Supreme Court allows appeal against lower court ruling on invalidity of lease transfer due to lack of proper public authority representation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the validity of a lease transfer involving a public authority. The plaintiff argued that the transfer was invalid because the Regional Unit of Attica failed to comply with statutory requirements for its own representation and consent. The Court agreed, ruling that the lower court erred by not examining whether the specific legal procedures for the public body's consent were followed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 79 of Law 2362/1995: A contract concluded by a public authority without adherence to the specific legal procedures governing its representation and consent is absolutely void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1099 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1099/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Εστίαση ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Χαλκιαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 672/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6969/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 9-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της από 30-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης 11/2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 6969/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ. του ΚΠολΔ που αναφέρονται σε παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που καθορίζουν την εκπροσώπηση της Νομαρχίας για τη συναίνεσή της σε μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή σε τρίτο σε ακίνητα που εκμισθώνει αυτή και σε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίοι στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 και την απόρριψη των λοιπών λόγων της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 23α παρ. 2 και 3 και 5 του κωδ. Ν. 2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιριών", όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 Ν. 3604/2007 (ΦΕΚ Α’ 189/8.8.2007), κάθε σύμβαση (εκτός δανείων και πιστοδοτικών, για τις οποίες προβλέπεται στην παρ. 1), επομένως και η σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεων, η οποία συνάπτεται μεταξύ της Ανώνυμης εταιρίας και με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρείας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω, είναι άκυρη χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης, παρεχόμενη με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου πλειοψηφία, εκτός αν αφορά πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους.
Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 προκύπτει ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οποιοδήποτε άλλων συμβάσεων των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές προσώπων μετά της εταιρίας και ότι, κατ’ εξαίρεση, οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες, στις περιπτώσεις της προηγούμενης ειδικής έγκρισης αυτών από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή της ένταξής τους εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας, ή αν αφορούν μονοπρόσωπη (μονομετοχική) εταιρεία ή αν αφορούν δύο εταιρείες που υπόκεινται σε ενοποίηση μεταξύ τους κατά τα άρθρα 90 έως 109 του ίδιου νόμου (βλ.
το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 23α του Ν. 2190/ 1920 που προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α’ 204/15.9.2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του Α.Κ., οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995) εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 12 Π.Δ. 34/1995) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή.
Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς το δεύτερο της μισθωτικής σχέσης, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο, μισθωτή στη σχέση αυτή και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.
Ακόμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτον ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.
Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή, ο δεύτερος δε την ιδιότητα του μισθωτή και η νομιμοποίηση για την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από την αρχική σύμβαση της μίσθωσης, εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τους.
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 850, 471 και 477 του Α.Κ. σαφώς προκύπτει, ότι με την άτυπη, υποσχετική σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που καταρτίζεται μεταξύ του δανειστή και τρίτου, παράγεται αυθυπόστατη, έναντι της κυρίας οφειλής, ενοχή του τρίτου (αναδοχέα) έναντι του δανειστή, δημιουργουμένης παθητικής εις ολόκληρο ενοχής, δικαιουμένου του δανειστή, κατ’ επιλογή του, να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής είτε από τον παλαιό οφειλέτη είτε από τον αναδοχέα του χρέους.
Η αναδοχή μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος. Ως μελλοντικό χρέος νοείται είτε εκείνο του οποίου ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), είτε εκείνο του οποίου ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης (πλήρης μελλοντική απαίτηση), υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί κατά τον χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 40 του Ν.Δ. 496/1974 που αφορά τις συμβάσεις των Ν.Π.Δ.Δ. "συμβάσεις, δια των οποίων δημιουργούνται υποχρεώσεις εις βάρος του ν.π. δεν δύναται να συνομολογηθούν, εφ` όσον δεν προβλέπονται υπό των διεπουσών τούτο γενικών ή ειδικών διατάξεων" και σύμφωνα με το άρθρο 42 του ίδιου Ν.Δ. "νόμιμος εκπρόσωπος του ν.π.
δια την συνομολόγησιν συμβάσεων, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως δια των περί αυτού κειμένων διατάξεων, είναι ο Πρόεδρος του διοικούντος τούτο συλλογικού οργάνου". Ακόμη, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ. 242/1996 προβλέπεται ότι "η εκμίσθωση ακινήτων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων γίνεται με δημοπρασία" και με το άρθρο 4 παρ. 1 και 4 περ.
ιγ’ του ίδιου Δ/τος ότι "οι όροι κάθε μίσθωσης καθορίζονται από τη νομαρχιακή επιτροπή και περιλαμβάνονται στην οικεία διακήρυξη δημοπρασίας" και η διακήρυξη περιλαμβάνει υποχρεωτικά τους όρους που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’ έως και ιβ’ της παρ. 4 και "οποιονδήποτε άλλο όρο που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τείνει στην καλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης".
Ακόμη, με το άρθρο 49 παρ. 1 περ. ζ’ του Π.Δ. 30/ 1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης" ορίζεται ότι το Νομαρχιακό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για την παραχώρηση της χρήσης και την εκμίσθωση κινητών και ακινήτων και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι το Νομαρχιακό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του αυτή σε Νομαρχιακή επιτροπή ή στο Νομάρχη.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 περ. β’ και στ’ και εδάφιο τελευταίο του ίδιου Π.Δ., ανάμεσα στις άλλες αρμοδιότητές του, ο Νομάρχης εκπροσωπεί τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση δικαστικώς και εξωδίκως και υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, μπορεί δε με απόφασή του να μεταβιβάζει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλη του νομαρχιακού συμβουλίου και σε προϊσταμένους ή άλλα στελέχη των υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.
Ακόμη, με το άρθρο 8 της ΑΠΟΦ 488//2004 (ΑΠΟΦ 48829 + 47792 ΦΕΚ Β’ 1441/2004), με την οποία εγκρίθηκε ο Οργανισμός Εσωτερικής Οργάνωσης των Κεντρικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών - Πειραιώς, καθορίζεται το αντικείμενο της προβλεπόμενης στο άρθρο 2 του ίδιου Οργανισμού Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και Εξυπηρέτησης Ατόμων με Αναπηρίες και ορίζεται ότι μεταξύ άλλων έχει ως αντικείμενο και την διαχείριση της περιουσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, στις αρμοδιότητες δε του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών της Διευθύνσεως αυτής ορίζεται ότι ανήκει και η διαχείριση της περιουσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών - Πειραιώς.
Και τέλος, κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 62 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Π.Δ. 30/ 1996, με τις υπ’ αριθμ. 416 και 417/14-1-2009 αποφάσεις του Νομάρχη Αθηνών που δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ Β’ 88/2009 και με τις υπ’ αριθμ. 1073 και 1074/2-2-2010 αποφάσεις του Νομάρχη Αθηνών που δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ Β’ 100/2010 και που αφορούσαν διατήρηση και μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσιοδοτήση υπογραφών, ο Νομάρχης Αθηνών εξουσιοδότησε τους Προϊσταμένους των αντιστοίχων Διευθύνσεων της Νομαρχίας να υπογράφουν με εντολή τις πράξεις που προβλέπονται από τον ισχύοντα Οργανισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας της Νομαρχίας Αθηνών, εκτός των αναφερομένων στην απόφαση αυτή περιπτώσεων στις οποίες διατήρησε την αρμοδιότητα υπογραφής και στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η διαχείριση της ακίνητης περιουσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και κατά συνέπεια και η συναίνεση της Νομαρχίας ως εκμισθώτριας ακινήτων για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως σε υφιστάμενες μισθώσεις ακινήτων της ιδιοκτησίας της, για την οποία εξουσιοδοτήθηκε με τις ως άνω αποφάσεις του Νομάρχη ο Προϊστάμενος της αντίστοιχης Διευθύνσεως Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και Εξυπηρέτησης Ατόμων με Αναπηρίες της Νομαρχίας Αθηνών που έχει κατά τον Οργανισμό ως αντικείμενο την διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.
Από τις διατάξεις αυτές, που αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προβλέπεται ότι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών, που υπήρχε πριν από τη σύσταση της Περιφέρειας Αττικής ως αυτοδιοικούμενου νομικού προσώπου τοπικής αυτοδιοικήσεως, μπορούσε κατόπιν διακηρύξεως και με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό να εκμισθώσει ακίνητο της περιουσίας της με τον όρο να μπορεί ο μισθωτής κατόπιν συναινέσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της να μεταβιβάσει ολόκληρη τη μισθωτική σχέση προς τρίτο και ότι αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών για να συναινέσει στο να μεταβιβάσει ο μισθωτής ολόκληρη τη μισθωτική σχέση σε τρίτο ήταν η Διεύθυνση Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και Εξυπηρέτησης Ατόμων με Αναπηρίες της Νομαρχίας Αθηνών που είχε κατά τον Οργανισμό της ως αντικείμενο την διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και εξουσιοδοτημένος να υπογράψει με εντολή την συναίνεση της υπηρεσίας για την από μέρους του μισθωτή μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης σε τρίτο ο Προϊστάμενος της ως άνω Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και Εξυπηρέτησης Ατόμων με Αναπηρίες της Νομαρχίας Αθηνών που είχε κατά τον Οργανισμό της ως αντικείμενο την διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή αν υπήρξε σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό της ενάγουσας αναιρεσείουσας ότι αυτή υπεισήλθε κατόπιν συναινέσεως της εκμισθώτριας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών ως μισθώτρια στην επίδικη μίσθωση, τα εξής: "Η ενάγουσα επικαλείται στην αγωγή της ότι υπεισήλθε στην επίδικη μίσθωση από μεταβίβαση σ’ αυτή της μισθωτικής σχέσης από την αρχική μισθώτρια, μετά από έγγραφη συναίνεση της εκμισθώτριας, προϋπόθεση που επιβάλλει τόσο η υπ’ αριθ. 14 από 18.8.2009 διακήρυξη (όρος 18), όσο και το από 22.12.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης των διαδίκων (όρος 11), ενόψει των διατάξεων περί εκμισθώσεως ακινήτων του π.δ 242/ 1996.
Ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα τα κατά νόμο απαραίτητα για την κατάρτισή τους στοιχεία, αφού τέτοιου είδους συμβάσεις εκχώρησης - αποδοχής - εγγύησης υπέρ της ενάγουσας μεταξύ της αρχικής μισθώτριας και αυτής (ενάγουσας) ήταν απαγορευμένες πέραν των ανωτέρω και λόγω της μετοχικής σύνθεσης των δύο εταιριών, της σύνθεσης των διοικητικών συμβουλίων και της συγγενικής σχέσεως μελών αυτών με μετόχους ελέγχοντες τις δύο εταιρείες, κατά ρητή πρόβλεψη από τις διατάξεις του άρθρου 23α του ν. 2190/1920 (ΑΠ 1512/2011 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε η ενάγουσα προκειμένου να αποδείξει τη συναίνεση της εκμισθώτριας στη μεταβίβαση της επίδικης μισθωτικής συμβάσεως (και ιδιαίτερα το υπ’ αριθ. 103/21.9.2010 έγγραφο του Τμήματος Οικον. Υπηρεσιών της Ν/Α στο από 13.1.2010 αίτημα της αρχικής μισθώτριας, τα υπ’ αριθ. .../1.7.2011 και .../12.7.2011 έγγραφα της Δ/νσης Οικον.
της Περιφέρειας Αττικής, το υπ’ αριθ. .../10.6.2010 έγγραφο της αρχικής εκμισθώτριας προς την ενάγουσα σχετικά με την τακτοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων) δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της αυτό, αφού τα έγγραφα αυτά δεν προέρχονται από όργανο της εκμισθώτριας που να μπορεί να τη δεσμεύει κατά νόμο, ήτοι ο νόμιμος εκπρόσωπός του ν.π.
για τη συνομολόγηση συμβάσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 42 του Ν.Δ. 496/1997. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 2362/1995, τόσο για το Δημόσιο, όσο και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως εν προκειμένω η εκμισθώτρια προκειμένου να προβούν σε κατάρτιση ή τροποποίηση μιας συμβάσεως θα πρέπει να υπάρχει κανόνας δικαίου που να τους παρέχει σχετική προς τούτο αρμοδιότητα και χωρίς αυτή δεν μπορούν να δεσμευτούν συμβατικά, κάθε δε σύμβαση για την οποία δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες για τη σύναψή της διαδικασίες είναι απολύτως άκυρη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας ως μισθώτριας του επιδίκου ακινήτου, έσφαλε κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης περί μη νόμιμης υπεισέλευσης της ενάγουσας στην μίσθωση και κατά συνέπεια έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης στην παρούσα δίκη ως μισθώτριας".
Με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφενός παραβίασε με μη εφαρμογή τους τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με τις οποίες ορίζεται ότι, μετά από μεταβίβαση της σχετικής αρμοδιότητας από το Νομάρχη στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και Εξυπηρέτησης Ατόμων με Αναπηρίες της Νομαρχίας Αθηνών, εκπροσωπεί την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών κατά τη διαχείριση της περιουσίας της ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και Εξυπηρέτησης Ατόμων με Αναπηρίες και κατά συνέπεια ότι εκπροσωπεί αυτή και είναι αρμόδιος και για τη συναίνεσή της σε προβλεπόμενη από σύμβαση εκμισθώσεως ακινήτου μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως από το μισθωτή σε τρίτο κατόπιν συναινέσεώς της, αφετέρου δε περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα επί του ζητήματος αν έγινε κατόπιν συναινέσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της εκμισθώτριας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών υπεισέλευση της αναιρεσείουσας ενάγουσας στη μισθωτική σχέση με εκχώρηση των απαιτήσεων της αρχικής μισθώτριας και με αναδοχή των απαιτήσεων της εκμισθώτριας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, αφού δέχεται αορίστως ότι "τέτοιου είδους συμβάσεις εκχώρησης - αποδοχής - εγγύησης υπέρ της ενάγουσας μεταξύ της αρχικής μισθώτριας και αυτής (ενάγουσας) ήταν απαγορευμένες πέραν των ανωτέρω και λόγω της μετοχικής σύνθεσης των δύο εταιριών, της σύνθεσης των διοικητικών συμβουλίων και της συγγενικής σχέσεως μελών αυτών με μετόχους ελέγχοντες τις δύο εταιρείες, κατά ρητή πρόβλεψη από τις διατάξεις του άρθρου 23α του ν. 2190/1920", χωρίς να αναφέρει ποία πρόσωπα είναι οι μέτοχοι των δύο εταιρειών και ποία πρόσωπα απαρτίζουν τα διοικητικά συμβούλια των δύο εταιρειών και ποία είναι η μεταξύ τους συγγενική σχέση για να κριθεί αν ορθά έκρινε ότι η σύμβαση εκχωρήσεως των δικαιωμάτων της αρχικής μισθώτριας υπαγόταν στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 λόγω της συγγενικής σχέσεως των μελών των διοικητικών τους συμβουλίων και των μετόχων τους και αν ορθά εφήρμοσε ή όχι την τελευταία διάταξη καθώς επίσης δέχεται το Μονομελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ότι "τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε η ενάγουσα προκειμένου να αποδείξει τη συναίνεση της εκμισθώτριας στη μεταβίβαση της επίδικης μισθωτικής συμβάσεως (και ιδιαίτερα το υπ’ αριθ. 103/21.9.2010 έγγραφο του Τμήματος Οικον.
Υπηρεσιών της Ν/Α στο από 13.1.2010 αίτημα της αρχικής μισθώτριας, τα υπ’ αριθ. .../1.7.2011 και .../12.7.2011 έγγραφα της Δ/νσης Οικον. της Περιφέρειας Αττικής, το υπ’ αριθ. .../10.6.2010 έγγραφο της αρχικής εκμισθώτριας προς την ενάγουσα σχετικά με την τακτοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων) δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της αυτό, αφού τα έγγραφα αυτά δεν προέρχονται από όργανο της εκμισθώτριας που να μπορεί να τη δεσμεύει κατά νόμο, ήτοι ο νόμιμος εκπρόσωπός του ν.π.
για τη συνομολόγηση συμβάσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 42 του Ν.Δ. 496/ 1997. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 2362/1995, τόσο για το Δημόσιο, όσο και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως εν προκειμένω η εκμισθώτρια προκειμένου να προβούν σε κατάρτιση ή τροποποίηση μιας συμβάσεως θα πρέπει να υπάρχει κανόνας δικαίου που να τους παρέχει σχετική προς τούτο αρμοδιότητα και χωρίς αυτή δεν μπορούν να δεσμευτούν συμβατικά, κάθε δε σύμβαση για την οποία δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες για τη σύναψή της διαδικασίες είναι απολύτως άκυρη", χωρίς να αναφέρει ποίο πρόσωπο και με ποία ιδιότητα υπέγραφε τα ως άνω έγγραφα για να μπορεί να κριθεί αν ορθά ή μη εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί εκπροσωπήσεως της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στη συναίνεση για την μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως σε τρίτο από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και Εξυπηρέτησης Ατόμων με Αναπηρίες και χωρίς να αναφέρει ποίες ήταν οι προβλεπόμενες από το νόμο για την συναίνεση στη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης και τη σύναψη των συμβάσεων εκχωρήσεως και αναδοχής διαδικασίες που δεν τηρήθηκαν και που καθιστούσαν την μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως στην αναιρεσείουσα απολύτως άκυρη κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 79 του Ν. 2362/1995.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται σε παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που καθορίζουν την εκπροσώπηση της Νομαρχίας για τη συναίνεσή της για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή σε τρίτο σε ακίνητα που εκμισθώνει αυτή και για ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίοι στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, αφού αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων αναιρέσεως που έγιναν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ο.Τ.Α.) στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6969/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στη μειωμένη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ