Legislator Case Law & Legislation
109/2006 AI generated

109/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 109/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Mαϊου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13867/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 12 Φεβρουαρίου 2001 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1204/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την παραπάνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμπε την υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκε η με αριθμό 1921/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί σήμερα ο αναιρεσείων, με την από 17 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

109/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως από τη σύμβαση συνάγεται ότι ο εργαζόμενος προσλήφθηκε για να εργάζεται σε διάφορα έργα που αναλαμβάνει να εκτελέσει ο εργοδότης διαδοχικά ή ταυτόχρονα, π.χ. ως μέλος μόνιμων συνεργείων ή λόγω της ειδικότητας ή της εξειδικευμένης εμπειρίας του τότε η σύμβαση του είναι αορίστου χρόνου καίτοι εργάζεται εκάστοτε σε ορισμένο έργο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 109 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 109/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ-ΔΟΜΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ- ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Mαϊου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13867/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 12 Φεβρουαρίου 2001 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1204/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την παραπάνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμπε την υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκε η με αριθμό 1921/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί σήμερα ο αναιρεσείων, με την από 17 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, διάβασε την από 24 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 278 Δ/18-7-2005 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 17/12/2003 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καθώς και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω, νόμιμη, δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 ΑΚ και 2 του ΝΔ 16/18-7-1920, προκύπτει ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν η διάρκειά της, δεν ορίσθηκε ρητά κατά την κατάρτισή της, συνάγεται όμως από το είδος και το σκοπό της, όπως όταν η πρόσληψη του μισθωτού έγινε για να εργασθεί σε ορισμένο έργο που εκτελείται από τον εργοδότη, οπότε η εργασιακή αυτή σύμβαση διαρκεί μέχρι την αποπεράτωση του έργου και συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας.

Αν όμως από τη σύμβαση συνάγεται ότι ο εργαζόμενος προσλήφθηκε για να εργάζεται σε διάφορα έργα που αναλαμβάνει να εκτελέσει ο εργοδότης διαδοχικά ή ταυτόχρονα, π.χ. ως μέλος μόνιμων συνεργείων ή λόγω της ειδικότητας ή της εξειδικευμένης εμπειρίας του τότε η σύμβαση του είναι αορίστου χρόνου καίτοι εργάζεται εκάστοτε σε ορισμένο έργο.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι στις 4-4-1994 καταρτίσθηκε μεταξύ της ΔΕΗ (που δεν είναι διάδικος) και της αναιρεσίβλητης εταιρείας ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ σύμβαση μισθώσεως έργου, με την οποία η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη και εκείνη ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το τεχνικό έργο "Δίκτυα περιοχών Κεντρικής και Ανατολικής Θεσσαλονίκης", το οποίο έφερε τον κωδικό αριθμό Μ9.

Ειδικότερα το αντικείμενο της εργολαβίας ήταν η κατασκευή, συντήρηση και επέκταση των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας (με υλικά της ΔΕΗ) στην περιοχή Κεντρικής και Ανατολικής Θεσσαλονίκης. Όλες οι εργασίες ήταν αποκλειστικά υπαίθρου, ήτοι εκτελούμενες σε πλατείες και παρόδους της περιοχής της Θεσσαλονίκης και προαστίων (δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας).

Ως χρόνος περάτωσης του όλου έργου συμφωνήθηκε η 30-4-1999. Με την έναρξη της λειτουργίας της σύμβασης αυτής με τη ΔΕΗ και των εργασιών κατασκευής του έργου, η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία ΕΝΤΕΧΝΟΣ προσέλαβε, μεταξύ άλλων εργατών και τον ενάγοντα και τώρα αναιρεσείοντα την 1-8-1994 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός-χειριστής λαστιχοφόρου οχήματος.

Πράγματι ο ενάγων απασχολήθηκε στο έργο αυτό, μέχρι την αποπεράτωσή του, στις 22-4-1999. Την ημέρα αυτή, η εναγομένη χορήγησε σε όλο το προσωπικό που απασχολούσε στο έργο αυτό, συνεπώς και στον ενάγοντα, έγγραφη βεβαίωση περί λήξεως της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου αυτός να τη χρησιμοποιήσει στον ΟΑΕΔ, για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας.

Ο ενάγων γνώριζε κατά την πρόσληψή του ότι η διάρκεια της απασχόλησης του στην εναγομένη είχε άμεση σχέση με το χρόνο περάτωσης του έργου, γιατί αυτό του γνωστοποιούνταν από την εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο οδηγήθηκε και από το ότι α) στα ημερήσια δελτία εργατών της εναγομένης, τα οποία θεωρούνταν από την επιθεώρηση εργασίας, αναγράφεται η διάρκεια του έργου από 4-4-1994 έως 30-4-1999, β) στις καταστάσεις πληρωμής των ημερομισθίων εργαζομένων, τις οποίες αυτοί υπογράφουν, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, αναγράφεται στο πρώτο φύλλο, η διάρκεια του έργου ΔΕΗ Μ9, από Απρίλιο 1994 μέχρι 30-4-1999 και γ) στο δελτίο εργατικής διαφοράς που συνέταξε η επιθεώρηση εργασίας, (35/99 Δελτίο), κατόπιν καταγγελίας του ενάγοντα, ο εκπρόσωπος της εναγομένης ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι προσλήφθηκαν από αυτή και εργάσθηκαν μέχρι την αποπεράτωση του έργου.

Με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά αυτά η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα με την αναιρεσίβλητη - εναγομένη ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού η τελευταία τον είχε προσλάβει για την εκτέλεση μόνο του πιο πάνω έργου. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι η σύμβαση του ενάγοντα ήταν ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια έκανε δεκτή κατά το σημείο τούτο την έφεση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, ότι δηλαδή η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα ήταν αορίστου χρόνου και ότι αυτός είχε αξιώσεις από την άκυρη καταγγελία της για μισθούς υπερημερίας, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, απ' ευθείας και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως.

Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Αν τούτο εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην εν λόγω περίπτωση λειτουργεί αυτόνομα.

Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων με την από 10-6-1999 αγωγή του επικαλούμενος ότι προσλήφθηκε την 1-8-1994 από την εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός-χειριστής λαστιχοφόρου οχήματος και ότι απασχολήθηκε μέχρι τις 22-4-1999 όταν η εναγομένη κατήγγειλε άτυπα τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το αναφερόμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας.

Επί της αγωγής αυτής επιδόθηκε η 13867/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της πρωτόδικης απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 14-7-2000 έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η 41/2001 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η έφεση.

Κατά της τελευταίας αποφάσεως η εναγομένη άσκησε την από 12-2-2001 αίτηση αναιρέσεως, που έγινε δεκτή με τη 1204/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση για τον προβλεπόμενο από τον αριθμ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο Δικαστήριο.

Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την κρίση του ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου διότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν αν συμφωνήθηκε τούτο κατά την πρόσληψή του ή μεταγενέστερα, αφού ο χαρακτήρας της συμβάσεώς του δεν μπορεί να συναχθεί από τη συνεχή απασχόληση του κατά τον κρίσιμο χρόνο από την εναγομένη αφού όπως δέχεται επίσης το Εφετείο όλα τα τεχνικά έργα στα οποία εργάστηκε ο ενάγων, τα οποία καλύπτουν τον κρίσιμο χρόνο, ήσαν έργα με ορισμένη διάρκεια τα οποία ανέλαβε με διαδοχικές συμβάσεις με τη Δ.Ε.Η.

η εναγομένη ειδικώς δε για το πρώτο απ' αυτά μετά το πέρας του έργου η εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα και στους άλλους εργαζομένους σ' αυτό ότι έληξε η σύμβασή τους. Ενόψει δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών αυτών ο Άρειος Πάγος με την 1204/2002 απόφασή του έκρινε βάσιμους τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ανήρεσε την εφετειακή απόφαση.

Ακολούθως η υπόθεση εισήχθη και πάλι στο Εφετείο Θεσσαλονίκης το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη 1921/2003 απόφασή του, με την οποία αυτός μετά από νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα ήταν ορισμένου χρόνου που λύθηκε αυτοδίκαια με την αποπεράτωση του συγκεκριμένου έργου και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, κατά το σημείο τούτο, της άκυρης δηλαδή απόλυσης του ενάγοντα, και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα απέρριψε την αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να προβεί, όπως είχε δυνατότητα σε διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και να δεχθεί άλλη νομική άποψη, ότι δηλαδή η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα ήταν ορισμένου χρόνου, αφού η εναγομένη τον είχε προσλάβει για την εκτέλεση του συγκεκριμένου και μόνο έργου, μετά την αποπεράτωση του οποίου λύθηκε αυτοδίκαια η σύμβασή του χωρίς να δικαιούται αποζημίωση απολύσεως, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρ. 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με την 1204/2002 αναιρετική απόφαση, αναιρέθηκε η προηγούμενη 41/2001 απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν επιλύθηκε με αυτή νομικό ζήτημα προς το οποίο παρέλειψε να συμμορφωθεί το Εφετείο.

Επομένως ο αντίθετος 2ος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 1921/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2005.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ