Supreme Court dismisses appeal against insurance contract damages ruling for failure to prove actual loss under civil code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision awarding damages to the deceased's heirs. The heirs argued the lower court violated substantive law by denying compensation for bad faith conduct without proving specific financial loss, while the insurer contended the claim lacked factual basis. The court rejected the appeal because the lower court correctly applied the principle that moral damages require proof of actual loss, finding the appellants failed to meet this evidentiary burden.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 lit. a KPolD; Art. 297, 298 AC; Art. 932 AC: An appeal based on violation of substantive law is admissible only if the court of first instance failed to apply a legal rule where conditions existed, applied it where they did not, or applied it incorrectly, and the lower court's reasoning regarding the necessity of proving actual loss for moral damages was legally sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1099 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1099/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Α. Π., θυγατέρας Σ. Κ., 2) Ν. Π. του Α., κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δίκαιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕΖ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2001 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3015/2013 μη οριστική και 2539/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4072/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 15/5/2010 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1276/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4072/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2096/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 412/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Αν, όμως, όπως ορίζει το άρθρο 578 ΚΠολΔ, το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Περαιτέρω, η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία.
Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ). Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας.
Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973).
Εξάλλου, από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα.
Από αυτά παρέπεται ότι αν, εκτός από την υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση κάποιας συμβάσεως, συντρέχουν επί πλέον γεγονότα, που συνιστούν συμπεριφορά προσβλητική της προσωπικότητας του αντισυμβαλλομένου, κατά την άνω έννοια, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος υπέστη ηθική βλάβη συνδεομένη αιτιωδώς με τη συμπεριφορά αυτή του υπαιτίου, γεννιέται αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 59 και 932 ΑΚ (ΑΠ 1731/2008).
Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για αδικοπραξία, που θεμελιώνεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν και, επομένως, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή, δηλαδή ενιαίο ποσό, αφού τότε είναι, αντίστοιχα, ενιαία και η βλάβη, που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του, στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του.
Στην περίπτωση αυτή για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί, ασφαλώς, υπόψη η όλη συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντος, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε η βλάβη του παθόντος, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (βλ.
ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 2018/2014). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 932 ΑΚ σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Δυνάμει του από 18.3.1994 ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής και των ειδικών όρων των προσθηκών 44 "ασφάλιση θανάτου από ατύχημα" και 52 "ασφάλιση ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης" ο αρχικά ενάγων Α.
Π. ασφαλίστηκε από 1.1.1994 στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ 4ΕΓΑ", η οποία ακολούθως με την Κ3 10090/3.12.1996 απόφαση Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 7979/11.12.1996) συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.Ζ.", και τελευταία με την Κ3-5140/19.6.2002 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Τ.Α.Ε.
καί Ε.Π.Ε. 6351/1.7.2002) συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε." η οποία υποκαθιστά, αυτοδίκαια, την αρχικά ασφαλίστρια σ' όλα τα από τη σύμβαση ασφάλισης δικαιώματα και υποχρεώσεις (άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α και γ τον Κ.Ν. 2190/1920).
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε ισόβια και δικαιούχοι της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ασφαλισμένο κεφάλαιο και συσσωρευμένα μερίσματα) οι ως άνω ενάγοντες, καθόσον μετά την άσκηση της αγωγής και πριν από τη συζήτησή της στον πρώτο βαθμό και συγκεκριμένα στις 12.10.2002 απεβίωσε ο ασφαλισμένος, οι οποίοι, ων ενάγοντες μετά από βίαια διακοπή, συνεχίζουν τη δίκη ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη.
Το καθαρό ετήσιο ασφάλιστρο ορίστηκε στο ποσά των 89.005 δρχ. και ότι αυτό θα καταβάλλεται σε δύο, ισόποσες, εξαμηνιαίες δόσεις. Με τον όρο 7 της ειδικής προσθήκης 52 ορίστηκε ότι η προσθήκη παύει να ισχύει στις περιπτώσεις: α) λήξης ή παύσης ισχύος ή ελευθεροποίησης της Βασικής Ασφάλισης Ζωής, β) καταγγελίας από κάποιο από τους συμβαλλόμενους και γ) μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των ασφαλίστρων.
Η σύμβαση αυτή εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τέλος τον έτους 2000. Με την από 19.1.2001 ειδοποίησή της η εναγομένη (τότε " ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.Ζ.") προς τον αρχικό ενάγοντα, γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι τα ασφάλιστρα έξι (6) μηνών (1ου εξαμήνου 2001) συνολικού ποσού 26.967 δρχ. (79,14 Ευρώ), έπρεπε να καταβληθούν μέχρι τις 31.1.2001.
Επίσης αναγραφόταν στην ειδοποίηση ότι "αν τα ασφάλιστρα που αναγράφονται στην ειδοποίηση δεν πληρωθούν στην Εταιρεία μέσα στην προθεσμία χάριτος, όπως προβλέπεται από την ισχύουσα Νομοθεσία η κάλυψή σας παύει να ισχύει". Στο ποσό αυτό, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ), δεν περιλαμβάνεται το ποσό που αντιστοιχούσε στην προαναφερόμενη ειδική προσθήκη 52 με επικεφαλίδα "ασφάλιση ευρείας νοσοκομειακής κάλυψης" ήτοι το ποσό των 35.000 δρχ.
περίπου (62.000 δρχ. μείον 27.000 δρχ.).
Συνεπώς, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε σιωπηρώς την ειδική προσθήκη 52 που προαναφέρθηκε. Ενώ δε έπραξε τούτο μονομερώς, τροποποιώντας την ασφαλιστική σύμβαση σε βάρος του ασφαλισμένου της, διότι αυτός είχε συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του (γεγονός που από μόνο του δεν αποτελεί βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης και της ειδικής προσθήκης αυτοτελή λόγο καταγγελίας), όπως προκύπτει σαφώς από την από 16/3/2001 βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και τα καταβλητέα ασφάλιστρα, μονομερώς και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του αντισυμβαλλομένου της, με την ανωτέρω ειδοποίηση η εναγομένη δεν κατέστησε σαφές στον ασφαλισμένο της ότι αν παρέλθει μήνας από τη γνωστοποίηση χωρίς να καταβληθούν τα ασφάλιστρα για τη βασική ασφάλιση, θα επέλθει λύση της σύμβασης, ούτε σε αυτήν την ειδοποίηση υπήρχε ρητή δήλωση περί καταγγελίας της σύμβασης, ώστε μετά από την πάροδο αυτού του μήνα να επέλθουν τα αποτελέσματα του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997 που προεκτέθηκε.
Περαιτέρω από τον αξιόπιστο μάρτυρα του αρχικώς ενάγοντος σε συνδυασμό με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους καθολικούς διαδόχους του αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - που κατά συνομολόγηση της εναγομένης ήταν θεωρήθηκε συνεπής ασφαλισμένος καθ' όλο το χρονικό διάστημα της ασφάλισης - βλέποντας το ειδοποιητήριο το Φεβρουάριο του 2001 (δεδομένου ότι δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η ασφαλιστική εταιρεία του το κοινοποίησε ενωρίτερα), απευθύνθηκε προς την ασφαλιστική εταιρεία ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με την τροποποίηση του ασφαλίστρου.
Μάλιστα απέστειλε, εμπροθέσμως - όσον αφορά την προθεσμία καταβολής του νέου ασφαλίστρου - την από 15/2/2001 συστημένη επιστολή του προς την εταιρεία με την οποία ζητούσε να του αποσταλεί ειδοποιητήριο με το ποσό που μέχρι τότε κατέθετε και το οποίο ήταν μεγαλύτερο, προκειμένου να ισχύσει η αρχική σύμβαση με την πρόσθετη νοσοκομειακή κάλυψη, η οποία ήταν πολύ σημαντική για τον ασφαλισμένο και λόγω της ηλικίας του.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον 5ο όρο της βασικής σύμβασης ασφάλισης "εφόσον το ασφαλιστήριο παραμείνει σε ισχύ δύο τουλάχιστον χρόνια από την έκδοσή του χωρίς διακοπή και ο ασφαλισμένος ζει, η εταιρεία δεν μπορεί να επικαλεστεί οποιονδήποτε άλλο λόγο ακύρωσης του ασφαλιστηρίου, εκτός από τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των ασφαλίστρων...".
Επιπλέον, με τον 5ο όρο του κεφαλαίου με την επικεφαλίδα "ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΡΟΣΘΗΚΩΝ" "τα ασφάλιστρα των προσθηκών αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με την τρέχουσα ηλικία του ασφαλισμένου ή την επαγγελματική του κατηγορία και με βάση τον ισχύοντα κάθε φορά πίνακα ασφαλίστρων της εταιρείας". Τέτοια τιμολόγηση, όμως, σύμφωνα και με το μάρτυρα της εναγομένης που εξετάστηκε στο ακροατήριο, δεν υφίσταται για τους άνω των 65 ετών ασφαλισμένους της, γεγονός που αγνοούσαν οι τελευταίοι κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης.
Συνεπώς, η εναγομένη δεν είχε συμφέρον να διατηρούνται με τα ίδια ασφάλιστρα όλες οι παροχές και ιδίως οι ευρείες, όπως της προσθήκης 52, εν προκειμένω, και πέραν της ανωτέρω ηλικίας. Επειδή δε, δεν μπορούσε -σύμφωνα με τον προεκτεθέντα όρο 5 της βασικής σύμβασης - να επικαλεστεί τη συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας του ασφαλισμένου της για τη λύση της και την επαναδιαπραγμάτευσή της προς όφελος της, εκμεταλλευόμενη την πλεονεκτική συναλλακτική θέση της και τον ειδικό όρο της προσθήκης 52 περί καταγγελίας της αναιτίως, αζημίως και ατύπως, μεθόδευσε τη λύση, εξωθώντας, με τον τρόπο που προεκτέθηκε, τον μέχρι τότε συνεπή ασφαλισμένο - οφειλέτη της σε καθυστέρηση πληρωμής.
Γι αυτό, όταν ο αρχικός ασφαλισμένος, Α. Π., απευθύνθηκε, όπως ήταν φυσικό και λογικό, στην εταιρεία προκειμένου πληρώσει τα ασφάλιστρα που κατέβαλλε με βάση την αρχική ασφαλιστική σύμβαση και την προσθήκη 52, η εναγομένη δια των υπαλλήλων της του πρότεινε να καταρτίσει νέα επαχθέστερη σύμβαση γι' αυτόν.
Τούτο προκύπτει και από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως δεύτερη επιστολή του προς τον Α. με τον οποίο συνομιλούσε εκ μέρους της εταιρείας. Αφού δε η εταιρεία αρνείτο να παραλάβει τα ασφάλιστρα του εξαμήνου από 31-1-2001 έως 31-7-2001 ποσού 62.504 δρχ., ο ενάγων προέβη στην κατάθεση τον ποσού αυτού στο ΤΠΔ στις 14/3/2001...και το γνωστοποίησε στην εναγομένη, χωρίς να πράξει τούτο με τυπικό τρόπο (π.χ.
επίδοση με δικαστικό επιμελητή) και λόγω της άγνοιάς του, αφού ήταν επαγγελματίας αυτοκινητιστής και δεν είχε ειδικότερες νομικές γνώσεις. Η εναγομένη που δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σύμβασης για τους λόγους που προεκτέθηκε, δεν δέχθηκε αυτή την καταβολή, όπως κατέθεσε η μάρτυρας του ενάγοντος. Η εναγομένη αρνείται ότι έγινε τέτοια προσφορά και ότι την αρνήθηκε, όμως, τούτο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν είναι πειστικό, διότι, διαφορετικά, θα έπρεπε να αποδεχτεί τη συνέχιση της παλαιάς σύμβασης, πράγμα που δεν επιθυμούσε.
Στη συνέχεια η εναγομένη του απέστειλε την από 23/3/2001 συστημένη επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι, αφού δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα της από 19/1/2001 ειδοποίησης μέχρι τις 31/1/2001 και μέσα σε 30 ημέρες που του παρείχε αυτή προς διευκόλυνσή του, "σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του ΝΔ 400/70 και τους όρους του ασφαλιστηρίου η καθυστέρηση πληρωμής των ασφαλίστρων έχει σαν επακόλουθο την ελευθεροποίηση του ασφαλιστηρίου του και την ισχύ πλέον για κεφάλαιο Βασικής Ασφάλισης Ζωής, μειωμένο, συγχρόνως δε, ακυρώνονται τυχόν υπάρχουσες προσθήκες".
Του πρότεινε δε τη δυνατότητα να επαναφέρει το ασφαλιστήριό του στην προηγούμενη μορφή του, με την προϋπόθεση ότι η υγεία του δεν είχε μεταβληθεί, πληρώνοντας τα διαδραμόντα ασφάλιστρα. Επιπλέον δε, τον ενημέρωνε ότι για να αποκτήσει νέο ασφαλιστήριο με τα πλεονεκτήματα του παλιού θα υποβαλλόταν σε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εφόσον δεν τηρήθηκε η έγγραφη μορφή καταγγελίας της σύμβασης και η προθεσμία μηνός από της κοινοποιήσεώς της που απαιτεί κατά τη μείζονα σκέψη το άρθρο 6 του ν. 2496/1997, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της βασικής σύμβασης και των προσθέτων δηλ. δεν επήλθε ελευθεροποίηση ασφαλιστικής σύμβασης, εφόσον:
α) κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 33 του ν.δ. 400/1970, κατά την οποία η καθυστέρηση πληρωμής ασφαλίστρων είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης, την οποία επικαλέστηκε στην προκειμένη περίπτωση η ασφαλιστική εταιρεία μόνο αν είχε ειδοποιήσει πριν από ένα μήνα τον ασφαλισμένο, καταργήθηκε με το ν. 2496/1997 και β) η συνομολόγηση με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ότι η σύμβαση θα λύεται αυτοδικαίως με μόνη την υπερημερία του ασφαλισμένου ως προς την πληρωμή των ασφαλίστρων, το οποίο επίσης επικαλέσθηκε η εναγομένη, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο άρθρο 6 του ν. 2496/1997, είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ίδιου νόμου.
Συνεπώς, η υπ' αρ. …/94 βασική σύμβαση ασφαλίσεως είναι έγκυρη ενώ η υπ' αρ. …./94 προσθήκη "ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης", καταγγέλθηκε μεν σύμφωνα με τον συγκεκριμένο όρο της, πλην όμως είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ως αντικείμενη στην καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματός της, θεωρουμένη κάτω από τις ειδικές περιστάσεις, σκοπούς, αιτίες και συμπεριφορά της εναγομένης που προεκτέθηκαν.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, από όλον τον τρόπο δράσεως της εναγομένης που προεκτέθηκε, προκύπτει ότι αυτή ενεργώντας παράνομα - ιδίως όσον αφορά την καταγγελία της βασικής ασφαλιστικής σύμβασης - και επιπλέον εναντίον της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και κατά κατάχρηση του δικαιώματός της (ιδίως όσον αφορά την καταγγελία της προσθήκης 52), μεθόδευσε την καταγγελία της μεταξύ αυτής και του αρχικώς ενάγοντος ασφαλισμένου της ασφαλιστικής σύμβασης, δια της αποστολής σ' αυτόν ειδοποιητηρίου για την καταβολή μόνο των ασφαλίστρων που αναλογούσαν στη βασική ασφάλιση και όχι και των ασφαλίστρων που αναλογούσαν στην προσθήκη 52, που αφορούσε την κάλυψη της νοσοκομειακής περίθαλψης αυτού, στην οποία κυρίως απέβλεπε ο ασφαλισμένος της, εκμεταλλευόμενη αφενός το σχετικό όρο της προσθήκης για τη δυνατότητα άτυπης και μονομερούς καταγγελίας αυτής (προσθήκης) και αφετέρου την καλοπιστία και την άγνοια του ασφαλισμένου της, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του, αν και ο τελευταίος μέχρι τότε υπήρξε επιμελής και την εμπιστευόταν, με αποκλειστικό σκοπό να τον εξαναγκάσει να συνάψει νέα σύμβαση υπό δυσμενέστερους όρους γι' αυτόν και υπό την προϋπόθεση ότι θα εξεταζόταν και πάλι η κατάσταση της υγείας του και θα ευρισκόταν χωρίς να έχει αλλάξει, πράγμα σχεδόν αδύνατο, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός ήταν περίπου 65 ετών, απεβίωσε δε μετά από 2 έτη περίπου, αφήνοντας ουσιαστικά αυτόν ακάλυπτο από νοσοκομειακή περίθαλψη, στην οποία αυτός απέβλεπε δια της προσθήκης 52, επιπλέον επιχειρώντας να τον περιορίσει στη χαμηλότερη ασφαλιστική κάλυψη, με άμεσο αποτέλεσμα να υποστεί αυτός προσβολή στην προσωπικότητά του και συγκεκριμένα της αξιοπρέπειάς του λόγω της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς της εναγομένης, θλίψη και στεναχώρια, γεγονότα που η εναγομένη γνώριζε, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ που θεωρείται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες επήλθε η προσβολή, το είδος, την έκτασή της και την υπαιτιότητα της εναγόμενης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών.
Αν και η προεκτεθείσα δόλια και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης φαίνεται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 919 ΑΚ, η περαιτέρω θεμελίωση και ευδοκίμηση της συναφούς αξίωσης από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αποβαίνει ουσιαστικώς αβάσιμη, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλέστηκε και περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης του επέφερε οποιαδήποτε ζημία κατ' άρθρο 297 και 298 ΑΚ, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς και με την επέλευση ηθικής βλάβης στο πρόσωπά του...
Συνεπώς το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες σκέψεις του και συγκεκριμένα με το να δεχθεί ότι η αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αντισυμβατική συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που διαδέχθηκε καθολικά η αναιρεσίβλητη, συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπραξία, από την οποία προσβλήθηκε η προσωπικότητα του αρχικά ενάγοντος, δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, συζύγου και υιού του, αντίστοιχα, ως μαναδικών, εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και προκλήθηκε, εντεύθεν, σ' αυτόν ηθική βλάβη και λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη την όλη αυτή συμπεριφορά της αντιδίκου τους, ως ενιαίο βιοτικό συμβάν, του επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση αυτού, ενιαίως, το ανωτέρω ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του (Εφετείου), ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της επίμαχης προσβολής, ορθά, κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και αν προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω πόρισμά του, ήτοι στην επιδίκαση του εν λόγω χρηματικού ποσού, ενιαίως, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αρχικώς ενάγοντος, παθόντος, συνεπεία της επίμαχης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσίβλητης, να αποκλείσει την επιδίκαση ξεχωριστών ποσών, ήτοι ενός για τη συνιστώσα αδικοπραξία ένδικη αντισυμβατική συμπεριφορά της τελευταίας και άλλου για την προσβολή της προσωπικότητας του προαναφερθέντος και να κρίνει αβάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση, διέλαβε την ακόλουθα εσφαλμένη αιτιολογία: "...Αν και η προεκτεθείσα δόλια και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης φαίνεται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 919 ΑΚ, η περαιτέρω θεμελίωση και ευδοκίμηση της συναφούς αξίωσης από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αποβαίνει ουσιαστικώς αβάσιμη, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλέστηκε και περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης του επέφερε οποιαδήποτε ζημία κατ' άρθρο 297 και 298 ΑΚ, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς και με την επέλευση ηθικής βλάβης στο πρόσωπό του...".
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 ΑΚ, που συνίστανται σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, κρίνεται αβάσιμος, "αντικαθισταμένης", κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, της ανωτέρω (εσφαλμένης) αιτιολογίας της, με αυτή της παρούσας απόφασης.
Περαιτέρω, με το να καθορίσει, το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του, τη χρηματική ικανοποίηση του ανωτέρω παθόντα στο ποσό των 3,000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω χρηματικό ποσό που, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, των σχετικών αιτιολογιών του, δέχθηκε ότι δικαιούται για την αιτία αυτή ο ανωτέρω αρχικώς ενάγων και δικαιοπάροχος, ως ανεφέρθη, των ήδη αναιρεσειόντων, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2018 αίτηση για αναίρεση της 2096/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ