109/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιανουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 21/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 235/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 10 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του και τους από 26 Ιουλίου 2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως του και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated109/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Full text
Απόφαση 109 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 109/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κωνσταντίνος Καλαβρός.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γεωργακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιανουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 21/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 235/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 10 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του και τους από 26 Ιουλίου 2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως του και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση,προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από τοδικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα καιαπό το δικόγραφο της αναίρεσης (αρθρ. 495 παρ. 1 τουΚ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση,προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή μεδικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο τουπαραιτουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το από18-5-2007 δικόγραφο, που κατατέθηκε από τονπληρεξούσιο Δικηγόρο του αναιρεσείοντος στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 21-5-2007, ο τελευταίος παραιτήθηκε από τους πρώτο, δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του, και τέταρτο λόγους του κυρίως δικογράφου της από 10-5-2005 αίτησης αναίρεσης.
Η εν λόγω παραίτηση, εφ' όσον κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο (βλέπε την υπ' αριθ. ....... έκθεση επίδοσης του Δικ.Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας ...........) είναι έγκυρη και η αναίρεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα για τους πιο πάνω λόγους. II. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί παραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και αυτό γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Εξ άλλου, για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου αυτού στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (Κ.Πολ.Δ. 562 παρ. 2). Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αναιρεσείων δεν εξόφλησε, έστω και μερικώς την επίδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου και να απορρίψει τη σχετική ένσταση του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων :
α) το από Μαΐου 2000 έγγραφο λογαριασμού, β) την από 26-3-2003 κατάθεση ενώπιον του τακτικού ανακριτή Κερκύρας του Γ1, αδελφού του αναιρεσείοντος και γ) τις έντεκα (11) αποδείξεις διαφόρων Τραπεζών, στις οποίες μνημονεύονται ισάριθμες καταβολές του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο. Προβάλλει δε ως προς τα έγγραφα αυτά ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τους και συγκεκριμένα ότι: 1) ως προς τον υπό στοιχ. (α') λογαριασμό αγνόησε την έκφραση - τίτλο του λογαριασμού "καταθέσεις ........" που έχει ευρύτερη έννοια και υπονοεί τις συνολικές απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου από οποιαδήποτε αιτία, και προέβη σε πιθανολόγηση ότι η λέξη "δουλειές" αφορά αμοιβή του αναιρεσίβλητου από εργασίες του στην .........
Κερκύρας, 2) ως προς την υπό στοιχ. (β) προανακριτική κατάθεση του Γ1 δέχεται ανακριβώς η απόφαση ότι αυτός καταθέτει ότι "το ποσό των 14.659.000 δρχ. αφορά αξίωση του αναιρεσίβλητου για κατασκευή και εργασίες ξυλοτύπου στο οικοδομικό συγκρότημα της περιοχής ...... και δεν αφορά αξίωση για καταβολή του 1/2 του τιμήματος της αγοραπωλησίας προς τον .........", ενώ ο μάρτυρας αυτός προανακριτικά καταθέτει ότι "εξοφλήθηκε πλήρως ο αναιρεσίβλητος σε όλες τις περιπτώσεις των συναλλαγών τους" και 3) ως προς τις υπό στοιχ. (γ) 11 αποδείξεις ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αποδείξεις αυτές αφορούσαν τις εταιρείες του, και όχι αυτόν τον ίδιο προσωπικά, ενώ οι καταβολές είχαν γίνει προσωπικά από αυτόν.
Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθεντα έγγραφα δεν προκύπτει από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, περί της μη εξόφλησης, έστω και μερικής, της επίδικης απαίτησης.
Ειδικά δε, και καθ' όσον αφορά την προαναφερθείσα προανακριτική κατάθεση, που συνεκτιμήθηκε σαν τεκμήριο, το αποδεικτικό πόρισμα της μη εξόφλησης της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, στηρίχθηκε από το Εφετείο σωρευτικά σε περισσότερες αυτοτελείς αποδείξεις, με τελευταία εκείνη της προαναφερθείσας κατάθεσης και την κρίση της φράσης: "πέρα από το γεγονός ότι ο αδελφός του εναγομένου....", ώστε η οποιαδήποτε παραμόρφωση μόνο της κατάθεσης αυτής, ως μίας από τα περισσότερα αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, δεν καθιστά παραδεκτό τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης.
Επομένως, οι συναφείς εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Αλλά και από το γεγονός ότι με τους πιο πάνω λόγους, όπως από το περιεχόμενο τους προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εξόφλησε όλες τις δικές του απαιτήσεις κατά του αναιρεσίβλητου, όπως και την επίδικη, και ότι οι πιο πάνω 11 εξοφλητικές αποδείξεις, αλλά και ο πιο πάνω λογαριασμός αφορούν εξόφληση δικών του υποχρεώσεων και όχι των εταιρειών του, πλήττοντας έτσι την αντίθετη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), οι ίδιοι αυτοί λόγοι είναι και κατά το μέρος αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
III. Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πέμπτος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του και ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.
για το λόγο ότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην από Μαΐου 2006 φορολογική δήλωση του αναιρεσιβλήτου, ως περιέχουσα εξώδικη ομολογία περί της είσπραξης του επιδίκου ποσού των 29.4000.000 δρχ., καίτοι τούτο δεν αναφέρεται εκεί ειδικά. Άλλωστε, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. δε λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν ιδρύεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία και επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Ο έκτος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος κατά το πρώτο μέρος του, που εισάγουν αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. για τη μη λήψη υπόψη της ίδιας πιο πάνω φορολογικής δήλωσης, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο την έλαβε πράγματι υπόψη και τη μνημόνευε ειδικά, αλλά και τη συνεκτίμησε, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του κειμένου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 415 παρ. 1 και 368 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την εξέταση η όχι των οιαοικων και για την ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, όπως και το αν για την αντίληψη του ζητήματος που αφορά αυτή, χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ανάγεται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου αυτού, που δεν ελέγχεται αναιρετικά ούτε στο πλαίσιο της διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 11.
Γ' του Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, ο έβδομος και όγδοος κύριοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους εισάγεται αιτίαση από τις πιο πάνω διατάξεις, που έχει σχέση με την παράλειψη του Εφετείου να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων που ζήτησε ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκαν οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος λόγοι του κύριου δικογράφου της από 10.5.2005 αίτησης αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 10.5.2005 αίτηση του Χ1 ως προς τους λοιπούς λόγους του κύριου δικογράφου της και ως προς τους πρόσθετους λόγους της, που ασκήθηκαν με το από 26.7.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 235/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ