Legislator Case Law & Legislation
1099/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissible grounds regarding voluntary admission of facts without explicit intent.

Case Number 1099/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the First Instance Court's decision regarding a voluntary admission of facts. The appellants argued that the lower court incorrectly accepted a statement as a voluntary admission without explicit intent to admit liability. The court held that the trial court's assessment of whether the statement constituted a voluntary admission is a matter of fact evaluation, which is not subject to appellate review under Greek civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 352 et seq. of the Code of Civil Procedure; The assessment of whether an out-of-court statement constitutes a voluntary admission of facts is a matter of fact evaluation and is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
voluntary admission of facts appellate review limitation fact evaluation by trial court admissibility of appeal Greek civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 352 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 362 Para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 Para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 Para. 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 Para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1099 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1099/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., 3) Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Μπάκη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Τσόβολου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5/3/2009 και 28/11/2011 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 11/10/2011 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος και την από 10/5/2013 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της τρίτης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4032/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/4/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος, στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1057/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζουν στο Εφετείο ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την Υπουργική Απόφαση Α17α/67/1/ΦΝ275/2003 (ΦΕΚ 781Β/2003), αφού, παρότι: α) προσκομίστηκαν ενώπιόν του 8 άδειες από παρακείμενες οικοδομές, που χαρακτηρίζουν την κατηγορία εδάφους Β, δεν προέβησαν σε γεωτεχνική μελέτη και, β) ο αντίδικός τους δεν ισχυρίσθηκε, ούτε αποδείχθηκε ότι οι παρακείμενες, της ένδικης, οκτώ κατασκευές, για τις οποίες δεν χρειάσθηκε γεωτεχνική μελέτη, έχουν εμφανίσει αξιόλογες παραχωρήσεις και δεν έχουν επιδείξει καλή συμπεριφορά σε προγενέστερες σημαντικές σεισμικές δράσεις, ούτε, ακόμη, ισχυρίσθηκε (ο αντίδικός τους), ότι ο πρώτος αυτών (αναιρεσείων) γνώριζε ότι οι παρακείμενες οικοδομές έχουν εμφανίσει αξιόλογες παραχωρήσεις και δεν έχουν επιδείξει καλή συμπεριφορά σε προγενέστερες σημαντικές σεισμικές δράσεις, έκρινε (το Εφετείο) ότι δεν ήταν αυτό αρκετό και ότι ο μέσος μηχανικός και, ειδικότερα, ο πρώτος από αυτούς έπρεπε να γνωρίζει την σαθρότητα του εδάφους της ευρύτερης των …., όπως την γνώριζε ο πραγματογνώμονας Δ.

Κ. και μάρτυρας του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, Α. Μ., ως μέσος εχέφρων μηχανικός. Ενώ, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη ότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ότι ο πρώτος αυτών που είναι μηχανικός δεν ενήργησε όπως θα ενεργούσε ο μέσος εχέφρων μηχανικός και, ειδικότερα, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο ο τεχνικός σύμβουλος του αναιρεσιβλήτου, Δ.

Κ., στον οποίο απευθύνθηκε ο αναιρεσίβλητος, για να αιτιολογήσει αν οι ρηγματώσεις, που αναφέρει ότι υπάρχουν στο ακίνητό του, προκλήθηκαν από την ανέγερση της όμορης οικοδομής των (αναιρεσειόντων) και ο προαναφερθείς μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου, θεωρούνται ως ο μέσος εχέφρων πολιτικός μηχανικός. Ούτε, περαιτέρω, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες αιτιολογεί, το Εφετείο, αν οι προαναφερθέντες, τεχνικός σύμβουλος και μάρτυρας, γνώριζαν τη σαθρότητα του εδάφους των Καμινίων, από πριν ή την πληροφορήθηκαν λόγω της ενασχόλησής τους με την παρούσα υπόθεση, οπότε εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη αυτή η γνώση τους.

Αμφότεροι, όμως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κρίνονται απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι, υπό το προαναφερθέν περιεχόμενό τους, με το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων, πλήττεται η, ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των ορισμών του νόμου, σχετικώς, προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση, που το δικαστήριο έχει την εξουσία, συμφώνως προς τον κανόνες των άρθρων 340 και 390 ΚΠολΔ, να εκτιμήσει ελεύθερα, αντιστοίχως, τις μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεως του (ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004) και τις, μη συνιστώσες ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ` έγγραφο (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1294/2018).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι, το Εφετείο, παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των επικληθεισών και προσκομισθεισών ενώπιόν του από Μαΐου και Σεπτεμβρίου 2007 τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., με το να προσδώσει σε αυτές αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι εν λόγω εκθέσεις, ως συνιστώσες γνωμοδοτήσεις των ανωτέρω προσώπων, κατά τα προαναφερόμενα, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δέχθηκε, ως περιεχόμενό του, κάτι διαφορετικό, από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά, προφανώς, διάφορα από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Για να θεμελιώνεται, δηλαδή ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 τoυ άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του. Δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε, απλώς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003 402/2004 832/2009 1627/2010).

Έγγραφα, με την παρούσα έννοια, δεν αποτελούν οι συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, όπως και οι τεχνικές εκθέσεις πολιτικών μηχανικών (ΑΠ1596/2007, ΑΠ 406/2006, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 44/2003) Εξάλλου, για να είναι ορισμένος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται:

α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993 194/2005).

Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. …..01/555/4-4-2007 εγγράφου της Πολεοδομίας …. και των από Μαΐου 2007 και Σεπτεμβρίου 2007 τεχνικών εκθέσεων του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ.. Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος και, ειδικότερα, ως προς μεν το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο της Πολεοδομίας …, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το αληθινό του περιεχόμενο, ως προς δε τις προαναφερθείσες τεχνικές εκθέσεις, διότι αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, με την προδιαληφθείσα έννοια, ώστε να είναι επιδεκτικές παραμορφώσεως και, εντεύθεν, να ιδρύεται ο σχετικός λόγος.

IV. Από το άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 57/1998). Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8, και 14 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, και ως προς ποίο σημείο, ειδικότερα, κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός λόγος, που θεμελιώνει το λόγο αοριστίας προτάθηκε στο Εφετείο, με λόγο εφέσεως (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1363/2008, ΑΠ 765/2008, ΑΠ 119/2008, ΑΠ 972/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 14, εκτιμώμενο ως από τους αριθμούς 8 και 14, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπ' όψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή. Ωστόσο όμως, προς θεμελίωση του ως άνω λόγου, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το, πλήρες περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη παραδοχής, από το Εφετείο, ως ορισμένης της ένδικης αγωγής. Κατ' ακολουθίαν, αυτός ο αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελευθέρως, είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όταν υπάρχει και πρόθεση του ομολογούντος προς αναγνώριση ως αληθούς γεγονότος, το οποίο βλάπτει τα έννομα συμφέροντά του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο εξωδίκως ομολογήσας επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός είχε πρόθεση ομολογίας, δεν είναι απαραίτητο να βεβαιώνεται ρητώς και πανηγυρικώς στην απόφασή του, ούτε να αιτιολογείται, περί του αν από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση, από τους διαδίκους, συνάγεται εξώδικη ομολογία, που κατά το άρθρο 362 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα, αφού η κρίση αυτή ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1382/2010, ΑΠ 1232/04, ΑΠ 775/1996).

Με τον έκτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αριθ. 11, 10 και 19, εκτιμώμενο ως από τον αριθμό 11 β' του ίδιου άρθρου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο δέχθηκε εξώδικη ομολογία του δευτέρου αναιρεσείοντος, ως νομίμου εκπροσώπου της τρίτης αναιρεσείουσας, εναγομένων στην ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, διαλαμβάνοντας στην αναιρεσιβαλλομένη τα εξής: "...ενόψει της σύνταξης της από Σεπτέμβριο 2007 τεχνικής έκθεσης του Δ.

Κ., ο τελευταίος κάλεσε τους εναγομένους Ι. Π. και Δ. Χ. (ήδη δεύτερο και πρώτο αναιρεσείοντες), οι οποίοι σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, αποδέχθηκαν ότι οι βλάβες στο ακίνητο του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου)προήλθαν από την ανέγερση της δικής τους οικοδομής (στοιχείο Δ 1 2.1.), προς τούτο δε ο νόμιμος εκπρόσωπος της τεχνικής εταιρείας Ι.

Π. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) δήλωσε την πρόθεσή του να αποκαταστήσει τις βλάβες που έχουν προκληθεί και να καλύψει τα τυχόν δευτερεύοντα έξοδα που θα προκύψουν...", χωρίς, όμως, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, η προαναφερθείσα δήλωση να έγινε ως ομολογία, για το ότι οι βλάβες του ενδίκου ακινήτου, του αναιρεσιβλήτου, προέκυψαν, από υπαιτιότητά τους, κατά την ανέγερση της οικοδομής, αφού τούτο δεν προκύπτει από τις αποδείξεις.

Και αυτός ο λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, για τη θεμελίωσή του, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.

VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 02-04-2018 αίτηση αναίρεσης της 431/2017 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ