109/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated109/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 § 1, 64, 68 § 4, 69 § 1, 77 § 1, 81, 88, 27, 95 και 97 του α.ν. 2039 της 19/24-10-1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 101 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, καθώς και των διατάξεων των μεταγενέστερων του εν λόγω αν.ν.
Full text
Απόφαση 109 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 109/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του καλούντος: Ψ, ως εκτελεστού της διαθήκης της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης ΑΑ, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ προς:
1.Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.ΣΚ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και
2. Περιφέρεια Αττικής, Γεν. Δ/νση Περιφέρειας, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2003 αγωγή και με την από 4-3-2004 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4061/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6200/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο Ψ ατομικά ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 § 1, 64, 68 § 4, 69 § 1, 77 § 1, 81, 88, 27, 95 και 97 του α.ν. 2039 της 19/24-10-1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 101 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, καθώς και των διατάξεων των μεταγενέστερων του εν λόγω αν.ν.
τροποποιητικών νόμων και εκτελεστικών διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίστηκαν τα ζητήματα που προκύπτουν από το θεσμό του εκτελεστή διαθήκης, ειδικότερα στην περίπτωση που τα τελευταία αφορούν την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού, προκύπτει, ότι ο εκτελεστής διαθήκης στην οποία περιλαμβάνονται διατάξεις υπέρ κοινωφελών σκοπών, κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματός του, δεν εκπροσωπεί ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου και, συνακόλουθα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος, να διεξαγάγει συγκεκριμένη δίκη που αφορά κληρονομικό δικαίωμα.
Νομιμοποιείται, όμως, ο ίδιος σε άσκηση ή απόκρουση αγωγών που έχουν αντικείμενο εμπίπτον στη διαχειριστική του εξουσία, δηλαδή, αναγκαίο για την εκκαθάριση της κληρονομίας ή την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου. Τα ίδια ισχύουν και σε κάθε άλλη διαθήκη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2017, 2020, 2025 και 2026 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 327 ΚΠολΔ, από τις οποίες προκύπτει, ότι ο εκτελεστής διαθήκης, ως μη εκπροσωπών ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου ή κληροδόχου, δεν νομιμοποιείται μεν να δικαστεί για κληρονομικό δικαίωμα, ούτε να εναγάγει ή να εναχθεί προς ερμηνεία ή ακύρωση διαθήκης, εφόσον, όμως, έχει τη διαχείριση της κληρονομίας μπορεί να ασκήσει τις απ' αυτή απορρέουσες αξιώσεις, όπως και να παρεμβαίνει σε άλλες δίκες (ΑΠ 1928/2008).
Περαιτέρω η παρ. 1 του άρθρου 86 του αν.ν. 2039/1939, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 1 του ν. 2386/1996 (Φ.Ε.Κ. 43), ορίζει ότι "ο εκτελεστής μπορεί να αντικατασταθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων, για τους αναφερόμενους στην επόμενη παράγραφο λόγους, μετά από προηγούμενη, γνωστοποίηση των λόγων αντικατάστασης και κλήτευση αυτού με απόδειξη από τον Υπουργό Οικονομικών ...", ενώ η παρ.2 ορίζει ότι "ως λόγοι αντικαταστάσεως θεωρούνται η αποβολή του εκτελεστού εκ κηδεμονίας ή επιτροπείας ...".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση αντικατάστασης εκτελεστή διαθήκης περιουσίας, που αφέθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού, συνεπώς και όταν εκτελεστής αποποιείται το λειτούργημά του, αυτός αντικαθίσταται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και εν προκειμένω, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, στον οποίο είχε μεταβιβασθεί, δυνάμει της 1010080/163/Α0006/3.2.2003 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Φ.Ε.Κ. 129/7.2.2003 τ.
Β', η εποπτεία της περιουσίας που αφέθηκε για κοινωφελή σκοπό. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της υπόθεσης, η αναιρεσίβλητη ΑΑ απεβίωσε στις 6-10-2007, δηλαδή μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (9-11-2006). Ο θάνατός της γνωστοποιήθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αμαλίας Βραδύλη, που έγινε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχικώς ορισθείσα για συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 3-12-2008 και καταχωρίστηκε στα με ίδια ημερομηνία πρακτικά συνεδριάσεως.
Έτσι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης. Η ανωτέρω αναιρεσίβλητη άφησε την .../2005 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Κολοβού- Τρανταλίδου, η οποία δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείου Πειραιά με το 1166/2007 πρακτικό του. Με την διαθήκη της αυτή όρισε εκτελεστή τον ΒΒ, με την εντολή "να ολοκληρώσει την διαδικασία της αγωγής της (ένδικης) περί ανάκλησης της δωρεάς κατά του Χ (αναιρεσείοντος) σε όλες τις βαθμίδες της δικαιοσύνης, ήτοι Εφετείο και Άρειο Πάγο" και "να προβεί στην πώληση του επίδικου (δωρηθέντος) διαμερίσματος και να διαθέσει τα χρήματα της πωλήσεως ως εξής: 1.
ποσό ... 5. ποσό πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ως δωρεά στον οίκο Τυφλών Καλλιθέας". Ο ως άνω εκτελεστής (ΒΒ) αποποιήθηκε το λειτούργημά του και με την 2000/24-10-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής διορίστηκε, σε αντικατάστασή του, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 86 του αν.ν 2039/1939, ο Ψ, δικηγόρος, ο οποίος αποδέχθηκε νομότυπα το λειτούργημά του με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών για την οποία συντάχθηκε η .../2008 έκθεση.
Ήδη, ο εν λόγω εκτελεστής της διαθήκης της αναιρεσίβλητης με την από 8-12-2008 κλήση του, η οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../14-7-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα, επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αναίρεσης, ερήμην του αναιρεσείοντος.
2.- Κατά το άρθρο 126 του ως άνω αν.ν 2039/1939 παρ. 1. "Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνη κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά διά των προτάσεων, εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν εν όλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων, ως και εν γένει εις πάσας τάς δίκας αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένην περιουσίαν".
Στην προκείμενη περίπτωση ο Υπουργός Οικονομικών, στον οποίο κοινοποιήθηκε η ανωτέρω κλήση του εκτελεστή διαθήκης, ασκεί με τις προτάσεις του πρόσθετη υπέρ του εκτελεστή παρέμβαση, ζητώντας την απόρριψη της αναίρεσης. Η πρόσθετη παρέμβαση είναι, σύμφωνα με την σκέψη που προεκτέθηκε, παραδεκτή. 3.- Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή.
Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου, γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη για περίθαλψη, στην οποία περιλαμβάνεται και η διατροφή του. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση.
Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος υπό αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός του δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς, η αξία του αντικειμένου της, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς που δείχνει έλλειψη ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή.
Εξάλλου κατά το άρθρο 512 ΑΚ δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, άσχετα προς τα ελατήρια τα οποία τον ώθησαν, δωρεά δε από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνη που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνεται από κοινωνική υποχρέωση.
Η φύση της δωρεάς δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι, αλλά ο χαρακτηρισμός της είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της σύμβασης τόσο από το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων, το οποίο καθορίζει τους νομικούς κανόνες που προσιδιάζουν στην περίπτωση και πρέπει να εφαρμοστούν, όσο και από στοιχεία που βρίσκονται έξω από το περιεχόμενο της σύμβασης και επηρεάζουν τους παραπάνω κανόνες.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, περί ανάκλησης δωρεάς λόγω αχαριστίας:
Με το .../29-7-1999 δωρητήριο συμβόλαιο του αναφερόμενου στην απόφαση συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η αναιρεσίβλητη μεταβίβασε στον αναιρεσείοντα, ανεψιό της, τέκνο του αδελφού της ΓΓ, λόγω δωρεάς εν ζωή, τη ψιλή κυριότητα του επίσης στην απόφαση περιγραφόμενου διαμερίσματος, που βρίσκεται στην περιοχή ..., εμβαδού 86 τ.μ., παρακράτησε δε για τον εαυτό της την επικαρπία του εφ' όρου ζωής.
Στο δωρητήριο συμβόλαιο διαλήφθηκε, ότι η δωρήτρια παραιτείται ρητώς και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμά της προς προσβολή, διάρρηξη ή ακύρωση του συμβολαίου και ανάκληση της δωρεάς, αναγνώρισε δε ότι αυτή συστάθηκε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας και σε εκδήλωση της αγάπης της προς τον δωρεοδόχο.
Παρά τη δήλωσή της αυτή, η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε τη δωρεά, περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα, με την από 15-5-2003 εξώδικη δήλωσή της προς τον αναιρεσείοντα. Οι λόγοι ανάκλησης που επικαλέστηκε, ήταν: α) ότι ενώ η κατάσταση της υγείας της με την πάροδο του χρόνου, ενόψει και της μεγάλης ηλικίας της επιδεινώνοταν, ο δωρεοδόχος δεν την επισκέπτοταν στην κατοικία της ούτε σε νοσοκομεία όπου νοσηλεύτηκε, απέφευγε να επικοινωνεί μαζί της έστω και τηλεφωνικά και β) δε μερίμνησε να της προσλάβει οικιακή βοηθό για την καθημερινή φροντίδα της, καθόσον η ίδια αδυνατεί να φροντίζει τον εαυτό της, δεν την ενίσχυσε οικονομικά, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις αυξημένες δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψής της και γενικά επέδειξε αδιαφορία για την τύχη της.
Κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης δωρεάς, η δωρήτρια ήταν ηλικίας 82 ετών, στερείται τέκνων και διέμενε μόνη στο διαμέρισμα, που ήταν το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, του οποίου τη ψιλή κυριότητα δώρισε στον αντίδικό της. Κατά τον ίδιο χρόνο, πλησιέστερο εξ αίματος συγγενή είχε τον αμφιθαλή αδερφό της και πατέρα του τελευταίου, ΓΓ, ο οποίος ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και διέμενε με τη σύζυγο του στο ..., ο δε δωρεοδόχος ανεψιός της ήταν 52 ετών, άγαμος, ασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου και διέμενε ομοίως μόνος σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, όπου στεγάζει και το συμβολαιογραφείο του.
Η δωρήτρια αγαπούσε τον δωρεοδόχο με τον οποίο την συνέδεε ιδιαίτερος ψυχικός δεσμός, δεδομένου μάλιστα ότι και η ίδια στερούνταν δικών της τέκνων, γι' αυτό και προέβη στην ένδικη δωρεά, στο μεταβιβαστικό τίτλο άλλωστε της οποίας περιέλαβε και σχετική δήλωση. Μόνη όμως η δήλωση αυτή για τα συναισθήματα που την οδήγησαν στην απόφαση της δωρεάς, δεν αρκεί για να προσδώσει στη δικαιοπραξία αυτή τον χαρακτήρα δωρεάς που την επέβαλε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγος ευπρέπειας, διότι τέτοιοι λόγοι δεν αποδείχθηκαν.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο δωρεοδόχος, ο οποίος δε δημιούργησε δική του οικογένεια, είναι επαγγελματικά και οικονομικά αποκατεστημένος, ώστε να μην έχει ανάγκη από περιουσιακές παροχές, και μάλιστα από τη δωρήτρια, της οποίας το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ήταν το μεταβιβασθέν διαμέρισμα. Επιπλέον, ο ίδιος, εκτός από κατά διαστήματα τυπικές επισκέψεις στην κατοικία της, δεν είχε παράσχει ιδιαίτερες υπηρεσίες σ' εκείνη, ώστε να ήθελε αυτή να τον ανταμείψει γι' αυτές με την ένδικη δωρεά, ούτε άλλος λόγος, πρόσφορος να θεμελιώσει, σύμφωνα με τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγο ευπρέπειας που να υπαγορεύτηκε από συγκεκριμένη υποχρέωση, συνέτρεχε ώστε να της επιβάλει την ενέργεια αυτή.
Συνεπώς, μολονότι οι διάδικοι προσέδωσαν με το παραπάνω συμβόλαιο τέτοιο χαρακτήρα στη δωρεά, δηλαδή ως επιβαλλόμενη από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, στην πραγματικότητα δε συνέτρεχε καμία από τις δύο αυτές περιπτώσεις και, κατ' ακολουθία, η ρήτρα που αναγράφηκε σ αυτό περί παραίτησης της δωρήτριας από το δικαίωμά της να ανακαλέσει τη δωρεά είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες, αφού για την εγκυρότητά της, σύμφωνα με τα άρθρα 511 και 512 του ΑΚ, απαιτείται η γενόμενη δωρεά να επιβαλλόταν πράγματι από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, ο δε χαρακτηρισμός αυτής από τους συμβαλλομένους με τις παραπάνω περιπτώσεις, αν αυτές πράγματι δε συντρέχουν, δεν ασκεί έννομη επιρροή.
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, η δωρήτρια πάσχει από βαριάς μορφής κυφοσκολίωση της σπονδυλικής στήλης και οστεοπόρωση με καθιζήσεις θωρακικών σπονδύλων, εγκολπωμάτωση του παχέος εντέρου, χειρουργήθηκε και στους δύο οφθαλμούς τα έτη 2001 και 2002, διότι έπασχε από καταρράκτη, έχει εκφύλωση της ώχρας κηλίδας και μειωμένη ακοή.
Τον Ιούλιο του 2005 υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις για την αποκατάσταση καταγμάτων αριστερού και δεξιού ισχίου. Λόγω των πολλαπλών αυτών χρόνιων παθήσεών της, οι οποίες υπήρχαν κατά το χρόνο της δωρεάς, σε συνδυασμό και με τη μεγάλη ηλικία της, τελούσε υπό συνεχή ιατρική και φαρμακευτική αγωγή, με την πάροδο δε του χρόνου και την πρόοδο της ηλικίας της επιδεινώθηκε η κατάστασή της με αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η ικανότητα της όρασης, ακοής και βάδισης.
Ενδεικτικό των περιορισμένων αυτών ικανοτήτων της είναι το γεγονός ότι το Μάρτιο του 2002 δέχθηκε επίθεση από άγνωστο δράστη, ο οποίος της αφαίρεσε βίαια την τσάντα και την ώθησε στο έδαφος με αποτέλεσμα να υποστεί συντριπτικό κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής και να νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο ΚΑΤ. Επίσης, το Δεκέμβριο του 2004, υπέστη κάταγμα της λεκάνης συνεπεία τροχαίου ατυχήματος.
Τα πολλαπλά και σοβαρά προβλήματα υγείας της αντιμετώπισε με δικές της δαπάνες, που ήσαν ιδιαίτερα αυξημένες, αφού, πέραν από εκείνες που καλύφθηκαν από το ασφαλιστικό ταμείο της, κατέβαλε επιπλέον τα ποσά των 5.234 και 6.049 ευρώ, αντίστοιχα, για τα έτη 2002 και 2003. Η ίδια, ως συνταξιούχος τραπεζική υπάλληλος, λαμβάνει μηνιαία σύνταξη το ποσό των 450,62 ευρώ, λόγω πρόωρης αποχώρησης της από την εργασία της.
Επίσης, ως θυγατέρα βουλευτή, της χορηγείται ως σύνταξη το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως. Όμως, ανεξάρτητα από τη δυνατότητά της να καλύψει οικονομικά, με δικά της χρήματα, τις υψηλές δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, ήταν ένα άτομο ηλικιωμένο, μόνο, χωρίς προσωπική οικογένεια, έπασχε από σοβαρές για την ηλικία της ασθένειες και για τους λόγους αυτούς είχε ανάγκη κυρίως από ηθική συμπαράσταση και δευτερευόντως από υλική συνδρομή, όχι κατ' ανάγκην οικονομική.
Συγκεκριμένα, χρειαζόταν εκδήλωση ειλικρινούς αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής από ένα συγγενικό της πρόσωπο που θα την επισκεπτόταν σε τακτικά χρονικά διαστήματα, θα ενδιαφερόταν για την κατάσταση της υγείας της, φροντίζοντας να την μεταφέρει σε ιατρούς και νοσοκομεία. Στις τελευταίες δε αυτές περιπτώσεις, αν δεν υπήρχε δυνατότητα εκ μέρους του, λόγω και των δικών του ασχολιών, να την εξυπηρετεί πάντοτε ο ίδιος, να προσλάμβανε οικιακή βοηθό, ώστε με τη δική του επίβλεψη και καθοδήγηση, να την περιποιείται, να την φροντίζει και να τη συνοδεύει στις μεταβάσεις της σε ιατρούς και νοσοκομεία, ώστε αυτή να μην εξαρτάται από τις οικειοθελείς αβέβαιες προσφορές τρίτων προσώπων.
Σε κάθε δε περίπτωση, είχε ανάγκη από την αίσθηση της παρουσίας ενός δικού της συγγενικού προσώπου, το οποίο θα την εμψύχωνε με το ενδιαφέρον του για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της, ώστε να αντεπεξέλθει αυτά αξιοπρεπώς και αποτελεσματικά. Ο δωρεοδόχος είχε τη δυνατότητα να της προσφέρει όλες τις παραπάνω υπηρεσίες, χωρίς σημαντική επιβάρυνση, από πλευράς χρόνου και δαπανών, αφού ήταν οικονομικά αυτάρκης, διέμενε σε μικρή απόσταση από την κατοικία της και δεν είχε άλλες υποχρεώσεις έναντι τρίτων προσώπων.
Βέβαια, αυτός επιβαρυνόταν, από κοινού με την αδερφή του, με την φροντίδα των επίσης μεγάλης ηλικίας γονέων του, πλην όμως, ούτε ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι αυτοί αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας, ώστε να είναι επιτακτικά αναγκαία η συνεχής παρουσία του και φροντίδα του προς αυτούς.
Έτσι, είχε τη δυνατότητα σε τακτικά χρονικά διαστήματα να μεταβαίνει στην κατοικία της δωρήτριας για να λαμβάνει γνώση της κατάστασης της υγείας και των αναγκών της, ώστε αυτές να καλύπτονται επαρκώς είτε από τον ίδιο είτε με την πρόσληψη εν ανάγκη οικιακής βοηθού και γενικά με την παρουσία του να εκδηλώνει το ειλικρινές και έμπρακτο ενδιαφέρον του για την τύχη της και να τη στηρίζει ηθικά και υλικά ώστε να αντεπεξέρχεται αξιοπρεπώς στις αυξημένες λόγω του γήρατος και της επισφαλούς κατάστασης της υγείας της βιοτικές ανάγκες της.
Ο δωρεοδόχος, μετά την κατάρτιση της σύμβασης δωρεάς, επισκέφθηκε μόνο δύο - τρεις φορές τη δωρήτρια στο παραπάνω διαμέρισμά της, σε διάστημα ενός έτους όπου τον είχε προσκαλέσει για φαγητό, έκτοτε όμως αδιαφόρησε πλήρως. Συγκεκριμένα, δεν την επισκεπτόταν πλέον στο διαμέρισμά της, δεν επικοινωνούσε μαζί της τηλεφωνικά και απέφευγε να απαντά στις δικές της τηλεφωνικές κλήσεις.
Επιπλέον, όσες φορές παρέστη ανάγκη εισαγωγής της σε νοσοκομείο, παρά την ενημέρωσή του, μέσω τρίτων προσώπων, δεν εμφανίστηκε για να φροντίσει τα της εισαγωγής της, αλλά ούτε την επισκέφθηκε καθόλο το διάστημα της νοσηλείας της. Επίσης, όταν η δωρήτρια, το Μάρτιο του 2002 είχε υποστεί το παραπάνω αναφερθέν συντριπτικό κάταγμα στο δεξί χέρι της, δεν είχε εμφανιστεί ούτε στο νοσοκομείο Κ.Α.Τ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, ούτε μετέπειτα στην κατοικία της κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης για να πληροφορηθεί για την πορεία της υγείας της και να της συμπαρασταθεί.
Ακόμη, όταν χρειάστηκε να χειρουργηθεί από καταρράκτη, η μάρτυρας ... και η θεία της ..., ήταν εκείνες που προσφέρθηκαν οικειοθελώς για να την μεταφέρουν από την κατοικία της στην κλινική "ΟΡΑΣΗ", όπου έγινε η επέμβαση και αντιστρόφως, ενώ και πάλι ο δωρεοδόχος ήταν απών. Αυτός ισχυρίζεται ότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τα οποία δεν του επέτρεπαν να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στην δωρήτρια, ήτοι χρόνια οσφυαλγία με εξάρσεις και δισκοπάθεια και ότι για το λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγει την υπερκαταπόνηση της οσφύος του.
Η πάθηση αυτή, για την οποία συνιστάται θεραπευτική αγωγή και όχι πλήρης ακινησία, δεν είναι τέτοιας φύσης που να κωλύεται στην εκδήλωση του ενδιαφέροντος του για τη θεία του με τακτικές επισκέψεις στην κατοικία της ή στο νοσοκομείο για συμπαράσταση και βοήθεια. Ακόμη, ισχυρίζεται αυτός, ότι είχε προτείνει στην τελευταία, προκειμένου να τον διευκολύνει στην φροντίδα της, να μετακομίσει από την κατοικία της και είτε να εγκατασταθεί μαζί με τους γονείς του στην κατοικία τους στο ...
είτε να μισθώσει κατοικία πλησίον τους, πλην όμως αυτή αρνήθηκε. Εκτός όμως του ότι τέτοια πρόταση δεν αποδείχθηκε ότι έγινε προς τη δωρήτρια, πολύ περισσότερο δε, αφού από ετών δεν υφίσταντο μεταξύ αυτής και της νύφης της, μητέρας του δωρεοδόχου, αρμονικές συγγενικές σχέσεις, και υπό την αντίθετη εκδοχή, δηλαδή να επέλεξε εκείνη να παραμείνει στην κατοικία της, αυτό δε δικαιολογεί τη συμπεριφορά του δωρεοδόχου, ούτε τον εμπόδιζε να την επισκέπτεται και να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του γι' αυτήν.
Επίσης δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του ιδίου, ότι οι σχέσεις στους ψυχράθηκαν όταν αυτός αρνήθηκε, μετά από πρότασή της να συγκατοικήσει στο διαμέρισμά της για να έχει αυτή συντροφιά και επιπλέον να τον φροντίζει. Τούτο δε διότι, η επιφάνεια του διαμερίσματός της, το οποίο έχει μόνο δύο κύρια δωμάτια, δεν παρείχε τέτοια ευχέρεια συγκατοίκησης και, .επιπλέον, η δωρήτρια στην κατάσταση που βρισκόταν, με τα πολλαπλά και σοβαρά προβλήματα υγείας της, είχε ανάγκη φροντίδας και περιποίησης η ίδια από τρίτο πρόσωπο και όχι να παρέχει τις δικές της φροντίδες προς αυτόν.
Έτσι αποδεικνύεται ότι ο δωρεοδόχος, μετά τη δωρεά αδιαφόρησε για την τύχη της δωρήτριας, ενώ αυτή βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία, αντιμετώπιζε πολλά και σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία με την πάροδο των ετών επιδεινώνοταν ανεξάρτητα από τις οικονομικές της δυνάμεις δεν ήταν σε θέση από μόνη της ν' αντεπεξέλθει στις αυξημένες βιοτικές ανάγκες της, και εν γένει καμία συμπαράσταση ηθική ή υλική επέδειξε προς αυτήν, ώστε να της εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, αλλ' εξαιτίας της αδιαφορίας του αναγκάστηκε να αναζητεί βοήθεια από τρίτα πρόσωπα.
Η συμπεριφορά του αυτή, ως δωρεοδόχου, συνιστά βαρύ παράπτωμά του έναντι της δωρήτριας, δηλωτικό της έλλειψης συναισθημάτων ευγνωμοσύνης απέναντί της για τη δωρεά του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου προς αυτόν, προς τον οποίο έτρεφε μητρικά συναισθήματα αγάπης και στοργής, και, συνεπώς, η εφεσίβλητη εγκύρως προέβη στην ανάκλησή της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου δωρεοδόχου, ότι το δικαίωμα της δωρήτριας να ανακαλέσει την ένδικη δωρεά έχει αποσβεστεί λόγω της περιεχόμενης στο δωρητήριο συμβόλαιο ρητής παραίτησής της από αυτό, λόγω και του χαρακτηρισμού της ως επιβαλλόμενης από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας, έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή και αβάσιμη την αντίθετη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η ανάκληση της δωρεάς και, ακολούθως, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η επίδικη δωρεά δεν επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, παρά τον χαρακτηρισμό της αυτό στο δωρητήριο συμβόλαιο, αφού αυτή δεν ανταποκρινόταν σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον της δωρήτριας, ασχέτως προς τα ελατήρια τα οποία την ώθησαν, ούτε ανταποκρινόταν στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή έγινε από κοινωνική υποχρέωση, και, συνεπώς, υπέκειτο σε ανάκληση, λόγω αχαριστίας, καθώς και ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ως δωρεοδόχου, συνιστά βαρύ παράπτωμα έναντι της δωρήτριας, δηλωτικό της έλλειψης συναισθημάτων στην αφιλοκερδή χειρονομία της δωρήτριας, που αποτελεί παράβαση των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 505, 512 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, αντίστοιχα, για παραβίαση των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ελλειπών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
4.- Ο από το άρθρο 559 αριθ. 17 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή τη διάγνωση που έλαβε χώρα και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ισχυρίζεται ότι υπάρχουν αντιφάσεις στο αιτιολογικό της.
5.- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, κατ' ορθή υπαγωγή, η από τον αριθ. 14 του άρθρου αρθρ.559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρόλο ότι με την ένδικη αγωγή παραβιάσθηκε η υποχρέωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης να τηρήσει τους καθιερούμενους από τη διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ κανόνες της καλής πίστης και του καθήκοντος αλήθειας, με την παράθεση ανακριβών περιστατικών αναφορικά με την οικονομική της αυτάρκεια, δεν απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η περί πραγματικών γεγονότων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, το οποίο με την πληττόμενη απόφαση έκρινε, ότι δεν προέκυψε ότι η αναιρεσίβλητη με την άσκηση της ένδικης αγωγής, παραβαίνοντας τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, που καθιερώνονται με το άρθρ.116 ΚΠολΔ, παραβίασε το καθήκον της αλήθειας με την προβολή αναληθών πραγματικών ισχυρισμών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
6.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η πρόσθετη υπέρ του αναιρεσίβλητου παρέμβαση και να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 182, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6200/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και σε εκείνα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ