Legislator Case Law & Legislation
1099/2017 AI generated

1099/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1099/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1099/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1099 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1099/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1548/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7780/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/2/2015 αίτησή του και τους από 11/11/2015 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτή ότι υπάρχει.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναγνώριση της αξίωσης για να επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 του ίδιου Κώδικα, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, τα άρθρα 1- 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών των άρθρων 664 -676), εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)...β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά συνεδρίασης που συντάσσονται από το γραμματέα πρέπει να περιέχουν όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...

τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές ...’ ‘ . Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ‘ ‘ ως γενόμενο κατά τη συζήτηση’ ‘ , σημειώνεται στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 98/2015, 698/2014, 9/2014).Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και για τους ισχυρισμούς που προτείνονται ως αντένσταση κατά καταλυτικών ενστάσεων του εναγομένου, εφόσον η αντένσταση αυτή προκύπτει από έγγραφα προγενέστερου χρόνου (ΑΠ 98/2015, 575/2015, 799/2013, 602/2010, 941/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή, μεταξύ άλλων, αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 611/2016, 98/2015, 1087/2014).

Την συνδρομή δε εξαιρετικής περίπτωσης (ή και περισσότερων) από τις παραπάνω για την επιτρεπτή προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών για πρώτη φορά στο Εφετείο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς, ενώ και στην απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να βεβαιώνεται το παραδεκτό της βραδείας προβολής του και να διαλαμβάνεται στις παραδοχές της η συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις παραπάνω περιπτώσεις, που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του ισχυρισμού ( ΑΠ 243/2015, 9/2014, 259/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 1/2016, 7/2014, 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 2/1989).Τέλος, κατά τον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. 2.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους δύο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της παραβάσεως διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα την εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 250 αρ. 17, 260,253, 261, 262, 277 ΑΚ και του άρθρου 29 των σχετικών ΕΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων της ...‘ ‘ , ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι, αν και με το δικόγραφο της ένδικης, από 8-7-2009, αγωγής του είχε προβάλλει καθ’ υποφορά τον ισχυρισμό-αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών του των ετών 1998 έως 2003, τον οποίο πρότεινε παραδεκτά και με την προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Εφετείο τον απέρριψε ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι δεν τον είχε προτείνει καθ’ υποφορά με την αγωγή του και έτσι έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής των αξιώσεων αυτών, που πρόβαλε η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, τέλος, ότι παρά το νόμο κήρυξε την ως άνω ακυρότητα, γιατί δεν χρειαζόταν η ως άνω αντένστασή του να καταχωρισθεί και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, εφόσον αυτή προτάθηκε καθ’ υποφορά στην αγωγή του.

Εξάλλου, με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 17, 253, 260, 261, 262 και 270 ΑΚ, των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ και του άρθρου 29 των προαναφερόμενων ΕΣΣΕ, δεχόμενο παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων αυτού για τα έτη 1998 έως 2003 και ειδικότερα ως προς το τελευταίο έτος, που δέχθηκε ότι η επίδοση της ένδικης αγωγής δεν διέκοψε την παραγραφή, και δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω αντένστασή του, που παραδεκτά ως εφεσίβλητος πρότεινε ενώπιον αυτού ως άμυνα κατά του τέταρτου λόγου της έφεσης της εναγομένης, ισχυριζόμενος επιπλέον των ανωτέρω σ’ αυτή ότι, εφόσον αυτή στις 27-6-2006 κατέβαλε σ’ αυτόν και σε όλους τους άλλους εργαζόμενους αυτής τα ποσά που επιδίκασαν οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου, η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε και την ένδικη οφειλή της απέναντί του. 3.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης και του παραδεκτού και βασίμου των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους από 11-11-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση, από 8-7-2009, αγωγή του ανέφερε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία από το έτος 1990 κατέβαλε στους εργαζόμενους της επιχείρησής της, μεταξύ των οποίων και αυτός, τακτικά και ανελλιπώς το προβλεπόμενο από το άρθρο 29 της από 1-1-1997 ΕΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού του ΟΠΑΠ’ ‘ και των μεταγενέστερων όμοιων ΕΣΣΕ πριμ παραγωγικότητας, το οποίο, παρότι αυξάνει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων της, δεν το συνυπολόγιζε σε αυτές για την εξεύρεση του ωρομισθίου, που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της υπερωριακής τους απασχόλησης και της απασχόλησης κατά τις Κυριακές, με αποτέλεσμα το ποσό που ελάμβαναν ως αποζημίωση να υπολείπεται αυτού που εδικαιούντο.

Ότι για το λόγο αυτό αναγκάσθηκαν να ασκήσουν κατά της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου αγωγές, με τις οποίες ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τη διαφορά αποζημίωσης από την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία τους για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2006 και για την εργασία τους κατά τις Κυριακές.

Ότι επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οριστικές αποφάσεις του ως άνω δικαστηρίου, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες. Ότι στις 27-6-2006 η εναγομένη κατέβαλε τα επιδικασθέντα σε καθένα από τους ενάγοντες ποσά σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων, έκτοτε δε συνυπολογίζει το πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους.

Ότι με την καταβολή της αποζημίωσης για τις ανωτέρω αιτίες προσαυξήθηκαν οι ετήσιες αποδοχές του κατά το επιδικασθέν ποσό και ότι η προσαύξηση αυτή από την 1-1-1998 είχε ως συνέπεια την προσαύξηση και του πριμ παραγωγικότητας κατά μήνα και κατ’ έτος για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 27-6-2006. Όμως οι αρμόδιες υπηρεσίες της εναγομένης δεν του κατέβαλαν, παρά τις οχλήσεις του, αντισυμβατικά, παράνομα και υπαίτια ενεργώντας, αναδρομικά από 1-1-1998 έως τις 31-12-2006 και την προσαύξηση του πριμ παραγωγικότητας που προέκυπτε για τα έτη 1998-2006.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 24.995,85 ευρώ με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η εναγομένη, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και αναλύεται περισσότερο με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ισχυρίσθηκε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος των ετών 1998 έως 2003 έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, καθόσον από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου για καθένα από τα έτη αυτά, που ήταν καταβλητέο το πριμ παραγωγικότητας, μέχρι τις 28-7-2009, που επιδόθηκε η ένδικη αγωγή, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Ο ισχυρισμός αυτός, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνιστά ένσταση παραγραφής, που είναι νόμιμη. Προς απόκρουση της ένστασης αυτής ο ενάγων πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 17-9-2010, τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής λόγω άσκησης από μέρους του των από 29-12-2003 και 28-12-2004 αγωγών, μαζί με άλλους συναδέλφους του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου κατά της εναγομένης, που επιδόθηκαν νόμιμα σ’ αυτή στις 30-12-2003 και 31-12-2004, πριν, δηλαδή, την πάροδο της πενταετίας, οπότε με τον τρόπο αυτό διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεών του των ετών 1998 έως 2003.

Αυτή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο στη συνέχεια έκρινε ότι είναι και ουσιαστικά βάσιμη και έτσι, μετά την παραδοχή της ως άνω αντένστασης, απέρριψε την ένσταση παραγραφής ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο ενάγων, όπως συνομολογεί στο αναιρετήριο, δεν προέβη σε προφορική πρόταση της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεών του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε καταχωρίσθηκε τέτοιος ισχυρισμός με συνοπτική ανάπτυξη στα πρακτικά αυτού.

Στη συνέχεια, κατά της παραπάνω απόφασης του πρωτοδικείου, άσκησε έφεση η εναγομένη εταιρεία, η οποία, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, επανέφερε στο Εφετείο την ένσταση παραγραφής. Με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέσθηκε, ως εφεσίβλητος πλέον, και πάλι την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, ισχυριζόμενος τα εξής:

‘ ‘ Όπως εκθέτω και στην υπό κρίση αγωγή μου και στις πρωτόδικες προτάσεις μου, κατά της αντιδίκου είχε ασκήσει αγωγές όλο το προσωπικό της, μεταξύ των οποίων και εγώ, ενώπιον των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου για τα έτη 1998 και έως τη λύση της σύμβασης εργασίας μου με διαφορετικό αντικείμενο, που όμως αποτελούσε την προϋπόθεση της ένδικης αξίωσής μου.

Συγκεκριμένα ζητούσαμε τη διαφορά αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία μας για το χρονικό διάστημα από την 1-1-1998 έως τη λύση της σύμβασης εργασίας μας, η οποία προέκυπτε από το συνυπολογισμό του προβλεπόμενου από τις οικείες ΕΣΣΕ πριμ παραγωγικότητας που λαμβάναμε στις τακτικές αποδοχές μας για την εξεύρεση του ωρομισθίου.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι τελεσίδικες αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών ( 732/2005 και 755/2005) και του Ειρηνοδικείου Περιστερίου (250, 251, 252/2005), οι οποίες δέχθηκαν αυτές, κρίνοντας ότι το πριμ παραγωγικότητας αποτελούσε τακτικές αποδοχές και επιμεριζόμενο κατά μήνα προσαυξάνει τις τακτικές αποδοχές τους και γι’ αυτό πρέπει να συνυπολογίζεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους για την εξεύρεση του ωρομισθίου κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία (εργασίμων - Κυριακών) του καθενός από αυτούς...

Ότι το αντικείμενο των αγωγών αυτών, ότι δηλαδή το πριμ παραγωγικότητας αποτελεί τακτικές αποδοχές και συνυπολογίζεται για την εξεύρεση του ωρομισθίου, αν και διαφορετικό, αποτελεί την προϋπόθεση της επίδικης αξίωσής μου...Με τις ασκηθείσες αγωγές εμού και λοιπών συναδέλφων μου κατά της αντίδικης, που αφορούν αξιώσεις μας διαφοράς αμοιβής υπερωριακής εργασίας των ετών 1998 έως 2006, επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις και η αντίδικος μας κατέβαλε τα επιδικασθέντα ποσά για τα έτη 1998 και 1999 και ακολούθως και για τα λοιπά έτη ατόκως, κατόπιν συμβιβασμού, διακόπηκε η παραγραφή και της επίδικης αξίωσης, καθόσον άσκησα την ένδικη αγωγή μου πριν παρέλθει πενταετία από την ημερομηνία δημοσίευσης των ανωτέρω τελεσίδικων αποφάσεων και της καταβολής για τα έτη 2000 έως 2006 των αιτούμενων με τις αγωγές μας ποσών από την αντίδικο....Τα προβλεπόμενα εκ του νόμου διακοπτικά περιστατικά της παραγραφής της ένδικης αξίωσής μου είχαν καταστεί γνωστά στην αντίδικο ήδη πριν την άσκηση της παρούσας, σε κάθε δε περίπτωση ιστορώ αυτά με το δικόγραφο της αγωγής μου ( ήτοι δηλώθηκαν καθ’ υποφορά) και κατέστησαν ούτως ή άλλως γνωστά στην αντίδικο από την επίδοση της αγωγής αυτής...’ ‘ .

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό των 24.995,85 ευρώ με βάση το άρθρο 29 των σχετικών ΕΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ...‘ ‘ , έκρινε, όμως, στη συνέχεια, ότι η εκκαλούσα εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) πρόβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει ενώπιον του με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για τα έτη 1998-2003 έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ πενταετή παραγραφή, δεδομένου ότι από το μήνα Ιανουάριο του επόμενου καθενός από τα έτη 1998-2003, που ήταν καταβλητέο το πριμ παραγωγικότητας, μέχρι τις 28-7-2009, που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος για τα έτη 1998-2003 διεκόπη για πρώτη φορά με την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 28-7-2009, ενώ μέχρι την ως άνω διακοπή είχαν ήδη υποπέσει οι εν λόγω αξιώσεις στην πενταετή παραγραφή, δεδομένου ότι δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος με την άσκηση των προγενέστερων από 29-12-2003 και 28-12-2004 αγωγών του κατά της εναγομένης, αφού αυτές αφορούσαν στον συνυπολογισμό του πριμ παραγωγικότητας για τον υπολογισμό του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, με το οποίο αμείβεται η υπερωριακή απασχόληση και όχι στη διαφορά του πριμ παραγωγικότητας λόγω της αύξησης των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος μετά το συνυπολογισμό του εν λόγω πριμ, που αφορά η ένδικη αγωγή.

Ότι οι αξιώσεις που έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή και οι οποίες επιδικάσθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 6.720,04 ευρώ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των 24.995,85 ευρώ και ως εκ τούτου ο ενάγων δικαιούται να λάβει, μετά την αφαίρεση του ποσού των 6.720,04 ευρώ, το ποσό των 18.275,81 ευρώ.

Ότι η αντένσταση του ενάγοντος περί διακοπής της παραγραφής ήταν προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν είχε προταθεί προφορικά, ούτε καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε είχε υποβληθεί καθ’ υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ’ ουσία την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της, και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 18.275,81 ευρώ, που αφορούσε τις απαιτήσεις αυτού για τα έτη 2004 έως 2006.

Ενόψει των ανωτέρω :1) με το να απορρίψει το Εφετείο ως απαράδεκτη την προαναφερθείσα αντένσταση του ενάγοντος, κρίνοντας ότι αυτή δεν προβλήθηκε καθ’ υποφορά με το αγωγικό δικόγραφο, ούτε προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα επιγραμματικά στο ακροατήριο αυτού κατά τη συζήτηση της αγωγής και με καταχώρηση στα πρακτικά, δεν κήρυξε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την εν λόγω αντένσταση, 2) δεν παρέβη το δικαστήριο της ουσίας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17 ΑΚ και 29 των ΕΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων της ...‘ ‘ , κρίνοντας ότι οι αξιώσεις των ετών 1998 έως 2002 είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή της ως άνω διάταξης, 3) η αξίωση του αναιρεσείοντος για το έτος 2003, της οποίας η παραγραφή άρχισε να τρέχει από την 1-1-2004 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2009, δεν είχε παραγραφεί πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής, στις 28-7-2009, οπότε το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 251, 253 ΑΚ και 29 των ΕΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων της ...‘ ‘ δέχθηκε ότι αυτή παρεγράφη και έκανε δεκτή τη σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος αυτό.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, 4) η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παράβαση των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι διατάξεις αυτές αποτελούν κανόνες δικονομικού δικαίου, 5) δεν παραβίασε ευθέως το δικαστήριο της ουσίας τις διατάξεις των άρθρων 260, 261,262 και 277 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι με την άσκηση των αγωγών ενώπιον των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου ο αναιρεσείων ζητούσε το συνυπολογισμό του πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές αποδοχές του, ώστε να υπολογίζεται σωστά το ωρομίσθιό του για υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση κατά Κυριακές και αργίες, ενώ με την κρινόμενη αγωγή του ζητεί οι συμπληρωματικές αμοιβές που έλαβε για υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση κατά Κυριακές και αργίες να επιμερισθεί κατά μήνα και, αφού με βάση τη συμπληρωματική αυτή αμοιβή αυξάνονται οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, να υπολογισθεί εκ νέου το πριμ παραγωγικότητας και να του δοθεί η προκύπτουσα διαφορά μεταξύ αυτού που έλαβε και αυτού που εξάγεται μετά το συνυπολογισμό της συμπληρωματικής αμοιβής, Επομένως, εφόσον οι προηγούμενες αγωγές είχαν διαφορετική ιστορική και νομική αιτία από την επίδικη, δεν διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για τα έτη 1998-2002 με την άσκηση των αγωγών αυτών, 6) Δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής- αντένστασης της ένδικης αξίωσης των ετών 1998-2003, τόσο για το λόγο ότι η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση των προαναφερόμενων αγωγών ενώπιον των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου, όσο και για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε την επίδικη αξίωσή του, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε τόσο ως αβάσιμο, όσο και ως απαράδεκτο, και συγκεκριμένα γιατί δεν προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώρηση στα πρακτικά.

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός επειδή το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά την αντένσταση αυτή, που είχε επαναφέρει ως εφεσίβλητος ο ενάγων με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, διότι η εν λόγω αντένσταση, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προτάθηκε για πρώτη φορά στην πραγματικότητα ενώπιον αυτού, χωρίς την επίκληση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της συνδρομής κάποιας από τις προϋποθέσεις της επιτρεπτής βραδείας προβολής του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα δεν επικαλέσθηκε ότι αυτοί προβάλλονται παραδεκτά, διότι αποδεικνύονται με έγγραφα ( αγωγές, εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών, δικαστικές αποφάσεις επί των αγωγών αυτών) ήταν απαράδεκτη και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στην ως άνω απαράδεκτη αντένσταση.

Eπομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαίως, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Αντίθετα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση’ ‘ .

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Τούτο διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκανε δεκτή κατ’ ουσία την αγωγή και για το έτος 2003, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το κανονιστικής ισχύος άρθρο της από 5-7-1994 ΕΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Σωματείου με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ , όπως οι ρυθμίσεις αυτές επαναλήφθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 29 των από 1-1-2003, 3-12-2004 και 17-7-2006 ΕΣΣΕ και με το άρθρο 36 της από 4-11-2005 ΕΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ...‘ ‘ και εσφαλμένα υπήγαγε σ’ αυτές τα περιστατικά που αναφέρονται στην αγωγή, εφόσον επανυπολογίζει το πριμ παραγωγικότητας με βάση την επανυπολογισμένη και αναδρομικά καταβληθείσα άπαξ του έτους διαφορά αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και εργασία Κυριακών, η οποία (διαφορά) προέκυψε από την καταβολή του ίδιου του πριμ παραγωγικότητας, με το σκεπτικό ότι αυτό περιλαμβάνεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος.

Αν, όμως, το παραπάνω δικαστήριο ορθά ερμήνευε τις ανωτέρω διατάξεις, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας στο τέλος του έτους, που οδηγεί σε αναδρομική καταβολή αμοιβής (διαφοράς) υπερωριών κλπ, θεωρούμενη ως τμήμα των τακτικών αποδοχών, δεν μπορεί αυτή η ίδια να οδηγεί σε νέο υπολογισμό του (προσαύξηση του πριμ), στη βάση του ότι η καταβληθείσα διαφορά υπερωριών κλπ κατέστη πλέον τμήμα των καταβαλλόμενων αποδοχών, καθόσον τέτοιος διπλός υπολογισμός (μία φορά κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου και μία φορά κατά την προσαύξησή του) δεν προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Κατά συνέπεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί κατ’ ουσία η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη έφεση κατά το παραπάνω μέρος, να γίνει δεκτή η έφεση ως προς αυτό, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να ερευνηθεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη κατά το παραπάνω μέρος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7.780/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται την από 12-10-2011 έφεση.

Εξαφανίζει την 1548/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το ανωτέρω σκέλος.

Δικάζει επί της από 8-7-2009 αγωγής κατά το μέρος αυτό.

Απορρίπτει αυτή κατά το ίδιο μέρος.

Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες τριακόσια (3.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ