταίας, βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή της και προσβάλλουν την προσωπικότητά της ως κοινωνικού ατόμου και επαγγελματία δικηγόρου, καθώς επίσης ότι τα εξέθεσε στην αγωγή του με προφανή σκοπό την καταφρόνηση και την επαγγελματική απαξίωση αυτής, σε τρόπον ώστε στην περίπτωση της αγωγής της Α.
Ν. να συντρέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμισης και της εξύβρισης και β) ότι, εφόσον στην ανωτέρω περίπτωση συντρέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμισης, καθώς και σκοπός εξύβρισης της Α. Ν., δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 367 ΠΚ, ώστε να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων του Γ.
Α. και η σχετική ένσταση του τελευταίου είναι απορριπτέα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), κατά τις εις αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 17-09-1998 επιστολή της Τράπεζας AMERICAN EXPRESS υπογραφομένη από το νομικό της σύμβουλο Δ.
Κ. προς τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο της Λιβεριανής εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD Κ. Β., στην οποία ο Δ. Κ. βεβαιώνει ότι εδόθηκαν στην Ο. Γ. (πρώτη αναιρεσίβλητη) οι κινήσεις των λογαριασμών της Λιβεριανής εταιρίας και ειδικότερα οι κινήσεις των λογαριασμών με αριθμούς ... από 26-06-1992 έως 26-05-1998, ... από 05-06-1996 έως 16-06-1998, ... από 11-04-1997 έως 29-06-1998 και ...
από 12-06-1997, 2) την από 14-04-1999 επιστολή της Τράπεζας AMERICAN EXPRESS, υπογραφομένη από τον νομικό της σύμβουλο Δ. Κ. προς τον Κ. Β., τότε νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD, όπου αναφέρεται ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στην από 17-09-1998 επιστολή της τράπεζας, δηλαδή οι κινήσεις όλων των λογαριασμών της εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD, παραδόθηκαν στην Ο.
Γ. στις 21-07-1998, δηλαδή πριν από την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (04-08-1998), την λήψη των οποίων ζήτησε η τελευταία, 3) την από 11-11-1998 επιστολή της Τράπεζας AMERICAN EXPRESS, υπογραφομένη από το νομικό της σύμβουλο Δ. Κ. προς την εταιρία NAVIMAR HELLAS LTD και ειδικότερα προς τον Κ.
Β., στην οποία ο Δ. Κ. αναφέρει ότι παραδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη Ο. Γ. όλα τα έγγραφα που αφορούν τις κινήσεις των λογαριασμών της Λιβεριανής εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD και 4) την υπ' αριθμό 30/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), που εκδόθηκε μετά από αίτηση αυτού (αναιρεσείοντος), με την οποία ανακλήθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθμό 3455/1998 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί κατά την αυτή διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και τον υποχρέωνε να επιδείξει στις αναιρεσίβλητες τα αντίγραφα της κινήσεως των λογαριασμών, οι οποίοι εμφαίνονται στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD, με την αιτιολογία ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη Ο.
Γ. δεν είχε λάβει γνώση αυτών. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, παρά το γεγονός ότι δεν κάνει ειδική μνεία και των εγγράφων αυτών στην πρασβαλλόμενη απόφαση, παρά μόνο εκείνων που ήταν προγενέστερα του κρίσιμου χρόνου (4-8-1998), σχετικά με τη γνώση ή όχι των αναιρεσίβλητων ως προς τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD.
Τούτο σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες "... ούτε η Ο. Α., ούτε η πληρεξούσια δικηγόρος της Α. Ν. (αναιρεσίβλητες) είχαν καθόλη την ανωτέρω χρονική διαδρομή πλήρη γνώση και σαφή εικόνα των τραπεζικών λογαριασμών της λιβεριανής εταιρίας ούτε ποτέ τους χορηγήθηκαν είτε από την τράπεζα AMERICAN EXPRESS είτε από μέρους της εταιρίας και τον Γ.
Α. (αναιρεσείοντα) αντίγραφα και παραστατικά της κίνησης των λογαριασμών αυτών. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το έγγραφο της τράπεζας AMERICAN EXPRESS με ημερομηνία 29-9-2000 αποσταλέν προς τον Κ. Β., τότε διαχειριστή της εταιρίας, με το οποίο η Τράπεζα του γνωστοποιεί, παραθέττοντας τους τηρούμενους στο κατάστημά της λογαριασμούς της εταιρίας με αριθμούς ..., ..., ...
και..., ότι τους λογαριασμούς αυτούς και την κίνησή τους παρέλαβε η Ο. Α. (πρώτη αναιρεσίβλητη) στις 21-7-1998, καθόσον το έγγραφο αυτό απευθυνόμενο προς την εταιρία δύο και πλέον χρόνια μετά την προσφυγή της Ο. Α. στο δικαστήριο, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το προαναφερόμενο από 3-8-1998 έγγραφο, το οποίο απέστειλε η ίδια η Τράπεζα την προτεραία της δικασίμου των ασφαλιστικών μέτρων προς την Α.
Ν., όπου δηλώνει την άρνησή της να παράσχει πληροφορίες για την κίνηση των λογαριασμών της εταιρίας". Ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την υπ' αριθμό 3455/1998 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία όμως είχε ανακληθεί με την υπ' αριθμό 30/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και επομένως κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη του ανύπαρκτο και ως εκ τούτου ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
Όμως, η ανωτέρω απόφαση μετά την ανάκλησή της έπαυσε να ισχύει ως προς τα ασφαλιστικά μέτρα που είχαν διαταχθεί με αυτήν, εξακολούθησε όμως να συνιστά έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ, η χρήση του οποίου ως αποδεικτικού μέσου προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων δεν απαγορευόταν στην ένδικη υπόθεση, αντικείμενο της οποίας δεν ήταν η ισχύς ή όχι του διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου, αλλά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η γνώση ή η άγνοια των αναιρεσίβλητων, αναφορικά με τους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, καθώς και τα διαλαμβανόμενα στην από 11-2-1999 αγωγή της Ο.
Α., περί μη συμμόρφωσης των υποχρέων στην άνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και η κατάγνωση των διαταχθεισών με την απόφαση αυτή ποινών, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τελέσεως εκ μέρους των αναιρεσίβλητων της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης ή άλλης άδικης πράξης, εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Επομένως, και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (πρώτος, ως προς το δεύτερο σκέλος του), είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής , ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξ άλλου δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 1455/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προβληθέντα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του ισχυρισμό , σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη Ο.
Γ. ήταν εξουσιοδοτημένη από το Δ.Σ. της λιβεριανής εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD, να λαμβάνει γνώση των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας στην τράπεζα AMERICAN EXPRESS, βάσει του από 26-02-1997 πρακτικού του Δ.Σ. της εταιρίας NAVIMAR HELLAS LTD, γεγονός που ουδόλως έλαβε υπόψη της η εκκαλουμένη απόφαση, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι η πρώτη εναγομένη αγνοούσε τους λογαριασμούς και την κίνηση των λογαριασμών της λιβεριανής εταιρίας κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, που επανέφερε ο αναιρεσείων και στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αναφορικά με την γνώση της τελευταίας και της εντολέως της (πρώτης αναιρεσίβλητης) ως προς τους τηρούμενους λογαριασμούς της λιβεριανής εταιρίας στην τράπεζα AMERICAN EXPRESS και της κίνησης αυτών, καθώς και στοιχείο που συνέχεται με την ιστορική βάση της δικής του αγωγής, προς αντίκρουση, στην πρώτη περίπτωση, της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης και προς απόδειξη, στη δεύτερη, της αγωγής του, ενώ παράλληλα, συνιστά επιχείρημα σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως προς την επικαλούμενη εξουσιοδοτική απόφαση (πρακτικά) του Δ.Σ.
της λιβεριανής εταιρίας, συνιστά αποδεικτικό μέσο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-04-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 861/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ